Ανοιχτή πόρτα Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία Πόρτα στην Πολιτική

Η ταξική συνείδηση, ο Μazarin και ο Colbert, του Πάνου Μπιτσαξή

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

και  Pane di capo στη Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου στο ύψος του ΙΚΑ & Λεωφόρος Κρεμαστής

Όσο η πορεία της κυβερνώσας «Αριστεράς» βαίνει προς τα ακραία όρια του εκφυλισμού των ιδεολογικών παραδοχών, που ιστορικά την εξέθρεψαν, τόσο στριφογυρίζουν στο μυαλό μου τα θεμελιακά ιδεολογήματα του Μαρξισμού. Γιατί; Γιατί με αυτά μεγάλωσα και με αυτά στροβιλίστηκε η σκέψη μου και ο πολιτικός μου βηματισμός αλλά και το πάθος ψυχής στα πρώτα χρόνια της νεότητας. Κούνια που με κούναγε. «Ιστορία και ταξική συνείδηση» ήταν ένα περιώνυμο, θεμελιακό ιδεολογικό πόνημα του Λούκατς Γκέοργκ. Ο Λούκατς ήταν ταξικός εξωμότης. Προερχόταν από εύπορη αστική οικογένεια της Αυστρουγγαρίας. Έμεινε όμως μέχρι το τέλος του, αιρετικός πάντα, θεωρητικός της «επαγγελίας» του υλιστικού ντετερμινισμού. Της επαγγελίας που ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε, διαψεύστηκε παταγωδώς, έχοντας συγκλονιστικά παγιδεύσει τους σημαντικότερους νόες του 20ου αιώνα. Η έννοια της ταξικής συνείδησης αφορούσε υποτίθεται την εργατική τάξη ως κινητήριο μοχλό της σοσιαλιστικής επανάστασης, που θα άλλαζε τον κόσμο. Το ιδεολόγημα, ανεξάρτητα από τις παραλλαγές του, ήταν απλής εμπνεύσεως. Η εργατιά υπό το βάρος της ανέχειας και της εξαθλίωσης θα αποκτούσε συνείδηση της δύναμής της, θα ανέτρεπε τον καπιταλισμό ιδρύοντας τη σοσιαλιστική κοινωνία της ισότητας, της δικαιοσύνης και της ευημερίας. «Εμπρός της γης οι κολασμένοι» ήταν το παράγγελμα του ύμνου της Τρίτης Διεθνούς.

Υπήρξε όμως ένα πρόβλημα. Οι «κολασμένοι» δεν ήθελαν να αποκτήσουν ταξική συνείδηση και δεν την απέκτησαν ποτέ. Ο καπιταλισμός ανέτρεπε, με την καινοτομία και τον ανταγωνισμό, τα στερεότυπα που προέβλεπαν την αυτοκαταστροφή του. Το δόγμα ότι με το καπιταλιστικό σύστημα οι πλούσιοι θα γίνονται συνεχώς πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι δεν επιβεβαιώθηκε. Οι φτωχότεροι γίναν πλουσιότεροι και οι πλουσιότεροι είχαν αβέβαια τύχη. Άλλοτε γινόντουσαν πλουσιότατοι, άλλοτε παρέμεναν πλουσιότεροι και άλλοτε γινόντουσαν φτωχότεροι. Ανάλογα με τη δυνατότητα προσαρμογής τους στους ανέμους και το ριζοσπαστισμό της διαρκώς μεταβαλλόμενης οικονομίας. Οι κολασμένοι επιδίωκαν πάντα, και συχνά το πετύχαιναν, να βγουν από την κόλαση και να διαβούν την πύλη του παραδείσου. Έτσι αντί να αποκτήσουν ταξική συνείδηση προλετάριου ενώθηκαν στο τεράστιο κύμα της καθολικής αστικής συνείδησης. Η μεσαία αστική τάξη κυριάρχησε, όχι μόνο στο χώρο της παραγωγής, αλλά πρώτα και κύρια, ως συνείδηση, δηλαδή ως τάξη που έχει αντιληπτική εικόνα του εαυτού της και των συμφερόντων της. Ως τάξη που συναισθάνεται ότι αποτελεί το συστημικό κορμό του καπιταλιστικού συστήματος και της δημοκρατικής κοινωνίας που αποτελεί το εποικοδόμημα του.

Η ελληνική μεταπολεμική κοινωνία, με αποκορύφωμα τις τρεις δεκαετίες της μεταπολίτευσης, ανέδειξε μια αχανή, συντριπτικά πλειοψηφική, και εξόχως δημιουργική μεσαία τάξη. Το κοινωνικό κράτος και η επίδραση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας εξανέμισε τα τελευταία οχυρά της ταξικής συνείδησης που ονειρευόντουσαν και προέβλεπαν οι θεωρητικοί του μαρξισμού και ο ταξικός εξωμότης Λούκατς. Πράγματι στην Ελλάδα μέχρι της έναρξη της κρίσης η κοινωνική δομή έγινε σχεδόν αταξική. Εισοδηματικές διαφορές ασφαλώς υπήρχαν. Ταξικές διαφορές δεν υπήρχαν. Πλούσιοι και φτωχοί συναγελαζόντουσαν στις ίδιες ταβέρνες, στα ίδια μπαράκια, στα ίδια στέκια. Ο μεγάλος πλούτος περιοριζόταν να δείξει την ξιπασιά του και τη διαφορά του με ακριβά αυτοκίνητα, επώνυμα ρούχα, πούρα Αβάνας και πανάκριβα ρολόγια.

