Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα

Σε τι διαφέρει το Ποτάμι, του Γιάννη Καραχισαρίδη

t_shirt-1585x335.jpg
Spread the love

 

Γιάννης Καραχισαρίδης

Τα νέα κόμματα. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης δημιουργήθηκε ένας πολύ μεγάλος αριθμός νέων κομμάτων. Κανένα δεν επιβίωσε. Γιατί όλα χωρίς καμιά εξαίρεση ξεπηδούσαν από το κατεστημένο πολιτικό σύστημα. Επρόκειτο για πρωτοβουλίες στελεχών, σε εποχές που το κόμμα τους περνούσε μια μεγάλη ή μικρή κρίση. Με το πέρασμα του χρόνου, ή επανέρχονταν πάλι εκεί από όπου είχαν αποσχισθεί ή αποστρατεύονταν απ’ τον πολιτικό στίβο. Και ήρθε η κρίση, που με τις καταιγιστικές εξελίξεις της συντάραξε όλους τους κομματικούς σχηματισμούς. Δεκάδες μικρά και μεσαία κόμματα δημιουργήθηκαν από πολιτευτές. Η κινητικότητα έφτασε στο αποκορύφωμα. Όλα τα μέλη των παραδοσιακών κομμάτων έψαχναν τη θέση τους σε ένα ριζικά διαφορετικό πολιτικό σκηνικό. Αλλά έξω από το σύστημα ελάχιστες πρωτοβουλίες υπήρξαν. Απόπειρες όπως «Η δημιουργία ξανά» ή η κίνηση των 58 απέτυχαν να πείσουν. Όμως πριν από ένα χρόνο ιδρύθηκε ένα κόμμα από έναν συμπολίτη μας που το επάγγελμα του είναι δημοσιογράφος. Το κόμμα αυτό επιβίωσε, αποκτώντας σύντομα αξιοπρόσεκτο ρυθμιστικό ρόλο. Το Ποτάμι – αν συνεχίσει να κυλάει – θα είναι το πρώτο κόμμα που θα επηρεάσει τις εξελίξεις και θα έχει γεννηθεί εκτός πολιτικού κατεστημένου. Κι αυτή είναι η πρώτη ριζική διαφορά του από τα παραδοσιακά κόμματα.

Η νέα πολυσυλλεκτικότητα. Το κατεστημένο μας έμαθε να προσανατολιζόμαστε πολιτικά με βάση έναν αναλλοίωτο χάρτη. Που είναι απ’ όλους αποδεκτός και αδιαμφισβήτητος. Οι βασικές οριοθετήσεις του είναι η Δεξιά, το Κέντρο και η Αριστερά. Σε μια άλλη γλώσσα οι τρεις αυτές περιοχές έχουν τα εξής σταθερά χαρακτηριστικά : Στη Δεξιά ανήκουν οι φιλελεύθεροι (ή νεοφιλελεύθεροι αν θέλετε), που πηγή έμπνευσης έχουν την ελεύθερη αγορά και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι κεντρώοι (ή σοσιαλδημοκράτες αν θέλετε) επιδιώκουν ένα κοινωνικό κράτος, μέσα σ’ ένα περιβάλλον ελεύθερης αγοράς, αλλά ελεγχόμενης. Και οπωσδήποτε έναν σοσιαλισμό ριζικά διαφορετικό απ’ αυτόν που ονομάστηκε ως υπαρκτός. Η Αριστερά (σε όλο το φάσμα της) προτάσσει τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας, πιστεύοντας ότι είναι το αντίδοτο στην ασυδοσία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Σ’ αυτό τον χάρτη κινήθηκαν μεγάλα και μικρά κόμματα. Και για να αποκτήσουν προβάδισμα για τη διακυβέρνηση, επιδίωκαν την πολυσυλλεκτικότητα. Την οποία και αναζητούσαν στις γειτονικές τους περιοχές. Έτσι δημιουργήθηκαν έννοιες όπως η κεντροαριστερά και η κεντροδεξιά. Αυτό ήταν το απλό παιχνίδι της εξουσίας τα τελευταία σαράντα χρόνια. Περίπλοκο και δυσανάγνωστο κατάφερνε να το κάνει μόνο η πολιτική ρητορεία. Σ’ αυτό το περιβάλλον, ξαφνικά εμφανίζεται το Ποτάμι. Παραβιάζοντας τον ιερό και αναλλοίωτο χάρτη, απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες. Επιδιώκοντας μια νέου τύπου πολυσυλλεκτικότητα, θέτει διαφορετικά κριτήρια συνεννόησης. Που δεν υπακούουν στους αυστηρούς διαχωρισμούς που επιβάλλει ο γνωστός και οικείος μας χάρτης. Μια άποψη ακατανόητη για το πολιτικό κατεστημένο. Αλλά και για τους περισσότερους πολίτες, που προσκολλημένοι στο ιερό τρίπτυχο δεξιά-κέντρο-αριστερά, αδυνατούν να προσεγγίσουν την πραγματικότητα μ’ αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο. Οι καλοπροαίρετοι προσπαθούν να καταλάβουν. Και οι υπερόπτες, με πρόχειρα και επιπόλαια επιχειρήματα προσπαθούν να ξεφορτωθούν τον ενοχλητικό παρείσακτο.

