Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία

Έρευνα: Όλη η αλήθεια για τη φαρμακευτική δαπάνη, του Τάσου Τέλλογλου

Η έρευνα έγινε για την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο πρωθυπουργός κ. Αλ.Τσίπρας – και ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ – υιοθέτησαν τις καταγγελίες ενός μάρτυρα ότι το δημόσιο ζημιώθηκε με 23 δισ ευρώ από την υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης και από την Novartis με 3 δισ ευρώ για το διάστημα 11 ετών.

Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αλλά και την πολιτική ερμηνεία της μαρτυρίας του από τους εκπροσώπους της κυβέρνησης , η διόγκωση της φαρμακευτικής δαπάνης προκλήθηκε βασικά από την εισαγωγή νέων φαρμάκων στο σύστημα τιμολόγησης των ασφαλιστικών ταμείων. Ομως 4 διαφορετικοί αξιωματούχοι, δύο από τον δημόσιο (ΕΟΦ και υπουργείο Υγείας )και δύο από τον ιδιωτικό τομέα (Κλινικές και Φαρμακευτική Βιομηχανία ), που δεν έχουν σχέση με το σκάνδαλο, συμφώνησαν ότι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν ξεπέρασε τα 900 εκατομμύρια με βάση υπολογισμό που στηρίχθηκε στους εθνικούς λογαριασμούς της ενδεκαετίας 2000-2010,στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Efpia (της οργανωτικής ομπρέλας των ευρωπαϊκών φαρμακοβιομηχανιών) αλλά  και τις συνεπακόλουθες  ρυθμίσεις στο καθεστώς τιμολόγησης.

Ο υπολογισμός έγινε από έναν από αυτούς και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε από τους άλλους τρείς με μικρές αποκλίσεις. Και οι 4 επειδή υπηρετούν σε κρίσιμες θέσεις στους οργανισμούς τους ζήτησαν να παραμείνουν ανώνυμοι.

Στο ποσό της υπέρβασης που υπολόγισαν δεν συμπεριλαμβάνουν τα ομόλογα των φαρμακευτικών που «κουρεύτηκαν» (δεν πληρώθηκαν δηλαδή ) με το PSI του 2012 ενώ είχαν τιμολογηθεί. Ο ένας από τους 4 υποστήριξε ότι αν η δαπάνη αυτή είχε πληρωθεί, η διόγκωση της φαρμακευτικής δαπάνης θα προσέγγιζε τα 3 δισ. Ακόμα, ωστόσο, και αυτό το ποσό είναι 8 φορές μικρότερο από εκείνο που επικαλείται η κυβέρνηση για το επίμαχο διάστημα.

Η διόγκωση της φαρμακευτικής δαπάνης οφείλεται συμφωνούν οι 4 μιλώντας στην «Κ» σε μια πολύ γενναιόδωρη φαρμακευτική πολιτική, με μικρή συμμετοχή των ασθενών και έλλειψη διαδικασιών ανατιμολόγησης ως το 2011.

Κυβερνητικές πηγές, υπόψιν των οποίων τέθηκαν αυτοί οι υπολογισμοί, παρέπεμπαν στον πρώην υπουργό (της κυβέρνησης  Γ.Παπανδρέου) και καθηγητή του LSE κ. Ηλία Μόσιαλο που υπολογίζει μια υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης στα 17,5 δισ ευρώ για την 10ετία 2000-2010.

Ετσι, η αντίδραση πηγών της κυβέρνησης στον υπολογισμό αυτό των 4 ήταν να απορρίψουν την υπέρβαση των 900 εκατομμυρίων αυτό λέγοντας ότι «το ύψος της δαπάνης είναι πολλαπλάσιο» χωρίς όμως να προσδιορίσουν «ποιά είναι η θεμιτή φαρμακευτική δαπάνη; », εκείνη δηλαδή που θα δεχόταν η κυβέρνηση ως αποδεκτή αν όλα δούλευαν σωστά.

