Απόψεις

Ο Παπαδιαμάντης και οι Φόνισσες της εγγονής, της Τζίνας Δαβιλά

Spread the love

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το άρθρο χορηγούν τα Pane di Capo Kallithea Springs & Delivery 2241003600 

 

 

Ο Παπαδιαμάντης είναι μέγας διηγηματογράφος και ψυχογράφος. Η Φραγκογιαννού είναι η αγαπημένη μου ηρωίδα. Άρα, Παπαδιαμάντης και «Φόνισσα» είναι ό,τι πιο αγαπημένο έχω συγγραφικά. Θα μπορούσε άραγε να μου αρέσει η σουρεαλιστική απόδοση των Ρήγα-Αποστόλου; Ή, να το θέσω αλλιώς, θα μπορούσα να την αποδεχτώ;

 

 

Με αυτόν τον προβληματισμό θα προσπαθήσω να μετριάσω την αυστηρότητά μου για τις «Φόνισσες ΤΗΣ Παπαδιαμάντη». Ο τίτλος του θεατρικού είναι σκοπίμως επιλεγμένος για να κάνει γκελ εις άπαντας. Ακόμα και σ’ εκείνους που δεν έχουν γνώση της Φραγκογιαννούς του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα. Μα αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι σαν θεατρική ιεροσυλία; Αγγίζεις ένα όνομα αυτού του βεληνεκούς αποδίδοντας τι; Μια θεατρικοποιημένη τηλεοπτική παραγωγή; Διότι το θεατρικό έργο ως κείμενο ήταν ένας αχταρμάς των γνωστών τηλεοπτικών παραγωγών του Αλέξανδρου Ρήγα και του Δημήτρη Αποστόλου. Έξυπνες ατάκες, γρήγορη πλοκή, υπονοούμενα σεξουαλικά ή και ευθέως δοσμένα, η παλιοκοινωνία μας που είναι βουτηγμένη στη λαμογιά, στην αλλαξοκωλιά, στον εκβιασμό και στην εξαγορά, η πονηριά που επιβραβεύεται, οι ξεπουλημένες αξίες. Τίποτα διαφορετικό. Το μόνο καινούργιο στοιχείο που προστέθηκε -εννοώ στο γνωστό μοτίβο των τηλεοπτικών παραγωγών- είναι η ελπίδα πως ποτέ δεν ξέρεις πώς, ποιος και πότε θα σου φανεί χρήσιμος και αλληλέγγυος. Όλα με το αζημίωτο βέβαια (εν προκειμένω η αθώωση των έξι φονισσών από την ψυχίατρο-εισαγγελέα).

 

 

Το έργο συχνά έπεφτε στην υπερβολή. Υπερβολικά τα σχόλια περί ΠΑΣΟΚ και κοινωνικής κατρακύλας, αν και απολύτως ορθά ως προς την αιχμηρότητά τους, υπερβολικά τα τηλεφωνήματα στην εισαγγελέα εν ώρα υπηρεσίας, ακόμα και η εξαίρετη Ελένη Καστάνη ήταν κάπως υπερβολική. Συγκινητική ήταν η Τζέσυ Παπουτσή στη σιωπή της και διηγούμενη για δευτερόλεπτα το δράμα της. Οι πρωταγωνίστριες και πρωταγωνιστές ξεχωριστά είχαν καλή παρουσία, αλλά το κείμενο, ίσως και η σκηνοθεσία, τους οδηγούσε άλλοτε στην υπερβολή και άλλοτε σε επίπεδη απόδοση, χωρίς να δίνεται η δυνατότητα να ξετυλιχθούν υποκριτικές ικανότητες. Οι ατάκες του έργου δεν ήταν άγνωστες. Θέλω να πω πως είναι ήδη γνωστό το έξυπνο χιούμορ των Ρήγα-Αποστόλου, αλλά δεν βρήκα κάπου την υπέρβαση. Ήταν αναμενόμενοι. Σχεδόν σε όλα.

