Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα

Το Θέατρο στο γύψο, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Spread the love

Γιάννης Καραχισαρίδης

Ένα αυθαίρετο κριτήριο. Το θέατρο γεννιέται και πεθαίνει κάθε βράδυ, σε αντίθεση με τον κινηματογράφο που αποτυπώνεται, διατηρείται και κερδίζει τη μάχη με το χρόνο. Αν δε δεις μια παράσταση χάνεις την ευκαιρία για πάντα. Αυτό που μένει είναι οι κριτικές και οι εντυπώσεις αυτών που την είδαν. Είναι δύσκολο να μελετήσεις τα ρεύματα, τις αντιθέσεις και τη πάλη των προσεγγίσεων σ’ αυτή τη θνησιγενή τέχνη. Ένα όμως είναι σίγουρο για τη δική μας εποχή. Δεν καρποφορούν ούτε ρεύματα, ούτε έντονες συζητήσεις, ούτε πάλη διαφορετικών προσεγγίσεων. Για να κριθεί η αξία ή απαξία μιας παράστασης, υπάρχει ένα και μόνο κριτήριο, μία και μόνη διαχωριστική γραμμή και τίποτα άλλο. Από τη μια μεριά έχει τοποθετηθεί το κλασικό, το τετριμμένο, το ξεπερασμένο ή η χλαμύδα αν θέλετε. Και από την άλλη μεριά το πειραγμένο, το μεταμοντέρνο, η αποδόμηση, η καινοτομία, ας πούμε. Το θέατρο θεωρούμε ότι διαδραματίζεται αποκλειστικά σ’ αυτούς τους δύο κόσμους. Οτιδήποτε συμβαίνει – παράσταση, προσέγγιση, ερμηνεία, ανάλυση – πρέπει υποχρεωτικά να καταταχθεί σ’ αυτό το δίπολο. Αν λάβει τη ταμπέλα της χλαμύδας απορρίπτεται αυτόχρημα. Εάν λάβει τη ταμπέλα του μεταμοντέρνου, τότε αμέσως προάγεται μετά επαίνων. Κι όταν μια παράσταση είναι δύσκολο να καταταχθεί τιμωρείται με τη ποινή της αδιαφορίας. Ένα παράδειγμα από τα φετινά Επιδαύρια επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Στην Ελένη του Ευριπίδη είδαμε μια παράσταση που στηρίχτηκε στη παρωδία του ποιητικού στόμφου. Κι όμως αυτή η προσέγγιση που άνθισε κι εγκαταλείφθηκε από τη πολυχρησία πριν πολλά χρόνια, έλαβε τα διαπιστευτήρια του «μεταμοντέρνου» και θεωρήθηκε ότι ήταν μια φρέσκια ματιά στο έργο. Σ’ αυτό το μονοπάτι πορεύεται το θέατρο εδώ κι αρκετά χρόνια υποταγμένο σ’ αυτό το μοναδικό και ψευδεπίγραφο κριτήριο, που μας καταδυναστεύει και περιορίζει ασφυκτικά τη φαντασία και οποιαδήποτε δημιουργική αναζήτηση.

Μια συνοπτική ιστορική αναφορά. Η συζήτηση ξεκίνησε από τη σχολή της Φρανκφούρτης στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Κυρίως από τις μελέτες του Αντόρνο και του Μπένγιαμιν. Η υψηλή τέχνη σε αντιδιαστολή με τη χειραγώγηση και την εξαπάτηση της μαζικής κουλτούρας. Ήταν η αντίσταση σε μια εποχή που οι φασιστικές ιδέες είχαν κυριαρχήσει σε μεγάλο βαθμό. Μετά έγινε ο πόλεμος, ο φασισμός χρεοκόπησε και οι αστικές δημοκρατίες επικράτησαν. Έτσι η συζήτηση, χωρίς ν’ αλλάξει χαρακτήρα, μετατοπίστηκε στην αντίθεση της ποιοτικής με την εμπορική τέχνη. Δηλαδή της τέχνη ως πνευματική αναζήτηση και της τέχνη ως εμπορευματικό προϊόν. Στη δεκαετία του ΄70 αυτή η διαχωριστική γραμμή έφτασε στη κορύφωση της. Τότε ένας σοβαρός καλλιτέχνης έχανε πλήρως την αξιοπρέπεια του, αν τολμούσε να πει ότι ο Σακελάριος ήταν ένας σπουδαίος συγγραφέας. Όταν την επόμενη δεκαετία αυτή η ισχυρή αντίθεση αμβλύνθηκε, προέκυψε μια καινούρια μετατόπιση, που οδήγησε στο δίπολο που ισχύει σήμερα. Το εμπορικό θέατρο βγαίνει απ’ τη συζήτηση, οριστικά απαξιωμένο. Και ο διαχωρισμός εντοπίζεται μέσα στους κόλπους του – κατ’ επίφαση – ποιοτικού θεάτρου. Έτσι λοιπόν έχουμε ή χλαμύδα ή αποδόμηση.