Ο υπολογισμός της θεμιτής φαρμακευτικής δαπάνης

Το πρώτο που πρέπει καθορισθεί είναι πόση πρέπει να είναι η φυσιολογική δημόσια δαπάνη κάθε χρόνο για τα φάρμακα, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει υπέρβαση ή όχι και ποιό είναι το ύψος της για το εξεταζόμενο διάστημα:

• Το δημόσιο δαπάνησε την περίοδο 2000-2010 (11 χρόνια) το ποσό των 33.494 εκατ. ευρώ. Αν η υπέρβαση, όπως λέει η κυβέρνηση και ο προστατευόμενος μάρτυρας, ήταν 23 δισ απο τα 33,5 τότε η «φυσιολογική» δαπάνη θα ήταν 10,5 δισεκατομμύρια το χρόνο δηλαδή το «μισό» απο αυτό που οι ίδια η κυβέρνηση, οι δανειστές, οι άλλες πολιτικές δυνάμεις και η φαρμακοβιομηχανία θεωρούν θεμιτή φαρμακευτική δαπάνη. Πρακτικά αυτό θα σήμαινε οτι ο μέσος όρος δαπάνης για φάρμακο ανά έτος θα έπρεπε να είναι κάτω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ (904 εκατομμύρια ), κάτι που ουδείς έχει επικαλεσθεί στην δημόσια συζήτηση αυτής της χώρας. (σ.σ. να φαντασθεί ο αναγνώστης ότι η τρόικα ζητούσε δαπάνη στο 1% του ΑΕΠ και το ποσό αυτό είναι 0,5% του ΑΕΠ!)

Να σημειωθεί ότι και ο κ. Μόσιαλος , τους υπολογισμούς του οποίου σε συζήτηση με την «Κ» επικαλέσθηκαν κυβερνητικές πηγές – δέχεται ότι η φαρμακευτική δαπάνη για λόγους επάρκειας της αγοράς δεν θα πρέπει να πέσει κάτω από τα 2 δισ το χρόνο. Συνεπώς, αν από τα 33,5 δισ θα πρέπει να αφαιρεθούν 22 δισ (2 δισ φυσιολογικής δαπάνης  Χ 11 έτη )για να βρεθεί η διόγκωση της δαπάνης στην διάρκεια μιας 11ετίας .

Προσοχή όμως: στα 33,5 δισ που ξοδεύθηκαν για φάρμακα τα 11 χρόνια των κυβερνητικών υπολογισμών δεν περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ, που πρέπει να αφαιρεθεί:

• Επί της δαπάνης αυτής (33,494 δις) το Ελληνικό δημόσιο εισπράττει ΦΠΑ 3,74 δις ευρώ περίπου. Άρα η ζημιά μειώνεται στα 7,75 δις ευρώ. (σημείωση: ο ΦΠΑ αυξήθηκε το 2005 σε 9% από 6%. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα αύξηση της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης κατά 700 εκατ, αλλά ταυτόχρονα μείωσε τις δαπάνες του δημοσίου κατά περίπου 900 εκατ, επειδή το δημόσιο εισέπραξε ΦΠΑ 2,88 δισ, αντί 1,98 εκατ!)

Η ζημιά λοιπόν έχει κατέβει στα,75 δισ ευρώ.

• Απο το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί και η δαπάνη φαρμάκου των ιδιωτικών κλινικών που υπολογίζονταν σε λιανικές τιμές και πρίν αλλάξει το καθεστώς υπολογισμού το κράτος επιβάρυναν τη δαπάνη με 1 δισ το χρόνο. Ακόμα και τη δαπάνη των νοσοκομειακών φαρμάκων που είχε επιτρέψει η κυβέρνηση Καραμανλή να υπολογίζονται στη δαπάνη και την επιβάρυναν με 600 εκατομμύρια

• Συνεπώς,πρώτο συμπέρασμα: Αν αφαιρέσουμε από τη συνολική δαπάνη και αυτές τις δύο κατηγορίες, μας μένει ο όγκος ζημιάς των 6,15 δισεκατομμυρίων ευρώ .

Την ίδια στιγμή, το κράτος με όσα έγιναν το 2010 και το 2011 εισπράττει έναντι της δαπάνης όχι μόνο το ΦΠΑ που έχουμε προϋπολογίσει αλλά ακόμα :

• rebate για τα έτη 2009 και 2010 σύνολο 170 εκατ ευρώ
• από την καθυστέρηση στην εξόφληση των οφειλών η χρηματοοικονομική επιβάρυνση της βιομηχανίας ανήλθε σε 700 εκατ ευρώ.
• από το «κούρεμα» λόγω PSI των άτοκων ομολόγων κατά 53,5% (από σύνολο 3,874 υπολογίζεται ότι τα 2,2 δισ ήταν των φαρμακευτικών εταιριών) που δόθηκαν, για την εξόφληση των χρεών των νοσοκομείων, το κράτος ωφελήθηκε κατά 2,11 δισ ευρώ. (Βεβαίως εδώ γίνεται η παρατήρηση ότι η δαπάνη αυτή είχε τιμολογηθεί άρα είχε προκληθεί δεν εισπράχθηκε ωστόσο άρα δεν καταβλήθηκε)