Πέρα από την ιδεολογία. Οι ιδεολογίες συνεχίζουν να καταδυναστεύουν τη ζωή μας. Ακόμα και σήμερα, κυρίαρχη είναι η αντίληψη ότι χωρίς έναν ιδεολογικό μανδύα, δεν αξίζει να ασχολείται κανείς με τη πολιτική. Κι όμως η ιδεολογία ως έννοια έχει φτωχύνει πάρα πολύ. Όχι γιατί βιώνουμε κρίση αξιών – όπως πιστεύουν οι περισσότεροι. Αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι πέρασε η εποχή της. Στην ακμή της πολλά πρόσφερε. Τώρα στη παρακμή της έμεινε ένα άδειο πουκάμισο. Που εν ονόματι του μαίνονται ψευδεπίγραφες συγκρούσεις. Και οι αντιμαχόμενοι ανεμίζουν το ίδιο υστερόγραφο. Ότι η μόνη τους έγνοια είναι να προσφέρουν στο λαό. Οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις αρχίζουν και τελειώνουν σ’ ένα απλοϊκό δίπολο. Τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Κι ανάμεσα εκατοντάδες γκρίζες παραλλαγές, έτσι σε κουβέντα να βρισκόμαστε. Μια συζήτηση, που πράγματι κράτησε δύο αιώνες, αλλά έχει πια εξαντληθεί. Ο καπιταλισμός δε κατέρρευσε. Αντίθετα επέδειξε μεγάλη ικανότητα προσαρμογής. Επιβιώνει συνεχώς μεταλλασσόμενος και μέσα από την καινοτομία παράγει ανάπτυξη και ευημερία. Ούτε ο σοσιαλισμός έσβησε. Είναι ένας τρόπος σκέψης που εξελίσσεται. Που ακονίζει την ανθρωπιά μας και βοηθάει να αναπτύσσεται η αλληλεγγύη ανάμεσα στις κοινωνίες. Χρωστάμε πολλά στις ιδεολογικές συγκρούσεις αυτών των δύο κόσμων. Ήταν μια βασική παράμετρος του εκπολιτισμού μας. Τότε η μάχη ήταν για το ποιος θα επικρατήσει Την εποχή εκείνη ήμασταν υποχρεωμένοι να διαλέξουμε. Τώρα πια όχι. Ο χρόνος κύλησε και η Ιστορία ξετυλίχτηκε. Και οι κοινωνίες έχουν άλλες μάχες να δώσουν, σε άλλα πεδία και για διαφορετικές αιτίες. Η ιδεολογία πέρασε στο χώρο των αναμνήσεων. Και μάταια προσπαθούμε να αναζωπυρώσουμε τη παλιά της αίγλη. Η ιδεολογία στις μέρες μας είναι ένας κουτσός συνοδοιπόρος που σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις. Είναι τροχοπέδη για τις λύσεις. Αυτή τη συζήτηση άνοιξε Το Ποτάμι. Άδηλο πού θα οδηγήσει, αλλά την άνοιξε. Γιατί κατάλαβε πολύ απλά ότι οι ιδεολογικές εμμονές – «αριστερές» ή «δεξιές» – χωρίζουν. Ενώ οι λύσεις ενώνουν.