Το παρελθόν σ’ ένα τσουβάλι. Οι μεταμοντέρνοι – ας τους αποκαλέσουμε έτσι – έβαλαν σ’ ένα σακί όλο το παρελθόν, χωρίς μελέτη και περίσκεψη. Στο σακί χώρεσαν όλοι από τον Ροντήρη και τον Κουν, μέχρι τον Ευαγγελάτο. Παρέλειψαν να ασχοληθούν με τις επαναστάσεις και τις ανατροπές, που οι τρεις μεγάλοι αυτοί καλλιτέχνες, με περισσή έμπνευση κατάφεραν να επιβάλλουν, ο καθένας στην εποχή του. Ο Ροντήρης ανέτρεψε τη παλιά μελοδραματική υποκριτική επιβάλλοντας μια νέα ρυθμολογία. Κι όταν η μέθοδος του παρήκμασε από την πολυχρησία, ήρθε ο Κουν να φέρει τη δική του ανατροπή. Η συμπεριφορά του ηθοποιού έγινε ανθρώπινη, οικεία κι έτσι το θέατρο ήρθε πιο κοντά στη καθημερινότητα. Καλό είναι οι νεώτερες γενιές της αποδόμησης να πληροφορηθούν τι ακριβώς έγινε στο Ηρώδειο με τις Όρνιθες του Αριστοφάνη, στην ανατρεπτική παράσταση του Κουν. Τότε ίσως καταλάβουν τι σημαίνει επανάσταση και ανατροπή στο θέατρο και στη τέχνη. Και μετά ήρθε ο Ευαγγελάτος, ανοίγοντας ένα καινούριο δρόμο στη θεατρική αναζήτηση. Η δική του κατάθεση ουσιαστικά ξεκίνησε με τον Ερωτόκριτο στα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Θα ήταν πολύ διδακτικό για τις νεώτερες γενιές της αποδόμησης να έβλεπαν εκείνες τις παραστάσεις του, που ερεύνησαν το ξεχασμένο ελληνικό δραματολόγιο του 19ου αιώνα. Εκεί, θα καταλάβαιναν τη σημασία της αναδόμησης ενός θεατρικού έργου – πράξη δημιουργική – σε αντίθεση με την αποδόμηση που πρεσβεύουν – πράξη μηδενιστική.