Όλα αυτά κλονίστηκαν συθέμελα με την κρίση. Οι ταξικές διαφορές επανήλθαν. Με στρεβλό, μη γραμμικό τρόπο, η μεσαία αστική τάξη ρηγματώθηκε.  Έχοντας εχθρό το αδηφάγο παρασιτικό κράτος, που εξέθρεψε η πελατειακή φαυλότητα του πολιτικού συστήματος αγωνιζόταν να αντέξει. Εκεί η κυβερνώσα Αριστερά ξαναβρήκε, από τα σκουπίδια της ιστορίας, τα παλιά της στερεότυπα. Κατέστρεφε και ροκάνιζε, συστηματικά, την τελευταία οικονομική ικμάδα των μεσοαστών, τους φόρεσε έναν αργό και βασανιστικό βρόγχο, επιχειρώντας να μετατρέψει την κοινωνία σε μια αχανή, και απόλυτα ελεγχόμενη από την ίδια, αλληλοσπαρασσόμενη αγέλη κρατικοδίαιτων φτωχών. Το εργαλείο το οποίο χρησιμοποίησε ακούει σε μια και μόνη λέξη. Υπερφορολόγηση. Δήμευση του κόπου και της δημιουργικότητας, προκειμένου να συντηρηθεί ο διογκούμενος κρατικός παρασιτισμός και να επιστρέφει μέρος των «κλεμμένων» στους δήθεν αδύναμους με τη μορφή επιδομάτων ελεημοσύνης και επιδίωξη τη στοίχιση των επιδοματούχων  στο εκλογικό ακροατήριο της Αριστεράς.

Η παράδοση αυτής της πολιτικής είναι πολύ παλιότερη από τις ιδεολογικές παραδόσεις των σημερινών κυβερνώντων. Η αγαπητή φίλη Εύα Ταλιαδούρου είχε την καλοσύνη να μου στείλει με mail ένα διάλογο ηλικίας τετρακοσίων ετών. Έναν διάλογο που τον φαντάζομαι με παραλλαγές να διεξάγεται και σήμερα ανάμεσα στον Τσίπρα και τον Τσακαλώτο. Ο διάλογος αυτός, που έχει διασωθεί, ήταν ανάμεσα στον Mazarin που ήταν αντιβασιλέας της Γαλλίας όταν ο Λουδοβίκος 14ος ήταν ανήλικος και τον περιώνυμο Υπουργό Οικονομικών του φορομπήχτη Colbert. Τον αποδίδω ελεύθερα.

Mazarin: Χρειαζόμαστε χρήματα. Πρέπει να αυξήσουμε τους φόρους.

Colbert: Δεν μπορούμε να φορολογήσουμε τους φτωχούς. Δεν έχουν τίποτα παραπάνω να μας δώσουν.

Mazarin: Tότε τους πλούσιους;

Colbert: Ούτε τους πλούσιους. Από έναν πλούσιο ζουν πολλοί φτωχοί. Αν τους φορολογήσουμε πώς ο πλούσιος θα πληρώνει τους φτωχούς;

Mazarin: Και λοιπόν τι πρέπει να κάνουμε;

Colbert: Θα σας πω. Υπάρχει μια κατηγορία ανάμεσα στους πλούσιους και στους φτωχούς. Είναι αυτοί που ονειρεύονται να γίνουν πλούσιοι και προσπαθούν να αποφύγουν να γίνουν φτωχοί. Αυτούς πρέπει να φορολογήσουμε περισσότερο…διαρκώς περισσότερο. Είναι αυτοί που όσο πιο πολλά τους παίρνεις τόσο περισσότερο δουλεύουν για να σε πληρώσουν. Αποτελούν ανεξάντλητο απόθεμα.

Σας θυμίζει τίποτα; Με ρωτούν γιατί είμαι τόσο έντονα επιθετικός απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι νεανικές μου πολιτικές καταβολές ήταν αριστερές. Απαντώ. Μεταξύ του πλήθους των λόγων που με χωρίζουν από το ΣΥΡΙΖΑ είναι και το γεγονός ότι απέκτησα βραδυφλεγώς ταξική συνείδηση. Δεν γουστάρω να ανήκω στην τρίτη κατηγορία του Colbert. Σε απλή ελληνική δεν γουστάρω να είμαι κορόιδο. Δουλεύω σαράντα χρόνια, σε δωδεκάωρη βάση ημερησίως, και δε θέλω να είμαι μειοψηφών μέτοχος στον ίδιο μου τον ιδρώτα.

Πάνος Μπιτσαξής

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Κρίμα ο αγώνας της Μελίνας, του Γιώργου Αρκουλή
Η ιστορία της Κόκκινης Πόλης, του Σταύρου Θεοδωράκη
Πέντε προτάσεις για τα κανάλια και τις άδειες, του Σταύρου Θεοδωράκη
Ο τρόμος του Αυγούστου, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.