Η ατζέντα του κατεστημένου. Δεν υπάρχει κανείς, στα χρόνια της κρίσης, που να μην αναφέρθηκε στη παραγωγική ανασυγκρότηση. Το κατεστημένο πολιτικό σύστημα ολοκληρώνει γρήγορα αυτή τη συζήτηση. Από τη μια οι αποκρατικοποιήσεις και οι ιδιωτικές επενδύσεις και από την άλλη οι κρατικοποιήσεις και οι δημόσιες επενδύσεις. Πάλι δηλαδή πρέπει να διαλέξουμε ένα μονόδρομο με βάση τις ιδεολογικές μας αναμνήσεις. Κι ενώ περιμένουμε περισσότερες εξηγήσεις, η συζήτηση τελειώνει εκεί. Γιατί η επείγουσα ατζέντα είναι άλλη. Και περιλαμβάνει το περίφημο τρίπτυχο που μας ταλανίζει πέντε χρόνια : Χρέος-μνημόνιο-λιτότητα. Αέναες συζητήσεις, ενώ η ουσία ξεροσταλιάζει σ’ ένα παράδρομο. Όσες διαπραγματεύσεις κι αν κάνουμε, όσες κόκκινες γραμμές κι αν τραβήξουμε, όσα θαρραλέα όχι κι αν πούμε, το χρέος, το μνημόνιο και η λιτότητα θα παραμένουν στο σβέρκο μας. Και θα εξαφανιστούν μόνο αν η παραγωγική ανασυγκρότηση γίνει πραγματικότητα. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Μας λένε ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Μα κανένα κρατικό χρέος δεν έχει αποπληρωθεί ποτέ και σε καμιά χώρα. Το μόνο που χρειάζεται είναι η αναχρηματοδότηση του. Κι αυτό είναι εφικτό μόνο αν έχεις αξιοπιστία στο διεθνή στίβο. Μας λένε ότι το μνημόνιο μας στερεί την εθνική μας ανεξαρτησία. Μα το μνημόνιο μας προτρέπει σε μεταρρυθμίσεις. Συζητήσαμε ποτέ από μόνοι μας ποιες ακριβώς θέλουμε να κάνουμε και με ποιο τρόπο; Σε ότι αφορά τη λιτότητα, σήμερα θα ήταν παρελθόν αν είχαμε ασχοληθεί από την αρχή με την παραγωγική ανασυγκρότηση. Εδώ παρεμβαίνει Το Ποτάμι, αλλάζοντας την ατζέντα του πολιτικού κατεστημένου. Το μόνο θέμα που πρέπει να συζητάμε είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση. Η οποία δε θάρθει μ’ ένα καινούριο σχέδιο Μάρσαλ, αλλά με δική μας σκληρή δουλειά και με συναινέσεις. Το χρέος ας το συζητήσουμε αργότερα. Και το μνημόνιο θα φύγει, μόνο όταν έρθει η ανάπτυξη. Όλα τα άλλα είναι εμπόδια στη διαδρομή μας και οδηγούν σε μια βασανιστική ομφαλοσκόπηση.