• Από την υπέρβαση των δημοσίων δαπανών (11,5 δισ.), μεγάλο μέρος επέστρεψε στην αγορά: Με ένα περίπου 20% τα επιπλέον έσοδα του κράτους από την υπέρβαση της δημόσιας δαπάνης ανήλθαν σε 2,3 δισ. ευρώ.

• Συμπέρασμα δεύτερο: η συνολική σπατάλη που θεωρείται ως ζημιά του δημοσίου διαμορφώνεται σε 870 εκατ. ευρώ με την αφαίρεση των επιπλέον εσόδων, του rebate, του κουρέματος και του χρηματοικονομικού κόστους από την καθυστέρηση καταβολής παλαιών οφειλομένων.

Είναι λοιπόν προφανές, ότι η σπατάλη και η εξ αυτής ζημιά του δημοσίου, απέχει πολύ απο  τα 23 δισ ευρώ του προστατευόμενου μάρτυρα που έσπευσε να υιοθετήσει ο κ. Τσίπρας. (πολύ περισσότερο τα 3 δισ της Novartis). Το ίδιο αβάσιμος και δίχως στοιχεία είναι και ο ισχυρισμός ότι η ζημιά του δημοσίου από την υγεία ανέρχεται σε 60-80 δισ. αυτήν την περίοδο (το σύνολο των δημοσίων δαπανών για την υγεία την συγκεκριμένη περίοδο ανήλθε σε 119,153 δις ευρώ, εκ των οποίων τουλάχιστον τα 30 δις ευρώ να είναι οι αποδοχές των υπαλλήλων του Υπουργείου).

Οι αιτίες

• Δεν οφείλεται στην υπερτιμολόγηση των πρωτοτύπων φαρμάκων η όπως το διατύπωσε ένας από τους 4 ειδικούς «δεν οφείλεται κυρίως σε αυτήν». Αν η ΕΕ των 27 είχε μέση τιμή εισαγωγής νέων φαρμάκων, η Ελλάδα  βρισκόταν στο 73, ένατη από το τέλος, με τελευταία την Πολωνία με 68. Ομως ένας από τους 4 ειδικούς παρατήρησε ότι τις χρονιές 2006 και 2009 οι εισαγωγές νέων φαρμάκων έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο στην διόγκωση της δαπάνης απ ο,τι μια «μέση χρονιά της 11ετίας».Μόνο το 2006 εισήχθησαν στο σύστημα αποζημίωσης 1952 καινούργια φάρμακα.

• Το συστημικό ελάττωμα της περιόδου 2000-2010 ήταν ότι μετά την αρχική έγκριση τιμής, καθυστερήσεις στην ανατιμολόγηση των πρωτοτύπων φαρμάκων με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι υψηλές τιμές της πρώτης έγκρισης. Ετσι οι τιμές έγκρισης έμεναν υψηλές για αδικαιολόγητα μεγάλο διάστημα. Αυτό συνέβη και το 2015 με την παράλειψη της ανατιμολόγησης .

Είχαμε ως χώρα την χαμηλότερη συμμετοχή των ασθενών, η οποία ανέρχονταν στο 9-12% της τιμής περίπου, όταν στην Ευρώπη ο μέσος όρος συμμετοχής των ασφαλισμένων ήταν στο 34%. Το δημόσιο αποζημίωνε όλα τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, ενώ αυτό δεν συνέβαινε στην Ευρώπη. Υπήρχαν αρνητικές λίστες. Η Ελλάδα είχε πολύ μικρό κομμάτι OTC (ΜΗΣΥΦΑ) φαρμάκων, όταν όλες οι άλλες χώρες είχαν τεράστιο. Σύμφωνα με την AESGP, το 2011 η Ελλάδα είχε πωλήσεις των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων 283,1 εκ ευρώ, όταν η Αυστρία είχε 592,4, το Βέλγιο 607 εκ, η Ιταλία 2.492 εκ, η Ολλανδία 766 εκ, η Πολωνία 2.040 εκ η Ισπανία 1.723 εκ, η Σουηδία 516,4 εκ. Αν ακολουθούσαμε αυτήν την περίοδο (2000-2010) την φαρμακευτική πολιτική που ασκούμε σήμερα, οι δημόσιες δαπάνες θα είχαν μειωθεί κατά 3,3 δισ ευρώ (300 εκΧ11 χρόνια= με μετακύλιση της δαπάνης στους ασθενείς)

