Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα

Συμβιβασμός και Ρήξη, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Spread the love

Γιάννης Καραχισαρίδης

 

Οι πολυσήμαντες λέξεις. Με μια πρόχειρη ματιά συμβιβασμός σημαίνει δειλία και ρήξη σημαίνει θάρρος. Αυτός που φοβάται συμβιβάζεται για να μην ηττηθεί ολοσχερώς, ενώ ο ασυμβίβαστος είναι πάντα έτοιμος να τα βάλει με υπέρτερες δυνάμεις. Η ρήξη σε κάθε περίπτωση συγκεντρώνει τον θαυμασμό και την περιτριγυρίζουν λέξεις αγαπητές όπως «επανάσταση» ή «εξέγερση». Αποπνέει ηθική δύναμη και εκφράζει τη θέληση του ανθρώπου να συγκρουστεί για να επιβάλλει τη δικαιοσύνη ή άλλες αξίες του πολιτισμού μας. Αντίθετα ο συμβιβασμός συνορεύει με την ήττα. Υποχωρεί στη δύναμη του άλλου, δεν έχει το σθένος να αντισταθεί και υποτάσσεται στη θέληση του. Αν ακολουθήσουμε αυτήν την αυθόρμητη ερμηνεία η ρήξη είναι μια θεάρεστη πράξη, ενώ ο συμβιβασμός είναι άξιος περιφρόνησης.

Αν θέλουμε όμως μπορούμε να ισοσταθμίσουμε την αξία των δύο λέξεων. Αναβαθμίζοντας τον συμβιβασμό κατά ένα σκαλοπάτι. Μπορεί να γίνει σεβαστός εάν συνδέεται με τη σωφροσύνη. Όταν ζυγίζει όλα τα δεδομένα με προσοχή και προσμετράει με εξυπνάδα τους κινδύνους.

Τελικά είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να βγάλουμε εύκολα άκρη. Γιατί η ρήξη και ο συμβιβασμός ανήκουν σ’ εκείνες τις πολυσήμαντες λέξεις που δεν επιδέχονται πρόχειρη και βιαστική ερμηνεία.

Δύο απλά εργαλεία. Οι απόλυτες έννοιες δεν καταφέρνουν να εξηγήσουν τον πολύπλοκο κόσμο μας. Οι απόλυτες έννοιες αποδυναμώνονται όχι μόνο από την πολυπλοκότητα, αλλά και από την αυξημένη κινητικότητα των εξελίξεων. Οι συγκυρίες αλλάζουν γρήγορα και οι απόλυτες έννοιες δυσκολεύονται να καταλάβουν τις μεταβολές. Οι απόλυτες έννοιες όμως επιμένουν να δίνουν το παρόν, γιατί η σκέψη μας έχει ανάγκη από σταθερότητα. Έχει ανάγκη από σταθερά σημεία αναφοράς. Έχει ανάγκη από έννοιες που να τα εξηγούν όλα, χωρίς να έχει σημασία αν κάνουν λάθος. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι όταν συζητάνε, στηρίζουν τα επιχειρήματα τους σε απόλυτες έννοιες, οι οποίες τους οδηγούν σε εύκολους αφορισμούς. Γι’ αυτό και δύσκολα αλλάζουν γνώμη και το ίδιο δύσκολα προσαρμόζονται σε ότι αλλάζει τριγύρω μας.

Αλλά ο συμβιβασμός και η ρήξη δεν είναι έννοιες που μπορούν να χρωματιστούν θετικά ή αρνητικά με μόνιμο τρόπο. Είναι δύο έννοιες που αποκτούν σημασία και κρίνονται ανάλογα με τις συνθήκες που προκύπτουν στη ζωή. Έχουν και οι δύο τη δύναμη να δίνουν λύσεις. Αλλά έχουν και τη δύναμη να προκαλούν ανυπέρβλητα διλήμματα και να δυσκολεύουν πάρα πολύ τις αποφάσεις. Και η ρήξη αλλά και ο συμβιβασμός μπορούν να βελτιώσουν τον κόσμο, αλλά μπορούν να τον οδηγήσουν και σε καταστροφές. Πρόκειται τελικά για δύο ίσης αξίας εργαλεία που, ανάλογα με τη χρήση τους, μπορούν να οδηγήσουν στη νίκη ή την ήττα. Όμως είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθούμε τη ρήξη και τον συμβιβασμό σαν δύο απλά, διαθέσιμα και χρήσιμα εργαλεία για τις πράξεις και τις αποφάσεις μας. Μας εμποδίζει ο επίκτητος και εκλεπτυσμένος συναισθηματισμός που μας υποχρεώνει να ντύνουμε τα πάντα με ηθικούς και ιδεολογικούς μανδύες.

