Ανοιχτή πόρτα

Στην Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή, του Νίκου Βασιλειάδη

llll.png
Spread the love

llll.png  

 

 Νίκος Βασιλειάδης

(Συντονιστής “Κέντρων Δια Βίου Μάθησης” Υπεύθυνος Επικοινωνίας – Δημοσιότητας) 

 

 

 

drapetswna_cvr.jpg

 

 

Κάθε τραγούδι έχει τη δική του ιστορία. Άλλοτε από μια προσωπική εμπειρία, άλλοτε από την ανάγνωση ή το άκουσμα μιας ιστορίας. Μελωδίες και στίχοι που μας συντρόφεψαν πολλές φορές στις χαρές, στις λύπες, στη διασκέδαση, στους έρωτες, στους χωρισμούς μας. Κάθε τραγούδι είναι και ένα κομμάτι της ζωής μας, λίγο φανταστικό, που όμως είναι τόσο αληθινό.

 

Η Δραπετσώνα για παράδειγμα, που τραγουδήθηκε υπό το χαμηλό φως των κήπων του Μεγάρου Μαξίμου από καλλίφωνες ενδεδυμένες με σατέν και μετάξια βουλευτίνες, συνοδεία εκλεκτών εδεσμάτων και ακριβών ποτών, είναι ένα σύμβολο, μια ιστορία της ζωής αυτού του τόπου.

 

Τη δεκαετία του ’50, η Ελλάδα μετά τα Δεκμεβριανά, τον εμφύλιο, προσπαθούσε να σταθεί ξανά όρθια και να μαζέψει τα κομμάτια της μετά τον πόλεμο και την Κατοχή που άφησαν πίσω τους βαθιές πληγές.

 

Η ανοικοδόμηση της χώρας σήμανε μεταξύ άλλων και την εμφάνιση των μεγάλων κι επιβλητικών πολυκατοικιών, οι οποίες ειδικότερα στην Αθήνα έκαναν την εμφάνισή τους με καταιγιστικό ρυθμό με την έλευση της δεκαετίας του 60, φυσικά σε βάρος των μικρών σπιτιών με τις ασπρισμένες αυλές γεμάτες ζουμπούλια που γίνονταν κομμάτια από τις «δαγκάνες» της μπουλντόζας του εκμοντερνισμού. Κάποιοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδώσουν τις μονοκατοικίες τους στον «εκμοντερνισμό» και τις «ανέσεις» της πολυκατοικίας και αντιστάθηκαν όπως και όσο μπορούσαν στη νέα «μόδα» αλλά το ποτάμι δε μπορούσε να γυρίσει πίσω.Η Δραπετσώνα είναι μια τέτοια ιστορία που εκτυλίχθηκε το 1961. Η απόφαση της τότε κυβέρνησης να γκρεμίσει τα σπίτια και τα παραπήγματα των πάπτωχων μικρασιατών προσφύγων της περιοχής ούτως ώστε να χτιστούν πολυκατοικίες, συνάντησε την έντονη αντίδραση των κατοίκων της και η αναταραχή ήταν μεγάλη.

 

Κάθε μέρα όλες οι εφημερίδες είχαν εκτενέστατα ρεπορτάζ για τις κινητοποιήσεις των πολιτών, το θέμα είχε πάρει ιαστάσεις και τίποτε δεν έδειχνε ότι θα ολοκληρωνόταν σύντομα και ήρεμα. Κάθε φορά που οι μπουλντόζες πήγαιναν να γκρεμίσουν τα σπίτια, συναντούσαν μπροστά τους ένα ανθρώπινο τείχος από τους φτωχούς μεροκαματιάρηδες κατοίκους της Δραπετσώνας κι έτσι έφευγαν άπρακτες…

 

Εκείνη την εποχή, ο Γιάννης Θεοδωράκης -αδελφός του Μίκη- αρθρογραφούσε για τις εξελίξεις στην περιοχή στην «Αυγή» και σε μια συζήτηση που είχε με τον αδελφό του του πρότεινε να γράψει ένα τραγούδι για τόσα συνέβαιναν εκεί, μήπως και ηρεμήσει κάπως η κατάσταση. Η μουσική βλέπεις εξημερώνει…Ο Μίκης συμφώνησε και του είπε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα το προσπαθούσε…

 

Ένα πρωί, που ο Θεοδωράκης μπήκε στο αυτοκίνητό του την ώρα που οδηγούσε, εντελώς ξαφνικά ήλθε στο μυαλό του η μελωδία του τραγουδιού που επρόκειτο να γράψει για τη Δραπετσώνα και αμέσως φρέναρε καταμεσής της οδού Πατησίων με όλα τα οχήματα εν κινήσει, προκειμένου να γράψει τις νότες που εμπνεύστηκε σ’ ένα πακέτο τσιγάρων! Με το απότομο φρενάρισμα, το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε ήταν μοιραίο να χτυπήσει το δικό του. Αντί όμως ο Μίκης να βγει να δει την ζημιά και να δώσει εξηγήσεις στον έξαλλο οδηγό του πίσω αυτοκινήτου έμεινε καρφωμένος στην θέση του οδηγού γράφοντας την μουσική στο πακέτο από τα τσιγάρα. Ούτε καν έδωσε σημασία στο τι συνέβαινε γύρω του. Η συνέχεια, είναι γνωστή. Αμέσως τηλεφώνησε στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη και του ζήτησε να ακούσει τη μουσική και να γράψει στίχους με θέμα τη Δραπετσώνα και τα προβλήματά της. Και μετά από λίγες μέρες ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης έμπαινε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το τραγούδι με τη συνοδεία του μπουζουκιού και της δεύτερης φωνής του Μανώλη Χιώτη.

 

Χρόνια αργότερα η Δραπετσώνα με τα χαμηλά ασπρισμένα σπιτάκια που σε δωματιάκια δύο επί τρία στέγαζαν ολόκληρες οικογένειες, με τα δημόσια ουρητήρια γιατί κανένα σπίτι δεν είχε τουαλέτα, τους βρώμικους λασπωμένους πολλές φορές γεμάτους ακαθαρισίες δρόμους, τον νταλκά, τα δάκρυα, την πείνα και την φτώχεια ενός λαού, έγινε must άκουσμα για κάποιους και κάποιες που μπορεί να μην στέλνουν τις μπουλντόζες, σίγουρα όμως τους δικαστικούς επιμελητές να γκρεμίσουν για μια ακόμη φορά την ζωή…που δεν υπάρχει πια.

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

[iframe width=”560″ height=”315″ src=”https://www.youtube.com/embed/X5pzeNCesBk” frameborder=”0″ allowfullscreen ]
SHARE
RELATED POSTS
Winter Sleep, του Νίκου Βασιλειάδη
Το Βιετνάμ του Τραμπ! (Trump’s Vietnam), του Γιώργου Σαράφογλου
Αν ήμουν… ή σημερινό ΥΠΠΟ το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.