Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Η μαυρίλα του θανάτου και η κλωτσιά, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 47
    Shares

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Μας εκπαίδευσαν έτσι ούτως ώστε να φανταζόμαστε τον θάνατο σαν έναν θεόρατο άντρακλα, έναν ξερακιανό και μαυροφορεμένο με τη χαντζάρα του στο χέρι , παραμορφωμένο πρόσωπο και με μια κουκούλα στο κεφάλι του να φορά έχοντας μόνο δυο μικρές τρύπες ίσια ίσια για να προβάλουν τα γουρλωμένα μάτια του. Στα χέρια του να κρατά το δρεπάνι το οποίο περιστρέφει δεξιά αριστερά και όποιον θερίσει, θέρισε.

Προσωπικά, εάν θέλετε την άποψή μου, ποτέ δεν τον σχημάτισα στο μυαλό μου έτσι. Τον βλέπω σαν ένα ανθρωπάκι, έναν νάνο γραβατωμένο στο σφιχτό κουστουμάκι του με ένα μουστακάκι σε στυλ Χίτλερ και θα τολμούσα να πω ότι στα μάτια μου φαντάζει και «συμπαθητικούλης». Το ότι είναι σαδιστής όμως ποτέ δεν αμφέβαλα, σε αντίθεση με τον άλλο ο οποίος καταφθάνει με ένα πριόνι το οποίο είναι μπουκωμένο από τα πολλά κοψίματα, κι αν δεν σε θερίσει με την πρώτη στέλνοντάς σε μια για πάντα, τούτος εδώ χρησιμοποιεί μια ύπουλη μέθοδο ο μπαγάσας κι αρχίζει σιγά σιγά να σε αποδομεί.

Πρώτα αρχίζει από το κεφάλι – οπότε πάει, εξαφανίστηκε και η περήφανή σου κόμη – κι ύστερα κατεβαίνει προς τα κάτω, πριονίζει τα δάχτυλα, προχωρεί προς τον αγκώνα φθάνει στην ωμοπλάτη και κρακ το χέρι πετάγεται κατά γης. Ύστερα, ατσούμπαλος όπως είναι προχωρά προς τα πόδια, και καθημερινά εφευρίσκει όλο και κάτι να σου αφαιρέσει ο άκαρδος προσφέροντάς σου μικρούς αργούς θανάτους έτσι για να ‘ναι πιο οδυνηρά τα χτυπήματα. Κι εσύ εκεί, αγέρωχος όπως είσαι, δεν του δίνεις σημασία, τον περιφρονείς τον δόλιο, τον λυπάσαι όπως τον βλέπεις, πού να του κρατήσεις και κακία, πώς τον κίνδυνο να αξιολογήσεις; « Έλα μωρέ, σιγά να μη τον φοβηθώ τώρα! Είναι ικανός τούτος εδώ να μου κάνει κάτι παραπάνω»; λες, χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι και πιστεύοντας πως υποτιμώντας τον θα του καταφέρεις πλήγμα και θα σε παρατήσει για να στραφεί κάπου αλλού, εκείνος εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία όλο και σε σιγοτρώει προχωρώντας αργά μεν αλλά σταθερά επιζητά με πείσμα να εισχωρήσει και ως την ψυχή σου.

Και…, σαν να μη φθάνει αυτό, από την άλλη μεριά έχεις κι αυτόν τον ψεύτη τον καθρέφτη που σε ξεγελά αφού σε δείχνει ο άτιμος να φαίνεσαι ότι ξανά ζωντανεύεις. Κι όταν πια αποφασίσεις να κοιτάξεις πιο βαθιά μέσα του τότε καταλαβαίνεις το μέγεθος της ζημιάς που σου έχει καμωμένο αυτός ο νάνος, αυτός ο άσημος και τότε αρχίζεις να επικαλείσαι τον άλλο, τον ψηλό και άχαρο, εκείνον τον μαυροντυμένο και απρόσωπο, εκείνον που φορούσε κουκούλα αλλά διέθετε πολύ καλά τροχισμένη τη χαντζάρα του και το πριόνι του, θα είναι πλέον αργά.

Και φθάνω στο σημείο να σκέφτομαι τώρα ότι αν του αντισταθείς αυτού του νάνου, αν σηκώσεις το δικό σου μπόι (όχι αυτό που μετριέται σε εκατοστά, αλλά το άλλο, το σθεναρά ψυχικό) και του διαλύσεις τα σχέδιά του, του χαλάσεις το παιχνίδι και τον κερδίσεις σε δυο τρεις παρτίδες σκάκι ( μπορεί και περισσότερες), μήπως καταφθάσει ο άλλος, ο μαντράχαλος με το μικρό και άχαρο κεφάλι του;

Βάστα με μόνο αρκετά πιο σφιχτά τώρα, να προλάβω να σπρώξω τους δυο τρεις μήνες τι κι αν το αριστερό μου πόδι το έχω στραβώσει από το μπακ που χρησιμοποιούσα στο ποδόσφαιρο. Να ξέρεις όμως στην πραγματική μάχη βάζω πάντα πρώτο το δεξί, το γερό, το εκπαιδευμένο μεν αχρησιμοποίητο και καινούργιο δε για να του ρίξω την μία και μοναδική κλωτσιά για να τον στείλω στο διάολο τον π@@@τη.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

  The article expresses the views of the author  

 iPorta.gr

  • 47
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Σιωπή
Μια ιστορία με “υπηρετικόν προσωπικόν”, του Γιώργου Σαράφογλου
Σιγή ασυρμάτου, του Δημήτρη Μπρούχου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.