Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Εσωτερικές ανασκαφές, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love

 

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Σύννεφα σταχτιά έξω, σημάδι θρήνου για το καλοκαίρι που οι μέρες του άρχισαν να ξεμακραίνουν. Εντός του σπιτιού μια σιωπή απλώνεται παντού και μια σκοτεινιά απειλεί να εισέλθει. Ολόγυρα απλωμένα τα σημάδια μιας ζωής αρκούντως λιτή.

Στέκεται ώρες καρφωμένος εμπρός στην οθόνη του, μια οθόνη υπολογιστή, μια οθόνη- πληγή που συνεχώς αιμορραγεί πάνω στις ολόλευκες κενές σελίδες του κι έμπνευση καμία. Τα τσίνορά του τέντες απλωμένες έτοιμες να συγκρατήσουν τυχόν δάκρια του. Η μια απογοήτευση διαδέχεται την άλλη λες και είναι εκεί ρούχα άπλυτα πολλών εβδομάδων συσσωρευμένα.

Σηκώνεται όρθιος γιατί οι τοίχοι τον πλακώνουν από παντού. Τεντώνει τα χέρια σε μια προσπάθεια να τους σπρώξει προς τα έξω με τις παλάμες του. Πού να μετακινηθούν όμως τα τσιμέντα και το ατσάλι! Κι αυτός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο ένα σαρκίο και οστά από τα χρόνια φθαρμένα. Παραδομένος έτσι και χωρίς την παρηγοριά της γραφής να μικραίνει τις άδειες του νύχτες, η μαυροφορεμένη κατάθλιψη απειλεί να τον σαρώσει, να τον ισοπεδώσει παντελώς και να τον τραβήξει καταπίνοντάς τον στα θολά νερά της.

Στο παρελθόν ήταν εκδότης αρκετών βιβλίων με τις παρουσιάσεις και τις συναθροίσεις εκατοντάδων φίλων να τον συντροφεύουν, να τον χειροκροτούν, να υπογράφει βιβλία με κείνη την μιας γραμμής με τα σύμβολά της υπογραφή του κι ύστερα όλοι μαζί στον μπουφέ του διπλανού καφενείου για να τους ευχαριστήσει.

Τώρα; Τώρα απέμεινε μόνος και με τις αρνήσεις να επιστρέφουν. Πόσο εφήμερη, πόσο φευγαλέα αυτή η αναγνωρισιμότητα, η λάμψη και η ακτινοβολία! Πόσο σύντομα ξεχνιέσαι, πόσο σύντομα πέφτεις στη λησμονιά, κι αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί ν’ αλλάξει, όσες προτομές, όσα αγάλματα και να σου στήσουν, όσους πανηγυρικούς και αν σου εκφωνήσουν.

Έξω σκοτείνιασε για καλά με ένα σκοτάδι αρπακτικό, πελώριο και ξένο λες και εμφανίστηκε από το πουθενά, όπου τώρα κάθισε βαριά πάνω στο στήθος του. Τα δάκρυα δεν κρατήθηκαν ξεπλένοντας λυτρωτικά τον πόνο του. Ήρθε η ώρα να σκάψει βαθιά μέσα του ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του, την πίστη του, την έμπνευσή του, την ύπαρξή του.

Πέρα μακριά στο βάθος του ουρανού δειλά-δειλά άρχισε να γελά ένας ήλιος, υπόσχεση ότι κάτι το καινούργιο κουβαλά. Δεν χρειάζονται πολλά οι άνθρωποι, κάτι τέτοια σημάδια τους είναι αρκετά και παρήγορα για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Ο ποιητής θυμάται, του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου
Η Κυριακή των νεκρών μου, του Δημήτρη Κατσούλα
Ο Χάρος και Κέρβερος (επισόουντ 7), του Χάρου Χάρου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.