«Η χώρα είχε φαρμακευτική πολιτική δυσανάλογη γενναιόδωρη προς την οικονομική της επίδοση», λένε οι τέσσερεις ειδικοί. «Ξοδεύαμε κατά κεφαλήν ο,τι και η Ιταλία παρέχοντας μεγαλύτερες διευκολύνσεις στους ασφαλισμένους ως κράτος. Είναι ποτέ δυνατον;», λέει ένας από αυτούς.

Είχαμε ως χώρα την χαμηλότερη συμμετοχή των ασθενών, η οποία ανέρχονταν στο 9-12% της τιμής περίπου, όταν στην Ευρώπη ο μέσος όρος συμμετοχής των ασφαλισμένων ήταν στο 34%. Το δημόσιο αποζημίωνε όλα τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, ενώ αυτό δεν συνέβαινε στην Ευρώπη. Αν ακολουθούσαμε αυτήν την περίοδο (2000-2010) την φαρμακευτική πολιτική που  ασκεί η χώρα  σήμερα, οι δημόσιες δαπάνες θα είχαν μειωθεί κατά 3,3 δισ ευρώ.

• Οι ιδιωτικές δαπάνες για τα φάρμακα το 2010 ήταν 1,360 δις ευρώ, το 2014 ανήλθαν (παρά τις μειώσεις των τιμών) σε 1,75 δις και παραμένουν στο ίδιο επίπεδο και το 2016.

• Οι τιμές των γενόσημων και των off patent ήταν πάρα πολύ υψηλές και ανέρχονταν στο 80-90% των πρωτοτύπων. Καμία χώρα δεν είχε τόσο υψηλές τιμές. Αν μειώνονταν στο 50%- όπως είναι περίπου σήμερα- θα εξοικονομούσαμε άλλο 1,4 δις ευρώ.

• Το ποσοστό κέρδους των φαρμακείων που ήταν στο 35% επί της χονδρικής και των φαρμακεμπόρων στο 8% της εργοστασιακής τιμής, ήταν από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Αν ίσχυε ότι ισχύει σήμερα θα εξοικονομούσαμε άλλα 212 εκ. ευρώ.

Σε αλλες χώρες της Ευρώπης ο ασθενής «τροφοδοτείται» από το σύστημα υγείας με το φθηνότερο φάρμακο που αποζημιώνουν τα ταμεία και μόνο αν πληρώσει από την τσέπη του παίρνει το επώνυμο φάρμακο. Με μία κουβέντα το δημόσιο σύστημα αποζημιώνει το φάρμακο που επιλέγει το ίδιο και όχι αυτό που επιλέγει ο επαγγελματίας υγείας η ο ασθενής.

• Τα μέτρα στους τρείς παραπάνω τομείς απέφεραν εξοικονομήσεις 5 δισεκατομμυρίων ευρώ .Ετσι εξηγείται ότι αυτό στο οποίο ίσως είναι το μόνο στο οποίο συμφωνούν κυβερνητικά στελέχη με όσους ειδικούς θεωρούν ότι η ζημιά από την φαρμακευτική υπέρβαση είναι πολύ μικρότερη. Αν το 2000 τα σημερινά μέτρα όχι μόνο δεν θα υπήρχε καμιά ζημιά για το δημόσιο την περίοδο 2000-2010, αλλά θα περιορίζονταν κατά πολύ και οι δημόσιες δαπάνες.

Η σημερινή κατάσταση

Στα τρία χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξήθηκαν αλλά ονομαστικά έμειναν ως δημόσιες δαπάνες στα ίδια επίπεδα διότι εκτινάχθηκαν οι επιστροφές της βιομηχανίας που όταν ξεπερνιέται ένα επίπεδο πρέπει να πληρώνει τη δαπάνη. Το συνολικό rebate και το clawback από 427 εκ το 2014 πήγε στα 616 εκ το 2015, και εκτινάχθηκε στο 1 δισ ευρώ το 2016. Υπολογίζεται ότι θα κλείσει στο 1,2 δισ το 2017. (ΣΦΕΕ 2017). Ταυτόχρονα αυξήθηκαν και οι νοσοκομειακές πωλήσεις, (από 1,404 δις σε 1,769 δις ευρώ).

