Αναγνώστες

Τα παιδιά ορφανεύουν από μάνα, της Κατερίνας Ευαγγέλου-Κίσσα

Τη μάνα μου την έχασα όταν ήμουν πέντε ετών. Στα δύο μου είχε χωρίσει και τυπικά με τον πατέρα μου, γιατί ουσιαστικά είχαν χωρίσει πριν γεννηθώ, όταν δεν συμφωνούσαν στο να με κρατήσουν ή όχι. Ευτυχώς για μένα εκείνη με κράτησε. Δυστυχώς για λίγο.

Μέχρι τα πέντε μου με μεγάλωνε μόνη της. Μεγάλο φορτίο για τις μικρές της πλάτες, ήταν μόλις εικοσιτεσσάρων ετών. Και κοντά στο δικό μου φόρτωμα κουβάλαγε και την κακία του κόσμου, που δεν ένιωθε ακόμα τότε από μονές μανάδες, ακόμα τότε τις χωρισμένες τις φωνάζαν «ζωντοχήρες». Και κοντά στην απόρριψη απ’ τον έρωτα της ζωής της, γιατί αυτός ήταν για κείνη ο πατέρας μου, κουβάλαγε και την απόρριψη από την οικογένειά της γιατί στραβώθηκε κι αγάπησε τον Τάκη, που δεν τον ήθελαν γιατί ήτανε κωλόπαιδο από τζάκι. «Όπως έστρωσες να κοιμηθείς», της λέγανε και της γυρίζανε την πλάτη.

Ήτανε πολύ όμορφη, σαν ξωτικό. Μικροφτιαγμένη, γαλανή, μ΄ ένα χείμαρρο ξανθά μαλλιά. Μέναμε σε μια ημιυπόγεια γκαρσονιέρα στο Γαλάτσι. Δούλευε τηλεφωνήτρια στον ΟΤΕ. Μπορούσε και μας ζούσε αξιοπρεπώς. Είχα πάντα τα καλύτερα κι ας μου ψώνιζε απ΄ τα καλάθια. Μόνο στην παιδεία δεν δέχονταν εκπτώσεις κι ας μην είχε να φάει. Στα τέσσερα με έγραψε στο τότε Παρθεναγωγείο της Κρίκου, ιδιωτική σχολή με παράδοση. Μαζί με ξεκίνησε και μαθήματα ακορντεόν, αυτό είχα διαλέξει μέσα στα τόσα…

Λένε πως τα παιδιά ξεκινούν να θυμούνται μετά τα τέσσερα με πέντε. Εγώ τη μάνα μου τη θυμάμαι απ΄ τα δύο. Καθαρά, σαν να ήταν χτες. Τα πάντα θυμάμαι. Το σπίτι, τους παππούδες μου, τους θειούς μου, τους φίλους του πατέρα μου και κείνον μαζί με την γκόμενα, τη δουλειά της μάνας μου, τις βόλτες μας, το γέλιο της. Δεν ξέρω αν έκλαιγε, ποτέ δεν έκλαψε μπροστά μου. Γελούσε όμως, κι έχω να λέω τώρα πως θα πρέπει να την έκανα χαρούμενη μέσα στα βάσανά της, αλλιώς δεν εξηγείται.

Θυμάμαι ακόμα πως ποτέ μέχρι τα πέντε δεν πάτησα χώμα. Τυλιγόμουνα γύρω από το λαιμό της τάχαμου πως «πονούσαν τα ποδαράκια μου», μα η αλήθεια ήτανε πως δεν υπήρχε κόσμος γύρω μου πέρα από κείνη και μακρυά της φοβούμουν κι ας ήταν κι ένα μέτρο. Κι έτσι παντού με κουβάλαγε αγκαλιά. Ακόμα και σε μια φωτογραφία που έχω από ένα ταξίδι μας στην Παναγιά της Τήνου, που το ΄χε τάμα μπας και γύριζε ο αχαΐρευτος ο πατέρας μου, έτσι με είχε, περασμένη σαν επέκταση γύρω από τη μέση της.

