Βιβλίο

Ένας Ευρωπαίος από την Τσεχία, του Μάνου Στεφανίδη

Ο Μάνος Στεφανίδης είναι Ιστορικός Τέχνης και Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ

“Η αισιοδοξία είναι το όπιο του λαού”
Μίλαν Κούντερα

Τα καλά του εγκλεισμού: Ξαναδιάβασα, και μάλιστα σε αντιπαράθεση, τα βιβλία “Η ζωή είναι αλλού” και ” Άγνοια” του Μίλαν Κούντερα με πολλήν, ομολογουμένως, ευχαρίστηση. Γεννημένος, αυτός ο Τσέχος συγγραφέας, το 1929 είναι ήδη 91 ετών! Από χτες συγκεκριμένα, την Πρωταπριλιά.

Τον ξεχωρίζω σαφώς, αυτόν και τον Φίλιπ Ροθ (1933 – 2018), από όλους τους σύγχρονους τους μυθιστοριογράφους. Αμερικανοεβραίος ο τελευταίος, ο Ροθ, πληθωρικός, ανοικονόμητος αυτοσαρκαστικός, προκλητικός, αλλά και μοναδικός μάστορας της αφήγησης – ιδιαίτατα στην Τριλογία του – σε παρασύρει με τις πολιτικές του αναλύσεις και τον εμμονικό ερωτισμό του σε αναγνωστικούς δαιδάλους ηδονής και ενδοσκόπησης.

Ο Τσέχος πάλι που πολιτογραφήθηκε Γάλλος, είναι στοχαστικός, υπαινικτικός, ευαίσθητος, ικανός να καταδυθεί στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας ή της εφηβείας και ν’ ανασύρει μικρά διαμάντια μνήμης. Απόλυτα Ευρωπαίος ο ένας, “επαγγελματίας” Αμερικανός, ο άλλος. Ο πεσιμισμός και το αυτοσαρκαστικό τους χιούμορ κοινά. Τα κείμενα τους πάντως πιστοποιούν τις εγγενείς διαφορές των δύο κόσμων που εκπροσωπούν. Κοινή τους τέλος η συνήθεια να διανθίζουν την αφήγηση με ένα είδος αποφθεγματικής, εμπειρικής φιλοσοφίας. Δοκίμιο και μυθοπλασία σε ερωτικό ταγκό. Πολιτικό, υπαρξιακό ο Ροθ, ιστορικό – ψυχολογικό ο Κούντερα.

Τώρα πάντως που η Ευρώπη κλυδωνίζεται πάλι εκ θεμελίων, ιδεολογικά και πολιτικά, ο λόγος του Κούντερα είναι παραμυθία.
Στο παλιό του μυθιστόρημα ” ‘Η ζωή είναι αλλού”, εκδόσεις Οδυσσέας, 1979, γραμμένο στα τσέχικα, υπάρχει ένα είδος χιουμοριστικού, βαθιά ανθρώπινου, πορτρέτου του νεαρού καλλιτέχνη με πολλαπλές, λογοτεχνικές αναφορές αλλά κι ένα πολύ προσωπικό, αυτοεξομολογητικό επίτευγμα. Από τον Ρίλκε στον Τζόις και από τον Κάφκα στον Τόμας Μαν. Πολυδιάστατο, χορταστικό, κοντά 500 σελίδες, χαριτωμένο, έξυπνο βιβλίο, μία πλούσια αναγνωστική εμπειρία πράγματι. Μία οιδιπόδεια σχέση μαμάς και προικισμένου μοναχογιού που η νιότη του έδειχνε πως θα γινόταν άλλος. Μόνο που δεν έγινε! Το τρίτο μέρος του βιβλίου – από τα συνολικά έξι – έχει τον τίτλο “Ο ποιητής αυνανίζεται” και είναι απολαυστικό. Παραπέμποντας βέβαια και στην “Νόσο του Πορτνόι” του Ροθ. Όταν άντρες συγγραφείς αφηγούνται απενοχοποιημένα την “κατάρα” της εφηβείας τους, άλλοι μπορεί να γελάνε ανακουφισμένοι που…μεγάλωσαν κι άλλοι να συγκινούνται μέχρι δακρύων. Παράδειγμα εγώ.

Η ” Άγνοια”, πάλι, γραμμένη το 2000 κατευθείαν στα γαλλικά, εκδόσεις Εστία, μετφ. Γιάννης Χάρης, είναι ένα κομψό, σύντομο μυθιστόρημα της νοσταλγίας, της επιστροφής, του ανικανοποίητου και της σχέσης του νόστου με τον χρόνο. Του ανέφικτου έρωτα. Του ανέφικτου του έρωτα που καταλήγει σε καρκίνο της ψυχής.( Ίσως γίνομαι εδώ πολύ πιο μελοδραματικός από ό, τι θα επιθυμούσε ο ίδιος ο συγγραφέας).

Δύο Τσέχοι, ένας άντρας και μια γυναίκα, επιστρέφουν στην Πράγα μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού για να διαπιστώσουν πως δεν άλλαξαν μόνο οι ίδιοι και δεν άλλαξε μόνο η πατρίδα τους, μετά την πτώση του τείχους. Άλλαξε κι ολόκληρος ο κόσμος σε βαθμό ώστε κι αναμνήσεις τους να μην έχουν συναισθηματικό αντίκρισμα πια. Να μην αναγνωρίζουν το παρελθόν τους και να αισθάνονται βολικά μόνο στο παρόν. Άγνοια ή λήθη; Κέρδος πικρό αυτής της τεράστιας ανατροπής κι αυτού του κόσμου της μετάβασης για αυτούς τους ανθρώπους αλλά και για το περιβάλλον τους η άγνοια!

