Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Θεογονίες, του Χρήστου Χωμενίδη

Spread the love
  • 26
    Shares

Ετήσια συνδρομή: 150 ευρώ Paradise SPA & GYM (εντός Ξενοδοχείου Amilia Mare-Paradise, 4ο χλμ Ρόδου-Καλλιθέας).  Εντός πακέτου:  Xαμάμ, τζακούζι, σάουνα, οργανωμένο γυμναστήριο, pilates, brazilian boost, strong zumba, bodypump. Τηλ: 22410-62481 & 22414-01519

PARADISE SPA & GYM-ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ (FULL PACK): 150 ΕΥΡΩ


Μόνο στη Ρόδο: Αποστόλου Παύλου 50 (Ανάληψη)-Βενετοκλέων (Στάδιο ΔΙΑΓΟΡΑΣ)-Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ)-Λεωφόρος Κρεμαστής – Πηγές Καλλιθέας (από Μάιο-Οκτώβριο) & catering Γάμοι-Βαπτίσεις, Συνέδρια, Εκδηλώσεις

Ο Χρήστος Χωμενίδης  είναι Συγγραφέας

«Δεν βρέθηκε καν το πτώμα του. Άλλοι λένε ότι τού την έδωσε κι ανέβηκε στο βουνό και τον έφαγαν τα θηρία. Άλλοι ότι τον φόλιασε ένας γείτονας -έτσι, από σκέτο γινάτι- και τον φούνταρε στη θάλασσα. Κάποιοι ισχυρίζονται πως τον φαρμάκωσε ο ίδιος ο προπάππους μας! Και τον παράχωσε, νύχτα, στο περιβόλι. Γιατί; Επειδή, λέει, δεν άντεχε να τον βλέπει να γερνάει. Να τυφλώνεται, να σούρνεται… Τον αγαπούσε, κουτάβι τον είχε πάρει από κάτι τσοπάνηδες. Είχε όμως το δικαίωμα να τον σκοτώσει; Δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια…» «Ποιά αλήθεια, μωρέ ξάδελφε; Μού μιλάς τόση ώρα για έναν σκύλο που ψόφησε πριν από ενενήντα χρόνια;» «Λυκόσκυλο ήταν, γνήσιο! Από πατέρα λύκο!» κατέβασε, με ύφος πένθιμο σχεδόν, το ποτήρι του.

Δεν ξέρω εσείς. Εγώ τα οικογενειακά τσιμπούσια, Χριστούγεννα και Πάσχα, δεν τα χάνω. Δεν έχω αδέλφια, οι γονείς μου έχουν πεθάνει, οι συναθροίσεις συνεπώς γύρω από ένα τραπέζι ξέχειλο από λιχουδιές με ξαναβαφτίζουν στο ποτάμι όπου ανήκω. Μου υπενθυμίζουν τους δεσμούς με πρόσωπα που δεν συναναστρέφομαι συχνά, που οι προσωπικές μας διαδρομές μπορεί να’ναι εντελώς ασύμπτωτες, έχουμε ωστόσο ίδια ρίζα, κοινή αναφορά σε ένα απώτερο ή απώτατο παρελθόν. Φοράω τα γιορτινά μου, αγοράζω κρασιά και σπεύδω. Παίρνω μαζί τη θυγατέρα μου και την καλή μου – «ό,τι και αν ακούτε» τις προετοιμάζω «θα χαμογελάτε, τις χρονιάρες μέρες οι άνθρωποι ξύνουν τα νύχια τους για καβγά…»

Το έχω δει χίλιες φορές το έργο. Τα ξαδέλφια πιάνονται για τα πολιτικά, ο θείος δεν διστάζει να ρωτήσει τη μικρανηψιά πότε επιτέλους θα παντρευτεί, ο χαζός της οικογενείας μάς κοκορεύεται ότι αγόρασε καινούργιο αυτοκίνητο – «άρχισες πάλι τα δάνεια;» τον κατσαδιάζει ο αδελφός τής μάνας του.

