Ανοιχτή πόρτα

Οδοιπορικό στην Τήνο [Μέρος γ’], της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

 

 

 

 

 

 

 

Δήμητρα Παπαναστασοπούλου

 

 

 

panagia-tinou.jpg

 

Φίλες και φίλοι,

 

Ξυπνήσαμε αργά, έχοντας μείνει αρκετές ώρες στο γλέντι του γάμου, όπου απολαύσαμε-εκτός από το φαγητό- νησιώτικους χορούς, εκτελεσμένους από πολλούς νέους φίλους των νεόνυμφων, αλλά η έκπληξη ήρθε από λίγα ηλικιωμένα ζευγάρια… τι φιγούρες, τι κίνηση, τι σκέρτσο κι εκείνες οι λάμψεις στα μάτια, στο τρεμουλιαστό πιάσιμο των χεριών. Και ο ένας μπάλος να διαδέχεται έναν ικαριώτικο, ένα συρτό και ξανά ένας διαφορετικός μπάλος. Και τα ηλικιωμένα ζευγάρια όρθια, στητά και χαμογελαστά, να αντέχουν, να χορεύουν, να διδάσκουν χωρίς να μιλούν.

Βγαίνουμε για μεσημεριανό, μια Κυριακή χωρίς εφημερίδες, συντροφιά μόνο με τον ασίγαστο αέρα, που ακούραστος συνεχίζει να μας δροσίζει και να μας χαρίζει μια απρόσκοπτη ορατότητα στα γύρω νησιά.

Η σύσταση για φαγητό αφορά το ελάχιστα γνωστό χωριό Αρνάδος. Μια άλλη τεράστια έκπληξη, όχι μόνο γευστική. Η ταβέρνα «Καστανάς» μέσα στο χωριό, και όχι πάνω στον κύριο δρόμο, προσφέρει γρήγορη εξυπηρέτηση, φιλική, ειλικρινή αντιμετώπιση και απόλυτα ευχάριστη για τα στομάχια μας. Πίτες, ντοματοσαλάτα του παλιού καιρού, κοτόπουλο με σάλτσα τυριού, φρέσκιες τηγανητές πατάτες, σε απογειώνουν και δεν πιστεύεις ότι όλα αυτά σού συμβαίνουν σ’ ένα σχεδόν ερημωμένο χωριό (11 κάτοικοι το χειμώνα!).

 

Ένα χωριό χτισμένο με την πιο αντιπροσωπευτική παραδοσιακή κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, μεσαιωνικές στοές και καμάρες, στενά, ανήλιαγα, πλακόστρωτα καλντερίμια, ένα μέρος που αξίζει τον κόπο να προσεχθεί από την πολιτεία και να μη μείνουν οι προσπάθειες αναστήλωσης στα λόγια.

 

Το χωριό κρύβει κι άλλον ένα θησαυρό: μια μικροσκοπική εκκλησίτσα, αφιερωμένη στην Παναγία, το Παναϊδάκι, όπως την αποκαλούν, λόγω του μεγέθους της, που κι αυτή μένει αθέατη αν δεν επιμείνεις να την ψάξεις. Από ένστικτο και πείσμα την ανακάλυψα εγώ, ενώ, αν είχαν τοποθετηθεί 2 μικρές, αλλά απαραίτητες ταμπέλες, θα μπορούσαν να την επισκέπτονται πολλοί. Ο τοπικός θρύλος λέει ότι κάτω από τον Ναό λειτουργούσε κρυφό σχολειό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

 

Ένας λιλιπούτειος, ονειρικός χώρος, με ένα μοναδικό μικρό κερί να φωτίζει, χωρίς να μπορείς ν’ αφήσεις λίγα ευρώ, χωρίς να μπορείς ν’ ανάψεις κι εσύ ένα κερί.

 

Ένας χώρος που σ’ αφήνει άναυδο με την μοναδική ατμόσφαιρα δέους που σού προκαλεί.

 

Αφήσαμε το Αρνάδος με τις καλύτερες εντυπώσεις και πήραμε το δρόμο για τον Πύργο της Κόρης, ή Κόρης Πύργος. Ένας τόπος εγκαταλειμένος, θεόξερος, όπου κατά την αρχαιότητα υπήρχε Ναός της Περσεφόνης, της Κόρης της θεάς Δήμητρας. Η θέα στο τοπίο της Χαλακιάς με τις λιγοστές πέτρινες αγροικίες, χτισμένες κι αυτές πάνω σε ερείπια αρχαίου οικισμού, είναι άγρια, όπως και οι μυτερές πέτρες της.

 

Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε να δεις- όλα ερείπια, πέτρες πεσμένες και ανεμοδαρμένες. Κάποιες όρθιες σου ψιθυρίζουν ότι εδώ ήταν ο Πύργος, κοιτώντας και ένα γύρω προσεκτικά, εστιάζοντας στις γραπτές πληροφορίες του ταξιδιωτικού μας οδηγού.

 

Υπάρχει και μια παράδοση, όμως. Σύμφωνα μ’ αυτήν, στον πεσμένο σήμερα Πύργο ζούσε εξόριστη μια βασιλοπούλα, κόρη του αφέντη του τόπου. Περνούσε τις μέρες της υφαίνοντας στον αργαλειό της και κοιτώντας τον ουρανό από το μικρό της παράθυρο.
Μια μέρα πήγε ένας φρουρός να της αναγγείλει ότι ο πατέρας της, ο άρχοντας του Ξώμπουργκου, πέθανε κι ότι έπρεπε να πάει μαζί του, να παρακολουθήσει την κηδεία του δυνάστη της.

 

Η βασιλοπούλα ντύθηκε, χωρίς να βιάζεται, στα μαύρα, καβαλίκεψε το μαύρο της άλογο και χάθηκε από τα μάτια του φρουρού και όλων των άλλων, για πάντα. Ο πύργος, έπεσε μόνος του και ο φρουρός μεταμορφώθηκε σε πέτρα.

 

Οι υποτακτικοί χρυσοχόοι έφτιαξαν για χάρη της μια χρυσή γουρούνα με δώδεκα γουρουνάκια. Αυτά θα τα ανακαλύψει τυχαία, όταν έρθει η ώρα, μια άλλη γυναίκα που θα γεννηθεί σ’ αυτόν τον οικισμό πολύ αργότερα. Αν σκεφτείτε ότι σήμερα μόνο πέτρες υπάρχουν και δεν μπορούμε να μιλάμε για οικισμό, τότε, καταλαβαίνετε, φίλοι μου, ότι η ώρα της ανακάλυψης απέχει πολύ ακόμη…

 

Διαβάστε εδώ το α’ μέρος και εδώ το β’ μέρος

 

SHARE
RELATED POSTS
Το άδειο πιάτο στο τραπέζι, της Άννας Κοντοπίδη [Νάξος]
Η «χρυσή γέφυρα» του Βιετνάμ και η Γέφυρα Αφάντου, του Χαράλαμπου Κόκκινου [Χωρικός Αντιπεριφερειάρχης Δωδ/σου]
Η κατάρα της φυλής μας, του Κώστα Ε. Σκανδαλίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.