Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Απόψε στο μισοσκόταδο μου φαίνεσαι πιο όμορφη, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Πάνε τώρα πέντε μήνες περίπου που έχω να σε δω, δυόμισι που πρόφθασες να την «κάνεις» προ καραντίνας σε νησί για να εργαστείς μέχρι το Φθινόπωρο κι άλλους δυο και παραπάνω που κράτησε η καραντίνα, λες και κάτι είχες προβλέψει εσύ όπου πάντα με το σπινθηροβόλο σου μυαλό με εξέπληττες (δυο χρόνια σου φάνηκαν μου είπες οι μήνες του εγκλεισμού σου, σε μήνυμα) που αμπαρώθηκες στο σπίτι υποχρεωτικώς γιατί δεν μπορούσες να κάνεις αλλιώς όταν έφθασε το φιρμάνι «Μένουμε σπίτι», όλοι δηλαδή στα σπίτια μας κλειδαμπαρωμένοι για να νικήσουμε τον ιό που δεν σηκώνει χωρατά, διότι αν σε άγγιζε ειδικά εσένα που ήσουν και εξακολουθείς να είσαι ντελικάτη αλλά και φιλάσθενη που να πάρει ο διάολος, θα έπρεπε να τρέχω στα νοσοκομεία για να σε ξεμοναχιάσω  προκειμένου να φιληθούμε για τελευταία φορά από την τόση αγάπη που σου έχω και κρυφά από τα βλέμματα των λοιμωξιολόγων που θα μας παρακολουθούσαν, κι άντε μετά να ξεμπέρδευα ο μαύρος. Το πώς όμως το άντεξες εσύ, το τόσο ενεργητικό άτομο που ήσουν, είσαι, και παρέμεινες κλειδαμπαρωμένη στο σπίτι, οφείλω να σταθώ εμπρός σου και  να σου υποβάλω τα σέβη μου χαιρετώντας σε ταυτοχρόνως με την αφαίρεση του πολυκαιριασμένου μου κασκέτου. Κι απ’ τη στιγμή που δόθηκε το μισό σύνθημα «Τώρα μπορείτε να κυκλοφορείτε εντός του Δήμου στον οποίο υπάγεσθε, τηρουμένων όλων των νέων από 4ης Μαϊου μέτρων», μου τηλεφώνησες μια μέρα για να βρεθούμε, να πιούμε ρε φίλε ένα μπουκάλι κρασί μου είπες, να δεις τα μάτια μου τα τιρκουάζ αν εξακολουθούν να είναι φωτεινά όπως πριν κι αν έκοψα και ΄κείνη τη γενειάδα μου την τόσο περιποιημένη όπου αραιά και που σου έστελνα φωτογραφίες μου και σ’ ερωτούσα αν σου αρέσει.

«Γλίτωσα φίλε, έρχομαι, κανόνισε συνάντηση»,  ήταν το τελευταίο σου μήνυμα στο κινητό μου προχθές. Αρκεί που είσαι ζωντανή, αυτό μου φθάνει, τα υπόλοιπα άφησέ τα σε μένα, σου απάντησα, συμπληρώνοντας ξανά εγώ σε δεύτερο μήνυμά μου καπάκι, ότι έχω και νέα ευχάριστα να σου αναγγείλω, όπως την μουσική περιοδεία της Άλκηστις εποχούμενη τριαξονικού να φθάνει στη Βουλή και να χειροκροτείται από Πρωθυπουργό και ανεψιό Δήμαρχο, αλλά εσύ μου απάντησες με ένα ξερό «Ρεζίλι», χωρίς καν αποσιωπητικά.