Η χλαμύδα που έγινε μικρόφωνο. Μετά τη περίοδο της ακμής του Ευαγγελάτου ανεπαισθήτως ήρθε το αδιέξοδο. Στο όνομα του εκσυγχρονισμού, οι αναζητήσεις περιορίστηκαν σ’ ένα αγωνιώδες πρωτάθλημα φορμαλιστικών «ευρημάτων». Κυριάρχησε ένας άκρατος μιμητισμός που οδήγησε στη παρακμή που βιώνουμε σήμερα. Επαναλαμβανόμενα «μεταμοντέρνα» μοτίβα διακινούνται δια της αντιγραφής. Με τη ψευδαίσθηση ότι όλες αυτές οι υποκριτικές και εικαστικές ρεπλίκες υπηρετούν τη καινοτομία. Τώρα πώς μπορεί να είναι καινοτόμο κάτι συνεχώς επαναλαμβανόμενο και χιλιοειπωμένο, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Κι έτσι ξεπέσαμε, χωρίς να το αντιληφθούμε, σ’ ένα βαθύ συντηρητισμό, νομίζοντας ότι είμαστε στο επίκεντρο της ανατροπής. Γι αυτό και δεν πήραμε χαμπάρι ότι η χλαμύδα έγινε μικρόφωνο. Όπως στη δεκαετία του ΄50 ήταν αδιανόητο να υπάρξει αρχαία τραγωδία χωρίς χλαμύδα, έτσι και τώρα είναι αδιανόητο να υπάρξει «ανατρεπτική» παράσταση χωρίς μικρόφωνο. Το «μεταμοντέρνο» θέατρο γέμισε τετριμμένα υποκριτικά και εικαστικά εργαλεία, που όποιος δεν τα χρησιμοποιεί χάνει τα διαπιστευτήρια της «ποιότητας». Ακόμα κι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε υποδηλώνουν παρακμή. Οι φιλοσοφικοί όροι «μεταμοντέρνο» και «αποδόμηση» αντικαταστάθηκαν από τους αγοραίους «πειραγμένο» και «φρέσκια ματιά». Σε λίγα χρόνια – αν όχι ήδη – θα έχουν ξεχαστεί ο Ρόλαν Μπαρτ και η σημειολογία του ή ο Ζακ Ντεριντά και ο ορισμός του μεταμοντέρνου, που πρώτος εκείνος κατέγραψε.

Επιστροφή στην αναζήτηση. Το να δανειστούμε ένα μικρόφωνο ή να φτιάξουμε μια περίεργη τραμπάλα ή ν’ αραδιάσουμε λίγα παράξενα κοστούμια είναι το εύκολο. Το να αποδιαρθρώσουμε το θεατρικό λόγο επίσης. Το να βάλεις άντρες να ερμηνεύσουν γυναικείους ρόλους ή το αντίστροφο, ίσως χρειάζεται μια απόφαση δευτερολέπτων. Η «μεταμοντέρνα» εγκυκλοπαίδεια δε συντάχθηκε με πνευματικό κόπο. Τα λήμματα της είναι προϊόν βιασύνης και προχειρότητας. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για να επέλθει ο συντηρητισμός. Χρειάστηκε να παρθούν και κάποιες – δυστυχώς – οριστικές αποφάσεις για το περιεχόμενο των έργων. Αποφάσεις βαθιά λαϊκίστικες και απολύτως επιφανειακές. Επιλέξαμε λοιπόν μερικές ηθικές και πρέπουσες απόψεις, δήθεν βαθυστόχαστες και τις εμφυτεύσαμε σε όλα ανεξαιρέτως τα έργα. Σιγά-σιγά χωρίς να το καταλάβουμε θεωρήσαμε το περιεχόμενο γενικώς δεδομένο και αυτονόητο. Σας παραπέμπω σε συνεντεύξεις δημιουργών που εκφράζουν φωτοτυπημένες απόψεις για τα έργα, με αφορμή τις παραστάσεις τους. Κάθε είδους εξερεύνηση σ’ αυτό τον τομέα εγκαταλείφθηκε οριστικά. Η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της με αποκλειστικό κίνητρο τη ζήλεια, η Αντιγόνη επαναστατεί κατά του Κρέοντα που εκπροσωπεί το απολυταρχικό-φασιστικό κράτος, η Κλυταιμνήστρα είναι ένα φρικτό πλάσμα που της αξίζει ο θάνατος από τον έντιμο Ορέστη, οι Τρωάδες αναδεικνύουν τη φρίκη του πολέμου και τίποτα άλλο απολύτως. Κι επειδή όλα είναι δεδομένα, αυτονόητα και συμφωνημένα, δε προκύπτει καμιά ανάγκη για οποιαδήποτε αναζήτηση ή καινούρια σκέψη. Οπότε η μόνη έγνοια που περίσσευε ήταν με ποια περίεργη φόρμα θα εκφράσουμε ένα περιεχόμενο οριστικό, αμετακίνητο και προσυνεννοημένο. Το άγαλμα του φτωχού Μπέρτολτ Μπρεχτ δακρύζει κάθε βράδυ έξω από το Berliner Ensemble. Ο εμπνευστής του παραξενίσματος – όρος άγνωστος στην εποχή μας – είναι υποχρεωμένος να υπομένει τη διακόρευση των έργων του. Γιατί όλοι οι «μεταμοντέρνοι» θεωρούν σίγουρο – μέσα στην άγνοια τους – ότι ο μεγάλος συγγραφέας έγραψε τα έργα του με αποκλειστικό σκοπό να καταγγείλει τη βία του πολέμου και την απληστία του καπιταλισμού. Και ξεμπερδεύοντας από την υποχρέωση να κάνουν δεύτερη σκέψη, αφοσιώνονται στο φορμαλιστικό τους ανταγωνισμό. Κι έτσι το θέατρο παραμένει στο γύψο. Και τα θεατρικά κείμενα αναμένουν υπομονετικά εκείνους που δε θα κουραστούν να τα εξερευνήσουν με μια νέα – κι όχι φρέσκια – ματιά.

