Πρόσωπα - Αφιερώματα

Σοφία Βέμπο: “Άρωμα από δάφνη”, του Άγγελου Κουτσούκη

 

 

 

Στην μνήμη του Ηλία Κατσούλη

 

Ήταν το 2006 όταν κυκλοφόρησε ένα τραγούδι του Νότη Μαυρουδή, βασισμένο σε στίχους του Ηλία Κατσούλη, με την φωνή του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Ένα τραγούδι με τίτλο «Άρωμα από δάφνη», αφιερωμένο στην Σοφία Βέμπο. Ένα από τα τετράστιχα που αποτελούν το τραγούδι λέει «Στη νύχτα πάλι χάνεται η μέρα, καπνός σε ασημένια ταμπακέρα, φλερτάρουν δυο ποτήρια στο τραπέζι, κι εγώ παλιό ραδιόφωνο που παίζει. Επέτειος του 40 στο σχολείο, Ελλάδος παρελθόν και μεγαλείο, γιορτές σαν μουσική στο ίδιο τέμπο, μα πάντα μένει ροκ μόνο η Βέμπο».

 

Ο Ηλίας Κατσούλης, μέσα σε ένα τετράστιχο κατάφερε να σκιαγραφήσει μια μουσική προσωπικότητα πού ταυτίστηκε σχεδόν σε όλη της την ζωή με την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Μια τραγουδίστρια μεγάλου βεληνεκούς που ξεκίνησε την καριέρα της με τα ερωτικά τραγούδια της εποχής του ’30. Πού τα τραγούδησε κόντρα στα αισθητικά πρότυπα της εποχής. Σε μια εποχή που κυριαρχούν οι λεπτές φωνές, η Βέμπο τραγουδάει μπάσα. Tόσα χρόνια μετά, ανακαλύπτεις ότι, ουσιαστικά, τραγούδησε την Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Κι έρχεται ο πόλεμος. Κάνει το αυτονόητο. Τραγουδά πατριωτικά τραγούδια, τραγούδια που κάθε Έλληνας εκείνη την εποχή είχε την ανάγκη να ακούσει. Τόσα χρόνια μετά, ακούς σήμερα τον τρόπο που κοροϊδεύει τον Μουσολίνι και αναρωτιέσαι πώς γίνεται.

 

Στην διάρκεια του πολέμου γυρνά όλη την Μέση Ανατολή, όπου υπάρχουν ελληνικά στρατεύματα, και τραγουδάει αυτά τα τραγούδια που ταυτίστηκαν με την φωνή και την παρουσία της κόντρα στον φασισμό. Την αποθεώνουν παντού. Δεν πληρώνεται, βέβαια γι’ αυτό. Χρόνια μετά σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις, όταν ο δημοσιογράφος της λέει ότι έδωσε πολλά εκείνη την εποχή, τον αποστομώνει λέγοντας: «Έδωσα πολλά εγώ; Και τότε τι έκαναν όλα αυτά τα παλληκάρια που έδωσαν την ζωή τους σε αυτόν τον πόλεμο. Εγώ έδωσα μόνο την φωνή μου. Αυτό είχα, αυτό έδωσα. Απλά τα πράγματα».

 

Τελειώνοντας ο πόλεμος, η Βέμπο γυρνάει στην Ελλάδα και στο θέατρο, πού λάτρεψε, αγκαλιάζοντας ουσιαστικά το λαϊκό τραγούδι, με την μορφή του αρχοντορεμπέτικου. Είναι η εποχή της “Ταμπακέρας”. Ανεξάρτητα από τα μουσικά είδη που τραγούδησε, ήταν πάντα η μεγάλη τραγουδίστρια που έστεκε πάνω από τα μουσικά είδη. Την χαρακτήρισαν τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού ή εθνική τραγουδίστρια. Σε προσωπικότητες όπως η Βέμπο δεν χωράνε ετικέτες. Είναι αυτή που είναι. Ουσιαστικά, λαϊκή τραγουδίστρια υπήρξε πάντα. Όχι με την λογική των ‘ειδικών”, αλλά με την λογική του συναισθήματος.

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50,παίζει στην “Στέλλα” του Μιχάλη Κακογιάννη, δίπλα στην Μελίνα και μένει στην μνήμη όλων όσων είδαν την ταινία για το στιγμιότυπο που τραγουδά το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Το φεγγάρι είναι κόκκινο».

 

Χρόνια μετά, ο Θοδωρής Γκόνης στο βιβλίο του «Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» γράφει: «Στον παλιό καθρέφτη του προγονικού σπιτιού μέσα στις τόσες μαντιλοφορούσες της οικογένειας, ήταν μία που με το τσεμπέρι της και τη ματιά της, σ΄εμάς τα μικρά παιδιά έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν την είχαμε δει ποτέ μας, δεν ξέραμε κάν το όνομά της-δεν ρωτούσαμε κιόλας-που τώρα τα μικρά παιδιά… Και όμως, σ΄αυτήν τρέχαμε όταν μας μάλωναν. αυτήν κοιτούσαμε, σ΄αυτήν λέγαμε το παράπονό μας,τα η βάζαμε στα παιχνίδια μας, της μοιράζαμε χαρτί, μ΄αυτήν φτιάχναμε τις πιο ωραίες ιστορίες. Όταν στην σάλα του σπιτιού-γιατί το σπίτι αυτό, το ξύλινό του πάτωμα, την άντεχε, τη σήκωνε τη χαρά, όπως και τη λύπη είν’ αλήθεια-στους αρραβώνες του θείου του μικρού, στήθηκε γλέντι και χορός τρείς μέρες και τρείς νύχτες, ήρθε ένα βαλιτσάκι ολόλευκο, άνοιξε και ένας στρογγυλός μαύρος δίσκος άρχισε να γυρνάει γύρω γύρω, η φωτογραφία με το τσεμπέρι και το ύφος το αγέρωχο πάνω στον ξύλινο καθρέφτη άνοιξε τα χείλη της και τραγούδησε «Στην αμμουδιά τη μαγεμένη…»