Εκείνο που επίσης μού αρέσει στον Κούντερα, είναι ότι συνδυάζει τον στοχασμό, το δοκιμιακό ύφος με την υψηλή λογοτεχνία χωρίς ποτέ να γίνεται βαρύς, υπερβολικός και επιδεικτικά βαθυστόχαστος. Ειδικεύεται στα μικρά μεγέθη, είναι καλλιτέχνης του ροκοκό, θα έλεγα, κι έχει απόλυτη συνείδηση των εκφραστικών του δυνατοτήτων. Ίσως για αυτό δεν του απένειμαν, όπως εξάλλου και στον Φίλιπ Ροθ, το Νόμπελ λογοτεχνίας, αν και νομίζω ότι αμφότεροι το άξιζαν.

Επίσης οι αναφορές του στη μουσική που θυμίζουν τον Αντόρνο, είναι μαγικές – ο πατέρας του ήταν πιανίστας, μαθητής του Λέος Γιάννατσεκ. Αλλά και στην ιστορία της φιλοσοφία, της τέχνης και της λογοτεχνίας, ας πούμε, στον Ρούμπενς, τον Μότσαρτ, τον Γκαίτε ή τον Κάφκα και στο πως αυτά τα ιερά ονόματα εμπλέκονται ευφάνταστα με τους χάρτινους ήρωες του. Πως τα μυθικά πρόσωπα συνοδοιπορούν με τους κοινότυπους αντιήρωες της καθημερινότητας και συμπάσχουν με τους έρωτες τους. Συμπάσχουν με τον χρόνο που τελικά κυλάει τόσο αργά, Βραδύτητα γαρ, και την εξέλιξη του δεν μπορεί κανείς να προβλέψει, Άγνοια, εν τέλει.

Το κομμάτι για παράδειγμα στο οποίο μιλάει για τον Σαίνμπεργκ και διερωτάται πόσο και πως άλλαξε η μουσική του την ιστορία της μουσικής, είναι μοναδικό. Κυρίως γιατί εκφράζει πειστικά έναν κομψό σκεπτικισμό που πολλοί δεν τολμούν να πουν παρότι το έχουν σκεφτεί… Χωρίς φοβίες απέναντι στο βάρος του ονόματος. Κυρίως γιατί διεκδικεί ως Ευρωπαίος να κρίνει έναν άλλο Ευρωπαίο. Ισότιμα και χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας.

Επειδή ο Κούντερα προέρχεται μεν από ένα μικρό έθνος που όμως έχει δώσει επιτυχημένα μυθιστορήματα μικρών και μεγάλων μεγεθών και εξαιρετικούς μυθιστοριογράφους σε πολύ μικρό, σχετικά, άνυσμα χρόνου. Το λέω αυτό γιατί συνήθως υπάρχει άποψη ότι τα μυθιστορήματα ο επικός δηλαδή λόγος ταιριάζει με τα μεγάλα έθνη… Διερωτώμαι γιατί δεν συμβαίνει και σε εμάς το ίδιο μια κι έχουμε περάσει ανάλογες ή αρκετά παρόμοιες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες. Ο μόνος που θα μπορούσε να σταθεί σήμερα δίπλα του, ως ύφος και πρόθεση, όχι αξιολογικά, είναι ο Θανάσης Βαλτινός κι η Μάρω Δούκα. Και δευτερευόντως ο Μιχάλης Μοδινός και ο Σωτήρης Δημητρίου. (Περιμένω ενστάσεις)!

Κι όμως. Οι τσέχοι έδωσαν τον Γιάροσλαβ Χάτσεκ, τον Ιβάν Κλίμα, τον Μπόχουμιλ Χράμπαλ, τον Βάτσλαβ Χάβελ που έγινε και πρόεδρος της Δημοκρατίας (!) και βέβαια τον Κάφκα. (Φαντάζεστε Έλληνα συγγραφέα, Πρόεδρο της Δημοκρατίας;). Μόνο που αυτός έγραψε απ’την αρχή γερμανικά. Όλοι πρώτα ονόματα! Πολύχρονος λοιπόν ο αγαπημένος μου, ο στοχαστικός, ο στυλίστας Κούντερα, ο βασανισμένος από την σύγχρονη ιστορία της Ευρώπης αλλά και ο αναμφισβήτητα εκλεκτός της…

ΥΓ. Υπάρχει ένα κομμάτι στην Άγνοια, πολύ καλογραμμένο, με το οποίο όμως διαφωνώ: Λέει κάπου ότι όσο μεγαλώνεις, δεν έχεις χρόνο για να ασχολείσαι με τις αναμνήσεις του παρελθόντος: “Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο με αναμνήσεις”. Αφού το παρόν ζητεί επιτακτικά να τού αφιερωθείς και οι αναμνήσεις σου πρέπει να μην διαθέτουν βάθος χρόνου.

Εγώ πάλι πιστεύω το αντίθετο. Όσο πιο πολύ μεγαλώνει κανείς, τόσο περισσότερο ζει με το παρελθόν του. Άλλοτε παρηγορητικά κι άλλοτε τιμωρητικά. Το παρελθόν μας άλλωστε είναι η μόνη “αθανασία” που διαθέτουμε… Που μάς επιτρέπεται…
(παραθέτω το σχετικό απόσπασμα)

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Για το έκτο μυθιστόρημα της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου, της Ράνιας Άλφα
Εὐτυχία Γιαννάκη “Στό πίσω κάθισμα”, ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἴκαρος, τοῦ Τάσου Γέροντα
Διήγημα: «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» – Δημοκρατία (κεφάλαιο 6ο), του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.