Η αμφισβήτηση της αμφισβήτησης. Στις μέρες μας, οι άνθρωποι επιδιώκουν μια σταθερή ζωή που να συνοδεύεται από ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο. Αλλά ταυτόχρονα, χωρίς να απεμπολούν αυτή την επιδίωξη, γοητεύονται από τη ρήξη με το κάθε λογής κατεστημένο. Η καλλιέργεια της δημοκρατίας πρόσφερε στους πολίτες μεγάλο εύρος πληροφόρησης και πολλές επιλογές δράσης. Η ελευθερία σκέψης και επικοινωνίας ανάπτυξε τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη φαντασία. Κι έτσι άνοιξε ο δρόμος για μια πιο δοτική σχέση με την έννοια της ρήξης. Κι επειδή η ρήξη προϋποθέτει κάποιου είδους ανδραγαθήματα ή κάποιες μορφές ηρωισμού, γέννησε ένα ισχυρό alter ego στο φαντασιακό κόσμο του δυτικού πολίτη. Αυτός ο άλλος εαυτός επιθυμεί σταθερά να έρθει σε ρήξη, αλλά κατά κανόνα χωρίς να ξοδέψει και μεγάλος μέρος της όποιας κατακτημένης ευμάρειας. Αυτές οι δύο αντιθετικές επιθυμίες, για να συνυπάρξουν, οδηγούν τον δυτικό πολίτη σε μια μη συνειδητή εσωτερική ενδοσυνεννόηση. Με αποτέλεσμα τη ρήξη που οραματίζεται να την σκεπάζει μια μορφή λανθάνουσας υποκρισίας. Όλη αυτή η κατάσταση οδηγεί σε ένα τέλμα. Σε μια έλλειψη προσανατολισμού και σαφήνειας. Έτσι η έννοια της ρήξης, της επαναστατικότητας και της εξέγερσης απόκτησαν έναν συμβατικό χαρακτήρα, που ανατροφοδοτείται από παλιές, αναμασημένες και αμετακίνητες θεωρίες και ιδεολογίες.

Η αμφισβήτηση ήταν πάντα η κινητήριος δύναμη που οδηγούσε στη ρήξη. Κάθε αμφισβήτηση όμως που γεννήθηκε στο παρελθόν, με τη πάροδο του χρόνου, μεταβάλλεται σε ένα συντηρητικό όχημα, που παραμένει σταθμευμένο, επειδή δεν ξέρει προς τα πού να πάει. Όταν μια αμφισβήτηση παρακμάσει, χάνει το δυναμισμό της, παύει να παράγει καινούριες σκέψεις και μένει προσκολλημένη σε γενικά κι ευκολοχώνευτα συνθήματα, που ανακαλεί στη μνήμη της. Κι ενώ ακόμα επικαλείται τη ρήξη κι ενώ ακόμα φιλοδοξεί να οδηγήσει τον κόσμο σ’ ένα καλύτερο αύριο, γίνεται τελικά εμπόδιο στο δρόμο προς το μέλλον. Κι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί έχει ξεχαστεί μια θεμελιώδης αρχή. Αυτό που τα παλιά βιβλία ονόμαζαν «η αμφισβήτηση της αμφισβήτησης». Η παρακμή των ιδεών, που γεννήθηκαν από αμφισβητήσεις, είναι αναπόφευκτη με το πέρασμα του χρόνου. Οπότε πάντα έρχεται η στιγμή που η αμφισβήτηση της παλιάς αμφισβήτησης γίνεται μια επαναστατική πράξη. Κι όταν αυτό συμβεί, τότε η ρήξη αποκτάει νέο περιεχόμενο και συντονισμένη με την εποχή της κερδίζει ξανά τον ανατρεπτικό χαρακτήρα, που εννοεί και η ίδια η λέξη.