Ξεκινάει έπειτα το παιχνίδι «ποιός μοιάζει σε ποιόν». Όλα τα βλέμματα πέφτουν στα παιδιά, αξονική τομογραφία τούς κάνουν οι πρεσβύτεροι. «Η Νίκη πήρε τα μαλλιά σου!» θριαμβολογεί μια εξαδέλφη μου. «Και το πρόσωπο τής μαμάς της» την πικάρω. «Λάθος! Έχει το “τούτο” τής δικής σου μάνας!» (Μισόν αιώνα τώρα, δεν έμαθα τί είναι το “τούτο”…) «Άσε που η μύτη της, μεγαλώνοντας, μάλλον στο σόι μας θα φέρνει» το χοντραίνει η ξαδέλφη. «Μην τής το εύχεσαι!» εξανίσταμαι. «Γιατί;» απορεί ειλικρινά. «Δεν τής αρέσει; Ας τη μικρύνει.» Η μύτη αποτελεί το σήμα κατατεθέν της οικογένειας. Όσο πιο μελιτζανοειδής είναι, τόσο πιο καθαρόαιμος λογίζεσαι.

Περνάμε, στη συνέχεια, στους πεθαμένους. Στους γενάρχες. Σε εκείνους που δεν συναντήσαμε μα μάς κοιτάζουν αυστηρά από τις κορνίζες. Πέφτουν στο τραπέζι οι πιο σημαντικές και ασήμαντες -και αντιφατικές- πληροφορίες. «Πριν κλείσει τα σαράντα, έπαθε ο προπάππους μας δύο μικρά εγκεφαλικά. Έκτοτε άλλαξε εντελώς τη διαιτά του, έκοψε το κρέας. Έτσι έφτασε σχεδόν τα εκατό…» «Ο προπάππους κάπνιζε ογδόντα τσιγάρα την ημέρα. Έβαζε τον παραγιό του και τού τα’στριβε αποβραδύς…» «Η προγιαγιά μας ήταν υιοθετημένη. Την είχε βρει ο θετός πατέρας της, κοριτσάκι, έξω από τη συναγωγή όταν μπήκε ο ελληνικός στρατός στη Λάρισα, το 1881. Εξ’ου και οι μύτες μας…» «Τι λες, παιδί μου; Αφού ο αδελφός της είχε γίνει καλόγερος! Δέχονται Εβραίους στο Άγιον Όρος;» «Θα είχε κι εκείνος εκχριστιανιστεί…» «Μπούρδες! Ακούστε καλύτερα πώς έφτιαξε την περιουσία του ο προπάππους: ασκούσε στα νιάτα του χρέη και γιατρού. Αντί χρημάτων, ζητούσε από όποιον θεράπευε μία λωρίδα από το κτήμα του. Έτσι βρέθηκε να κατέχει γη σε ολόκληρη την περιφέρεια. Πολιτικά; Από τους πρώτους στα μέρη μας που εντάχθηκαν στο Κόμμα των Φιλελευθέρων. Κι ο μόνος στο χωριό ο οποίος επιδεικτικά απείχε από το Ανάθεμα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1916…» «Και ο παππούς μου πώς έγινε σοσιαλιστής;» «Δώσε βάση…»

Ιστορίες αληθινές, ιστορίες παραλλαγμένες, ιστορίες που έχουν πλεχτεί γύρω από ένα κόκκο αλήθειας από τη φαντασία των κατοπινών. Κι εσείς, στα οικογενειακά τραπέζια, θα ακούτε πλήθος τέτοιες και θα σάς είναι αδύνατον να βγάλετε άκρη. Ποιός ερωτεύτηκε ποιά, ποιοί αδίκησαν ποιούς, γιατί τα μυστικά μας θάφτηκαν κι οι λίρες μας ξοδεύτηκαν.

Λένε ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν λησμονηθούν οριστικά. Στον τόπο μας οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ. Μεταμορφώνονται μετά από δυό ή τρεις γενιές σε μυθικές φιγούρες. Σε μικρούς, εφέστιους θεούς. Αντανακλώνται στα πρόσωπα και στα λόγια των απογόνων τους. Αφήνουν τις πιο απίθανες παρακαταθήκες. «Η πρόγιαγιά μου είχε το τέλειο στήθος – στον γάμο της δεν φορούσε σουτιέν!» είπε η ανηψιά μου στον πατέρα της, διεκδικώντας -στα δεκάξι της- να κάνει μπάνιο τόπλες. «Που το άκουσες αυτό;» «Στης θείας Μάρως την Πρωτοχρονιά!»

Στα οικογενειακά τραπέζια, στις γιορτές, συντελούνται θεογονίες.-

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  Δημοσιεύεται και στα ΝΕΑ.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 26
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Ο «παπάς» ποτέ δεν πεθαίνει!, του Γιώργου Αρκουλή
Ένα παράξενο όνειρο, του Κωστή Α.Μακρή
Της ξηρανθείσης Συκής ή, Η ψυχή των φυτών, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.