Και τα βράδυα δεν κοιμόμουν στο κρεβάτι μου. Καλύπταμε η μια τη μοναξιά της άλλης, σ’ ένα μονό κρεβάτι αγκαλιασμένες σφιχτά, μέχρι που ανέβαινα στον ύπνο μου και ξάπλωνα πάνω στα μαλλιά της σαν περισπωμένη.

Με μάθαινε στα τρία μου να τρώω το πορτοκάλι με μαχαιροπίρουνο και να λατρεύω «Τη Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι. Μου ΄βαζε στο ράδιο Πρώτο Πρόγραμμα κι αντίθετα με τα άλλα παιδάκια της ηλικίας μου, εγώ ηρεμούσα όταν άκουγα την Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν κι έκλαιγα την «Ώρα της θείας Λένας», μια εκπομπή με παιδικά τραγουδάκια και παραμύθια. Ως τα τέσσερα όμως μου ΄χε διαβάσει τα άπαντα από Λουντέμη και Πηνελόπη Δέλτα – τα ονόματα των ηρώων τους ακόμα με στοιχειώνουν – Αγράμπελη και Τρελλαντώνης. Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, μαζί με όλα τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ και του Άντερσεν υπάρχουν ακόμα στη βιβλιοθήκη μου, δερματόδετα και πανάκριβα, που τα πλήρωνε στο δοσατζή με το μήνα.

«Λέσα γιαλέσα, είσαι πριγκηπέσα», μου τραγούδαγε κι ήξερα πως με λάτρευε. Το ΄νιωθα στη ζεστασιά της παλάμης της, στη φροντίδα της όταν μ΄έντυνε, στο καμάρι της όταν με σύστηνε σε κόσμο λες κι ήμουνα κι εγώ μεγάλη πια.

Ώσπου μια ανοιξιάτικη μέρα στα πέντε μου χρόνια δε γύρισε σπίτι. Σαν να τα παρακολουθούσα μέσα από ομίχλη τα θυμάμαι εκείνα τα γεγονότα. Την έχασα και μεγάλωσα με τον πατέρα μου. Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε.

Κι από τότε η Άνοιξη μου προκαλεί θλίψη. Κι από τότε την περιμένω κάθε μέρα. Στο βάθος το ξέρω πως μ΄αγαπάει μα κάπου χάθηκε. Και θα γυρίσει σε μένα γιατί έφυγε κι άφησε στην ψυχή μου τρύπες. Να την κοιτάξω θέλω μόνο και να της πω «εγώ είμαι μανούλα μου, δες με πως μεγάλωσα, σ’ αγαπάω». Να χωθώ στην αγκαλιά της και να τη μυρίσω. Γιατί τα παιδιά ορφανεύουν από μάνα, κι εγώ ορφανό δεν είμαι.

 

* Η Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα συμμετέχει στον διαγωνισμό της Πόρτας για τη Γιορτή της Μητέρας


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Η Τελευταία Νύχτα του χρόνου, της Δέσποινας Σαρρή
11805980_1612074449065268_1929602863_n.jpg
Σκόνη στον άνεμο, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Παίξε με, του Νάσου Αθανασίου
2 Σχόλια
  • Κατερίνα Ευαγγέλου - Κίσσα
    19 Μαΐου 2014 at 22:55

    Ευχαριστώ κι εγώ Χριστόφορε Παπαχαραλάμπους για τα σχόλιά σου. Χαίρομαι που σου άρεσε τόσο, είναι από τις αγαπημένες μου ιστορίες. Ναι, γράφτηκε στο πλαίσιο του διαγωνισμού που διεξήχθει από το συγκεκριμένο portal.

  • ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
    19 Μαΐου 2014 at 14:21

    Κορίτσι μου αυτη η ιστορία ήταν από τις ωραιότερες και τρυφερότερες που έχω διαβάσει. Είναι τόσο όμορφες οι σκηνές που περιγράφεις που είχα την αίσθηση ότι τις ζούσα. Ειλικρινά θέλω να σε συγχαρώ ολόψυχα για την συγκίνηση που μου χάρισες.

    Υ.Γ Φαντάζομαι -κατάλαβα καλά – ότι γράφτηκε στα πλαίσια διαγωνισμού διηγήματος και δεν αποτελεί δικό σου βίωμα.

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.