Το κράτος και η μεγάλη συμμαχία. Το κράτος διογκώθηκε γιατί αυτό επεδίωξε το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Χωρίς εξαίρεση. Στο θέμα του κράτους, τα σύνορα έπεσαν και όλοι ομονόησαν. Η σκόνη των σκληρών αντιπαραθέσεων έκρυψε επιμελώς αυτή τη συμμαχία. Εδώ οι ιδεολογίες δε μέτρησαν. Και φυσικά η διεύρυνση του δημόσιου τομέα δεν έγινε με κάποιο σχέδιο. Από την πρώτη εποχή του ΠΑΣΟΚ, μέχρι την απερίγραπτη θητεία της «λαϊκής» δεξιάς ο δημόσιος λαβύρινθος κτιζόταν με υπομονή, αλλά χωρίς διαλείμματα. Γενιές πολιτικών έπαιρναν τη σκυτάλη. Μέχρι που φτάσαμε στο σημείο κανείς να μη γνωρίζει την έκταση και τις διακλαδώσεις αυτού του μορφώματος. Η Αριστερά πίεζε και για άλλες επεκτάσεις, ενώ σιγά-σιγά ένα μεγάλο μέρος των πολιτών δημιούργησε και τα δικά του προσωπικά συμφέροντα. Το κόστος συντήρησης του δημόσιου τομέα έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη. Και δεν ήταν μόνο η μισθοδοσία, η ασφαλιστική κάλυψη και οι συντάξεις. Ήταν και η αναγκαστική επέκταση των δημοσίων δαπανών, που χρειάζονταν να συντηρήσουν όλο αυτό το κατασκεύασμα. Αλλά έτσι κτίστηκε και το χάος των αρμοδιοτήτων. Για την πιο απλή διεκπεραίωση χρειάζονταν ένα σωρό υπογραφές. Και επειδή πλέον το πράγμα είχε ξεφύγει, οι πολιτικοί έπαψαν να ελέγχουν τους αναρίθμητους οργανισμούς, με αποτέλεσμα να γιγαντωθεί και η λαϊκή διαφθορά. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν αδύνατον η δημόσια διοίκηση να λειτουργήσει έστω και ανεκτά. Και μετά ήρθε η κρίση. Το πολιτικό σύστημα – και πάλι στο σύνολο του – αντιστάθηκε με κάθε τρόπο. Συλλογικά δάκρυα χύθηκαν και μόνο στην πιθανότητα να κλείσει ένας απ’ τους χιλιάδες άχρηστους δημόσιους οργανισμούς. Κάποια στοιχειώδη βήματα έγιναν. Ανερμάτιστες κινήσεις χωρίς σχέδιο και κάτω απ’ την αφόρητη πίεση των δανειστών. Κι έτσι, για να βγει το πρόγραμμα, ήρθαν οι οριζόντιες περικοπές, οι οριζόντιες διαθεσιμότητες, οι οριζόντιες συνταξιοδοτήσεις. Όλα οριζόντια, όπως οριζόντιες ήταν και οι παροχές στο παρελθόν. Και μετά απ’ αυτή τη λυσσαλέα αντίσταση, το πολιτικό κατεστημένο συνεχίζει να μιλάει για μια δημόσια διοίκηση στην υπηρεσία του λαού. Αλλά εκεί πάλι τελειώνει η συζήτηση. Γιατί προέχει η μεγάλη φλυαρία για το χρέος και το μνημόνιο. Το Ποτάμι έξω απ’ αυτή τη συνενοχή των πελατειακών σχέσεων, μίλησε αμέσως για το μεγάλο πρόβλημα της διάρθρωσης του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Και το έθεσε σα πρώτο καθήκον για την έξοδο από τη κρίση. Γιατί Το Ποτάμι προέκυψε έξω από το κατεστημένο πολιτικό σύστημα. Και δε συμμετείχε στις πελατειακές σχέσεις, που εδώ και δεκαετίες έκτισαν ένα κράτος-Κουασιμόδο.

Επίλογος. Το Ποτάμι δείχνει να έχει όλες τις προϋποθέσεις για τη μεγάλη υπέρβαση. Αρκεί να μην εγκαταλείψει τον καινοτόμο τρόπο που αντιλαμβάνεται τη κοινωνία και τα προβλήματα της. Δεν είναι εύκολο. Όταν χαράζεις μονοπάτια σε αχαρτογράφητες περιοχές χρειάζεται αντοχή. Αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται πειθώ. Και να μπορείς σε κάθε περίσταση να παρουσιάζεις πειστήρια της δουλειάς σου. Το ν’ αλλάξει ένας τρόπος σκέψης τόσο βαθιά ριζωμένος θα είναι κατόρθωμα. Το Ποτάμι όμως είναι και τέκνο της Ανάγκης. Γιατί όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και φτάνεις σ’ ένα αδιέξοδο, τότε η Ανάγκη σου κτυπάει τη πόρτα. Κι αυτός που κάνει το πρώτο βήμα συχνά μοιάζει ασήμαντος. Αν όμως επιμείνει στο βηματισμό του, τότε γίνεται και αποδεκτός, αλλά και σημαντικός.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Gravity και Όσκαρ, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Το Ποτάμι, του Γιάννη Καραχισαρίδη
Ανεπίκαιρα: το εργαλείο της κριτικής σκέψης- άρθρο 20ο, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.