 

Μπαίνοντας η δεκαετία του ΄60 έρχεται και η καλλιτεχνική παρακμή, πράγμα φυσικό κι επόμενο. Ο χρόνος δεν κάνει εξαιρέσεις. Υπάρχουν ηχογραφήσεις από αυτή την εποχή, με μία Βέμπο σπαρακτική στις ερμηνείες της. Αποτραβιέται στο σπίτι της στην Πατησίων. Είναι σε μεγάλη ηλικία πιά. Γίνεται το Πολυτεχνείο. Κρύβει τους φοιτητές στο σπίτι της. Προφανώς ο ηρωισμός του πολέμου, δεν ήταν πλαστός, ήταν αληθινός. Δεν φοβήθηκε τους Γερμανούς, θα φοβηθεί τους συνταγματάρχες; Πέντε χρόνια αργότερα πεθαίνει. Εθνική τραγουδίστρια ήταν από το 1940. Τί παραπάνω να γίνει; Γράφει γι αυτήν ο Ηλίας Κατσούλης: «Ένα υπέρλαμπρο άστρο με πολυποίκιλους συμβολισμούς στο διηνεκές του χρόνου. Η παρουσία της σημάδεψε εποχές και ο παλαιός ερωτικός ρομαντισμός που εξέφρασε δεν παρέμεινε παρωχημένο συναίσθημα μέσα σε κιτρινισμένες από τον χρόνο σελίδες κάποιου άρλεκιν σινερομάντζου. Ο Σουγιούλ, ο Γιαννίδης,ο Τραϊφόρος, ο Γιαννακόπουλος, έγιναν σύμβολα μιας τέχνης από την φωνή της. Μιας τέχνης τραγουδιστικής, που δηλώνει πως τα παλαιά άσματα είναι κομμάτια χρόνου. Είναι εποχές και μνήμες, που δίχως αυτά, η ζωή είναι λειψή. Η Βέμπο είναι οι αισθήσεις του συλλογικού ερωτικού μελοδράματος μιας Ελλάδας που παλεύει μεταξύ παλαιού και νέου, για να ορίσει ισορροπίες και ταυτότητες… Όποιος περιορίζει την Βέμπο στο κομμάτι των πληκτικών εθνικών επετείων, δε γνωρίζει που πατά και που βαδίζει…».

 

Σίγουρο είναι πώς ότι πεί κανείς γι αυτήν, απλά είναι, χωρίς να χρειάζεται άλλη εξήγηση. Είναι σπουδαία τραγουδίστρια. Είναι. Χαρακτήρισε την εποχή της. Την χαρακτήρισε. Τραγούδησε σπουδαία τραγούδια. Τα τραγούδησε. Δεν υπήρξε ρετρό ούτε για ένα λεπτό στην ζωή της. Όχι, δεν υπήρξε. Και μπορεί αυτό το τελευταίο να μην το καταλάβαινε καν η ίδια. Το καταλάβαιναν, όμως όλοι οι άλλοι. Κι αυτό είναι το σημαντικό. Θα θυμάμαι πάντα μια φράση της μητέρας μου, που την είδε να τραγουδά στην Αλεξάνδρεια τον καιρό του πολέμου. Η μητέρα μου τότε ήταν οκτώ-εννέα χρονών. «Τι ωραία γυναίκα!», μας διηγήθηκε πολλά χρόνια μετά.. Δεν είπε «τι σπουδαία τραγουδίστρια», που προφανώς, σε αυτή την ηλικία δεν είσαι σε θέση να το καταλάβεις. Είδε την παρουσία της πάνω στην σκηνή και είδε αυτό που αντανακλούσε το τραγούδι της. Μια ωραία γυναίκα. Που ήταν.

 

«Τριαντάφυλλο λικέρ στο μπουκάλι

Στων ματιών σου μεθάω την ζάλη

Κι απ΄ το βάθος του χρόνου κρυμμένη

Η Σοφία γελά δακρυσμένη».

 

Όταν, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό σου, γράφονται για σένα τόσο τρυφεροί στίχοι, σημαίνει πως ξεπέρασες την εποχή σου!

 

 

*Ο Άγγελος Κουτσούκης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός και δημοσιογράφος.

[iframe width=”420″ height=”315″ src=”//www.youtube.com/embed/50A5kScq6VE” frameborder=”0″ allowfullscreen ]


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Συλλυπητήρια του Δημήτρη Γάκη για το θάνατο του Διονύση Αρβανιτάκη
Βαγγέλης Παυλίδης: το πενάκι του, ο κήπος του και η Ματίλντα του, του Χρήστου Μαγγούτα
Το μυστικό ψυχολογικό προφίλ της CIA για τον Χίτλερ: Ανασφαλής, ανίκανος, μαζοχιστής και αυτοκτονικά νευρωτικός ναρκισσιστής

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.