Ο όγκος των φαρμάκων δεν μειώθηκε μέχρι σήμερα. Το 2008 είχαμε 97,5 εκ συσκευασίες σε νοσοκομειακά φάρμακα και 468,8 εκ. σε εξωνοσοκομειακά φάρμακα. Το 2016 έχουμε 94 εκ συσκευασίες σε νοσοκομειακά φάρμακα και 453 εκ συσκευασίες σε εξωνοσοκομειακά. (στοιχεία ΕΟΦ). Η διαφορά εξηγείται από το γεγονός ότι το 2016 είχαμε μείωση στις παράλληλες εξαγωγές: 402 εκατ, ενώ το 2008, είχαμε 607 εκατ ευρώ, που ο ΕΟΦ τις υπολογίζει στις πωλήσεις.

Η υπέρβαση μπορεί να οφείλεται σε αυξήσεις τιμών, είτε στην είσοδο νέων φαρμάκων, είτε σε αντικατάσταση φθηνών φαρμάκων από ακριβά, ή σε συνδυασμούς. Θα μπορούσε να εξηγηθεί και από αύξηση των παραβατικών συμπεριφορών.  Σίγουρα όμως οφείλεται σε αποτυχία της φαρμακευτικής πολιτικής.

Είναι υποχρέωση του κράτους να διεκδικήσει αποζημίωση από την Novartis αν αποδείξει ότι ζημιώθηκε από τις αθέμιτες πρακτικές της. Τις άλλες εταιρίες που αποδεδειγμένα ζημιώθηκαν από τις αθέμιτες πρακτικές ποιος θα τις αποζημιώσει;
Διεθνείς συγκρίσεις

Πολλές φορές οι συγκρίσεις που γίνονται με άλλες χώρες, κυρίως με τις ανεπτυγμένες, δεν αποδίδουν την σωστή εικόνα. Η βάση των συγκρίσεων είναι ότι έχουμε περίπου το ίδιο νοσολογικό προφίλ, άρα τις ίδιες ανάγκες υγείας και φαρμάκων. Η σύγκριση των δαπανών σαν ποσοστό του ΑΕΠ δεν είναι από τις πλέον αντιπροσωπευτικές, διότι οι άλλες χώρες έχουν σαφέστατα πολύ υψηλότερο ΑΕΠ, ενώ η Ελλάδα πολύ χαμηλό και ιδιαίτερα όταν η μεγάλη παραοικονομία της Ελλάδας δεν λαμβάνεται υπόψιν στο ΑΕΠ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Νορβηγία που ενώ έχει δαπάνες υγείας, σχετικά χαμηλές, στον μέσο όρο της Ε.Ε 28 = 9,9% του ΑΕΠ, έχει τις υψηλότερες κατά κεφαλή δαπάνες, 4.681 ευρώ. Η Γερμανία με τις υψηλότερες δαπάνες υγείας στο ΑΕΠ, 11,1% έχει κατά κεφαλή δαπάνες 4.003 (euro PPP, Health at Glance, OECD,2016)

Η Ελλάδα το 2009 (την χρονιά της μεγάλης σπατάλης) -και με όλες τις παραμορφώσεις στον υπολογισμό της δαπάνης όπως δείξαμε- είχε κατά κεφαλή 677 και συμμετοχή στο ΑΕΠ 2,4%.. Περιττό να σημειώσουμε ότι το ΑΕΠ της Ισπανίας ήταν 4,7 φορές υψηλότερο της Ελλάδας, και της Ιταλίας 6,5 φορές- πολύ υψηλότερα και από την αναλογία του πληθυσμού των χωρών, άρα θα έπρεπε να έχουν πολύ χαμηλότερο ποσοστό δαπανών από ότι η Ελλάδα.

O Τάσος Τέλλογλου είναι Δημοσιογράφος.

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. Δημοσιεύεται και στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

The article expresses the view of the author.

IPorta.gr

 

SHARE
RELATED POSTS
Ελλάδωμα και Αποαθλιοποίηση, του Κωστή Α. Μακρή
Basta cosi, του Νίκου Βασιλειάδη
European Business Review: Γιατί οι Έλληνες θέλουν να ακούνε ψέμματα, του Ηλία Καραβόλια

Leave Your Reply

*