Επίλογος. Το θέατρο ποτέ δεν ήταν τόσο διαδεδομένο όσο σήμερα. Ποτέ δεν είχε τόσο μεγάλο κοινό – όσες γκρίνιες κι αν ακούμε για το θέμα αυτό. Αλλά και μέσα σ’ αυτή την εποχή της αναποφασιστικότητας, της ατολμίας και της ρουτίνας, εμφανίστηκαν αξιόλογοι δημιουργοί και παραστάσεις. Η πορεία τους όμως ήταν και είναι μοναχική και κανένας τους δεν επηρέασε το main stream της δήθεν αποδόμησης. Το οποίο παραμένει κυρίαρχο κι αποδεκτό. Όσο κι αν η ποιότητα απουσιάζει απ’ τη «ποιότητα».

 Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

iPorta.gr 

SHARE
RELATED POSTS
Μιά άλλη θεωρία των πάντων, του Γιάννη Καραχισαρίδη
t_shirt-1585x335.jpg
Σε τι διαφέρει το Ποτάμι, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Οι 10 εβδομάδες που συγκλόνισαν τη χώρα (ολικό): 22 Ιουνίου -29 Αυγούστου 2015, του Γιάννη Καραχισαρίδη
4 Σχόλια
  • Νίκος Μανούδης
    12 Σεπτεμβρίου 2014 at 08:18

    Αγαπητέ Γιάννη έχεις απόλυτο δίκιο. Ελπίζω επιτέλους να βρισκόμαστε στο τέλος αυτής της περιόδου όπου ο δήθεν μοντερνισμός έχει μετατραπεί σε σκληροπυρηνική συντήρηση, αφού επαναλαμβάνει τα ίδια εύκολα τεχνάσματα εντυπωσιασμού. Σε αναμονή του νέου και της ευφυούς απλότητας.

  • Περικλής
    12 Σεπτεμβρίου 2014 at 07:18

    Κύριε Καραχισαρίδη, οι άνθρωποι της θεατρικής τέχνης, διαβάζοντας το κείμενο αυτό, σίγουρα νιώθουν πληρότητα με προβληματισμό… Ένα βήμα μπροστά.

  • Ευγένιο
    12 Σεπτεμβρίου 2014 at 07:09

    Αγαπητέ Γιάννη Καραχισαρίδη, ιδανικό το κείμενό σου και για σεμινάριο υποκριτικής για ανθρώπους που αγαπούν την Τέχνη.
    Τίποτα το περιττό. Εύγε!

  • Χριστίνα Μπουγά
    11 Σεπτεμβρίου 2014 at 10:09

    Συγχαρητήρια για το κείμενο σας. Με εκφράζει απόλυτα και όσο ακούγονται τέτοιες φωνές, με κάνει να ελπίζω ότι κάτι θα αλλάξει. Συγχαρητήρια και σε όποιον (ή όποια) έχει την ευθύνη της επιλογής της εξαιρετικά εύστοχης φωτογραφίας.

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.