Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Ένα ταξίδι με το Καλυψώ, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

Pane di capo: Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ), Λεωφόρος Κρεμαστής & «Πηγές Καλλιθέας»

 

Ματίνα Ράπτη -Μιληλή

 

Τέτοιες μέρες είχαν αρχίσει οι καλοκαιρινές διακοπές. Μετρούσαμε ήδη αρκετά μπάνια και παγωτά επίσης, πύραυλοι και ξυλάκια. Είχαμε πάθει τα πρώτα…εγκαύματα στους ώμους από τις ποδηλατάδες και μερικοί –οι πιό ξανθοί- είχαμε ήδη ξεφλουδίσει σαν τους παραγινομένους γιαρμάδες!

Η θάλασσα είχε ζεστάνει, όχι πως μας πείραζε και πολύ αυτό. Οι κήποι τις νύχτες φεγγοβολούσαν από τις πυγολαμπίδες και τα φαναράκια σε σχήμα μανιταριού. Τα μεσημέρια οι καλοκαιρινές κουζίνες έψηναν γεμιστά και μοσχομύριζαν πιπεριά.

Το ψυγείο είχε πάντα καρπούζι και φέτα, μελιτζάνες, φασολάκια και βασιλικά σύκα από τον περιβολάρη που περνούσε με το γαϊδουράκι του μέρα παρά μέρα.

Ο κόσμος μας τότε μοσχοβολούσε νυχτολούλουδα, γιασεμιά και αντηλιακό καρύδα.

Δεν ξέραμε τί είναι το καλοκαιρινό φροντιστήριο. Διαβάζαμε Μίκι Μάους, Μανίνες, Κατερίνες και Ιούλιο Βερν, τις βασανιστικές μεσημεριανές ώρες κοινής ησυχίας. Τις ώρες που οι μπαμπάδες ξεκουράζονταν και οι μαμάδες ηρεμούσαν.

Στο κομοδίνο της μαμάς υπήρχε πάντα μιά μεγάλη ΝIVEA και μιά βεντάλια.

Φορούσαμε τσόκαρα και πορτοκαλί σαγιονάρες που όλο κοβόντουσαν στη διχάλα αλλά πάντα προσπαθούσαμε με μαγικά κόλπα να τις επιδιορθώσουμε.

Οδηγούσαμε ποδήλατα με καλαθάκι και είχαμε κρεμασμένο το κλειδί της αλυσίδας στον λαιμό μας.

Αγαπούσαμε τα παλιά, ξεθωριασμένα από το αλάτι και τον ήλιο, μπλουζάκια μας, με τη μεγαλύτερη αγάπη που γνώρισε ποτέ ρούχο.

Περπατούσαμε και τρέχαμε ξυπόλυτοι στα βότσαλα. Ήμασταν γεμάτοι γρατσουνιές και πληγές στα γόνατα.
Είχαμε έξω από την πόρτα μας κουβαδάκια με καβουράκια. Στο τέλος το νερό βρωμούσε και η μαμά μας φώναζε. Κάθε, μα κάθε χρόνο, πατούσαμε έναν τουλάχιστον αχινό και η μαμά με ένα τσιμπιδάκι φρυδιών και λίγο ελαιόλαδο μας έβγαζε τα αγκάθια που είχαν καρφωθεί στην φτέρνα μας και μας πονούσαν φρικτά…μα τί πόνος. Χειρότερος από τον πόνο της τσούχτρας του Αυγούστου.

Αγαπούσαμε τον Κουστώ, τις μάσκες, τα βατραχοπέδιλά μας και όλοι ονειρευόμασταν ένα ταξίδι με το Καλυψώ και πως μπορούσαμε να αναπνέουμε κάτω από το νερό, σαν τον άνθρωπο της Ατλαντίδας. Τον Πάτρικ Ντάφυ.
Οργανώναμε μικρά πρωταθλήματα κολύμβησης, βόλεϊ, κυνήγι θησαυρού και κάναμε απίστευτες φάρσες, κυρίως για να τρομάξουμε τους μεγάλους.

Τα μεγαλύτερα παιδιά άναβαν φωτιές στην παραλία και μεις περιμέναμε πότε θα μεγαλώσουμε για να κάνουμε το ίδιο. Κάπου κάποιος έπαιζε κιθάρα.

Οι βεράντες είχαν τα βράδια ένα απαλό φως και κάποιοι μεγάλοι έπαιζαν χαρτιά.

Πηγαίναμε σινεμά με τα πόδια, τρώγαμε τόνους λιόσπορους και πίναμε sprite.

Στα καλοκαιρινά μας σπίτια δεν είχαμε κλιματισμό και δεν μας τρόμαζε ο καύσωνας. Ίσα ίσα παρακαλούσαμε να έρθει για να μας αφήσουν οι γονείς μας να κάνουμε βραδινό μπάνιο σε μια μαύρη θάλασσα που έμοιαζε με βραστή σούπα!

Κι αν αναρωτιέστε καμιά φορά τί λείπει σήμερα από τις ζωές μας, ανατρέξτε στα παιδικά σας καλοκαίρια. Κι αν μπορείτε, χαρίστε τέτοια καλοκαίρια στα παιδιά σας ή στα εγγόνια σας. Γιατί είναι σίγουρο πως και κείνα κάποτε εκεί θα ανατρέχουν για να βρίσκουν τις ισορροπίες τους…

(Αφιερωμένο στην συντροφιά του Συντριβανιού …στην μαμά μου που χάρισε στην κόρη μου τα καλοκαίρια που έζησα και γω σαν παιδί και στην αγαπημένη φίλη Λήδα που κάνει τώρα το ίδιο για τον εγγονό της. )

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Εnough is enough, του Νίκου Βασιλειάδη
Ένα όνειρο που χάθηκε με μιάς, της Μαρίας Σκαμπαρώνη
Ένα τραγούδι, για ναν’ τραγούδι! (Μνήμη Λουκιανού Κηλαηδόνη), του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.