Η γοητεία της συνεννόησης. Από τον ίδιο δρόμο του εκδημοκρατισμού και του εκπολιτισμού, φτάσαμε και στη γοητεία της συνεννόησης. Δηλαδή στη δημιουργική σύνθεση διαφορετικών απόψεων, που είναι ακριβώς το αντίθετο της ρήξης. Σε παλαιότερες εποχές οι συνθήκες ειρήνης και οι συμφωνίες για εδαφικές διευθετήσεις ήταν προσωρινές και σύντομα καινούριες συγκρούσεις αναφύονταν. Η παγκόσμια διπλωματία ήταν κατά βάση προσχηματική και υπέκρυπτε καινούριες αναμοχλεύσεις του παγκόσμιου χάρτη. Μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, όταν είδαμε και το οριστικό τέλος της αποικιοκρατίας, η παγκόσμια σκακιέρα έγινε πιο σταθερή και η διπλωματία πιο ειλικρινής. Σήμερα είναι αδιανόητο για τη Γερμανία να έχει βλέψεις στην Αλσατία ή για την Αγγλία να επεμβαίνει στην Ινδία επειδή ήταν παλιά της αποικίας ή για τις ΗΠΑ να αναζητούν κάπου στον κόσμο μια 51η πολιτεία, μετά και την πριν από πολλά χρόνια προσάρτηση της Χαβάης. Και η Κίνα δεν ενδιαφέρεται πλέον να καταλάβει τη μικρή Ταϊβάν, κάτι που σε άλλες εποχές θα ήταν πανεύκολο. Σταδιακά η συνεννόηση εισέβαλε στην ατζέντα της διεθνούς διπλωματίας και επηρέασε αποφασιστικά και τις διεργασίες στην ενδοχώρα των περισσότερων κρατών. Και η συνεννόηση έγινε η λέξη που αντικατέστησε τον συμβιβασμό και την απωθητική του απόχρωση.

Με ποιους να πάμε και ποιους ν’ αφήσουμε. Ο συμβιβασμός και η ρήξη, όσο κι αν αλλάζουν χαρακτηριστικά, όσο κι αν αλλάζουν τεχνικές ή μεθόδους είναι μόνιμοι συνταξιδιώτες της ανθρώπινης περιπέτειας. Και είναι αλήθεια ότι η εποχή μας, με ιδεολογικά ή ηθικά κριτήρια, γοητεύεται από τη ρήξη και απωθείται από τον συμβιβασμό. Ταυτόχρονα όμως η εποχή μας είναι αρκετά διαφορετική από άλλες εποχές για να αποδέχεται τέτοιες απλοποιήσεις. Στην εποχή μας μπορούμε να διακρίνουμε ρήξεις που υπονομεύουν το καινούριο και μας γυρνάνε στο παρελθόν, όπως μπορούμε να διακρίνουμε και συμβιβασμούς που μας ωθούν προς τη πρόοδο. Στην εποχή μας δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε με ποιους θα πάμε και ποιους θ’ αφήσουμε. Δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε αν μια ρήξη ή ένας συμβιβασμός οδηγεί κάπου καλύτερα ή κάπου χειρότερα. Γιατί ζούμε σε μια μεταβατική εποχή που ακόμα τρέφεται με ότι ανήκει στο παρελθόν και δυσκολεύεται να ενσωματωθεί με το μέλλον που έχει ήδη καταφθάσει. Γιατί ζούμε σε μια εποχή που δεν έχει πάρει τις αποφάσεις της. Γιατί ζούμε σε μια εποχή που ακόμα προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό της.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

 

SHARE
RELATED POSTS
Ουκρανία: τι συμβαίνει, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Μιά άλλη θεωρία των πάντων, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Η κίνηση των 58, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.