 

 

Η φράση «ο παππούς μου ο Αλέξης», δεν μου άρεσε. Η αυθαίρετη οικειότητα του κειμένου με τον Σκιαθίτη συγγραφέα μου έμοιασε με αυθάδεια.

 

 

Τέλος, ακούστηκε και το υπέροχο μουσικό θέμα του Rene Aubry «Apres la pluie». Ποίηση η μουσική, άσχετη με το όλο έργο. Εντελώς.

 

 

Εν κατακλείδι: δεν είμαι θεατρολόγος, δεν είμαι κριτικός. Μια απλή θεατής είμαι χωρίς ειδικές γνώσεις, που αγαπά το θέατρο και προσπαθεί να δει όποιο θεατρικό ανεβαίνει. Στις «Φόνισσες της (εγγονής) Παπαδιαμάντη» οι ηθοποιοί έκαναν αυτό που τους ζητούσε ο ρόλος τους, είτε ήταν επί σκηνής, είτε στο βίντεο. Πέρασε ένα ευχάριστο βράδυ με μια παράσταση χωρίς εκπλήξεις. Από αυτές που δεν έχουν κάτι άλλο να σου πουν την επόμενη μέρα. Εννοώ δεν θα θυμηθείς κάτι να σχολιάσεις. Εκτός από την ατάκα της βιντεοσκοπημένης Πωλίνας «πώς από λεπτή έγινες σιτοβολώνας». Το μειονέκτημα του έργου το εντοπίζω στο κείμενο. Πολύ αναμενόμενο, πολύ γνωστό, πολύ ίδιο. Από την εποχή των πρωτότυπων «Δύο ξένων» και του ευρηματικού «Κόκκινου Δωματίου» έχουν αυξηθεί οι απαιτήσεις του κοινού. Είναι επικίνδυνο να αναλώνεται κάποιος στα ίδια, όταν ο ίδιος έχει ανεβάσει τον πήχυ ψηλά. Εκτός και αν τον ενδιαφέρει μόνο το εισπρακτικό κομμάτι. Η αποχή, η απόσταση για λίγο από τα πράγματα δεν βλάπτει ποτέ. Από την άλλη, οφείλω να παραδεχτώ πως ο κόσμος φάνηκε να το απολαμβάνει. Κάποιοι μάλιστα γελούσαν ασταμάτητα, ακόμα και προτού να ολοκληρωθεί η φράση του ηθοποιού. Δεν με εκπλήσσει καθόλου. Το κριτήριο του κοινού δεν είναι διαφορετικό από αυτό που το ίδιο το συγκεκριμένο έργο -και οι συγγραφείς του- καυτηριάζουν. Άρα; Φαύλος κύκλος.

 

 

Το προτείνω για να γελάσετε. Μέχρις εκεί όμως. Αν ζητάτε κάτι ιδιαίτερο, αν δεν σας περισσεύουν τα χρήματα, αν δεν είστε θεατρολόγοι που χρησιμοποιείτε την ατέλεια και έχετε ελεύθερη είσοδο (που πάντα βρίσκεται ένας τρόπος να μην γίνεται δεκτή στην περιφερειακή Ελλάδα), δείτε κάτι άλλο. Το έργο αυτό θα σας αφήσει αδιάφορους. Και ίσως (λαθεμένα) να μειώσει και την εκτίμησή σας σε κάποιους εκ των πρωταγωνιστών.

 

 

* Το παρόν άρθρο γράφτηκε για το protagon.gr

 

Τζίνα Δαβιλά

 

SHARE
RELATED POSTS
Βιέννη: «Ναι ή Όχι;», της Αλεξάνδρας Καρακοπούλου-Τσίσσερ
Η θεραπεία, του Βαγγέλη Παυλίδη
Η χορηγία, η ανάγκη και η αξιοπρέπεια, της Τζίνας Δαβιλά

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.