Το ραντεβού μας το κανόνισα, σου έγραψα σε μήνυμα. Τρεις καρδούλες ήταν η απάντησή σου και μετά σιωπή ως τη βραδιά που σμίξαμε σ’ εκείνο το γνωστό μας ταβερνάκι στο Κουκάκι που είναι πάνω σε ταράτσα. Τώρα πλέον καθόμαστε σιωπηλοί στον ακάλυπτο κι έχεις στραμμένο το πρόσωπό σου τις περισσότερες φορές όπως σε θωρώ προς την φωταγωγημένη Ακρόπολη, λες κι αυτό είναι το ενδιαφέρον σου και όχι εγώ. Δεν ξέρω γιατί αποφεύγεις να με κοιτάξεις κατάματα, εσύ που τόσο λαχταρούσες να δεις τα μάτια μου τα τιρκουάζ, όπως μου έγραφες. Φοβάσαι κάτι; , σε ερωτώ. Μου δίνεις την εντύπωση ότι προσπαθείς κάτι να μου κρύψεις. Α, μπα!, μου απαντάς, αλλάζουμε τραπέζι αν θες;  μου λες, έχει αρκετό φως εδώ, κι εμένα όπως ξέρεις με τυφλώνουν οι προβολείς. Επιλέγουμε άλλο προς το βάθος, εκεί που ο κισσός αγγίζει τα μαλλιά σου. Μια ικανοποίηση νοιώθεις, ταυτόχρονα και σιγουριά όπως σε «διαβάζω». Κάνω λάθος ή όχι; « Άλλαξα φίλε, με γέρασαν ψυχολογικά πριν την ώρα μου αυτοί οι κατασκευασμένοι ιοί, και να ξέρεις ότι απέχω τρία χρόνια πριν τα σαράντα μου…», μου λες. Υπερβολές σου απαντώ, κι αρχίζω να χαϊδεύω τα μαλλιά σου κατεβαίνοντας αργά-αργά προς τα μάγουλά σου εκεί γύρω κάτω από τα μάτια σου και να καρφώνω τα μάτια μου στο μέτωπό σου ανακαλύπτοντας κάτι αθώες, ελάχιστες χαρακιές, κάτι σαν ρυτίδες αλλά όχι βαθιές ακόμα. Θυμώνεις μονομιάς κι αρχίζεις να βλαστημάς κιόλας προτείνοντάς μου να παρατήσουμε το κρασί μας και να σε κάνω σεργιάνι στις γυάλινες βιτρίνες της πόλης προκειμένου να σιγουρευτείς μέσα από αυτές πόσο το είδωλό σου έχει αλλάξει και πόσο απέχει από την πραγματική σου νεότητα. Μετά από πολλές ώρες περπάτημα βγάζεις από την τσάντα σου παλιές σου φωτογραφίες και τις συγκρίνεις με αυτές που σε δείχνουν οι βιτρίνες. Καμία σύγκριση δεν βρίσκεις, άλλο πρόσωπο ανακαλύπτεις ότι έχεις και είσαι υποχρεωμένη από τώρα και στο εξής να συμβιβαστείς μαζί του, όπως σε αντιλαμβάνομαι. Αρχίζεις να κλαις. Έλα σε παρακαλώ, σκούπισε τα δάκρυά σου που άρχισαν να κατεβαίνουν ως τα σαρκώδη χείλη σου και είναι κρίμα να τα βρέξουν γιατί εγώ τα προτιμώ σκασμένα να ‘ναι για να ποτιστούν με τα δικά μου τα φιλιά.

Να ξέρεις αγάπη μου ότι όλα αλλάζουν, τίποτα δεν παραμένει ίδιο, και οι ρυτίδες ακόμα όταν «εγκατασταθούν» και χαρακώσουν ακόμα πιο βαθιά, γοητεία προσθέτουν στον άνθρωπο. «Αγάπη μου, τώρα που άρχισε να ξημερώνει, κι εγώ διακρίνω τις δικές σου ρυτίδες αλλά και μερικές άσπρες τρίχες στους κροτάφους σου για τις οποίες ευθύνομαι εγώ, μη με πικραίνεις άλλο», μου λες. Μου ζητάς να καθίσουμε στο παγκάκι, γέρνεις σιγά σιγά και με τραβάς επάνω σου για να μετρήσω τις ρυτίδες σου φιλώντας τες απανωτά μέχρι να βγει ο ήλιος, όπως σε νοιώθω μισοσβησμένη από το πάθος.  Τώρα, κι από ‘δω και πέρα ηλιοφανερωμένη μου θα σε αγαπάω πιο τρελά γιατί είσαι πιο όμορφη και θελκτική με τις ρυτίδες σου όπου κι αν σ’ έχουν σημαδέψει και δεν πρόφθασα να τις ανακαλύψω ακόμη…

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

  The article expresses the views of the author  

 iPorta.gr

 

SHARE
RELATED POSTS
Το μηνιάτικό του, του Δημήτρη Κατσούλα
Γκοφρέτα στα τέσσερα, του Κωστή Α. Μακρή
Γιάννης Στουραΐτης: ένας κανόνας χωρίς εξαιρέσεις

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.