Πρόσωπα - Αφιερώματα

O «επίμονος κηπουρός» που… γύρισε από το κρύο, του Νίκου Βασιλειάδη

Spread the love
  • 8
    Shares

Νίκος Βασιλειάδης

Θα το βρείτε: σε “Πολιτεία”, “Πρωτοπορία” Αθήνας-Θεσσαλονίκης-Πάτρας, “Ιανός” Αθήνας και Θεσσαλονίκης, και σε όλα τα βιβλιοπωλεία της Ελλάδας και του εξωτερικού που θα ζητηθεί σε 2-5 ημέρες. β) ΗΠΑ μέσω του “Εθνικού Κήρυκα”. γ)στις εκδόσεις Φίλντισι on line, με μειλ ή τηλεφωνικά 210 65 40 170 – e[email protected]

όλα τα συγγραφικά έσοδα θα διατεθούν σε οικογένειες  με παιδικό καρκίνο.

Φυγάς από το σπίτι του σε νεαρή ηλικία, κατάσκοπος στη Γερμανία στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, άριστος γνώστης της γερμανικής γλώσσας, μέλος της ΜΙ5 και κατόπιν της ΜΙ6, της Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, (Military Intelligence, Section 6), διπλωματικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας σε Βόννη και Βερολίνο, συνομιλητής όσων κινούσαν φανερά ή μυστικά τα νήματα και στις δύο πλευρές του Σιδηρού Παραπετάσματος, συγγραφέας των πιο συναρπαστικών βιβλίων που διαβάστηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο και που μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, υπήρξε ίσως ο εμβληματικότερος αφηγητής μια εποχής που σφραγίστηκε από τη δράση ανθρώπων που κινούσαν τα νήματα στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, ανθρώπων που, εμπλεκόμενοι μέσα σε μία πελώρια και αέναη μάχη ανάμεσα στις υπερδυνάμεις του πλανήτη, έγιναν οι ίδιοι ιστορία.

Σπουδές

Ο Τζον Λε Καρέ, κατά κόσμον, Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνουελ, έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή. Κατέληξε στο νοσοκομείο Royal Cornwall Hospital το βράδυ του Σαββάτου από πνευμονία. «Με μεγάλη μας θλίψη είμαστε υποχρεωμένοι να επιβεβαιώσουμε ότι ο Ντέιβιντ Κόρνγουολ – ο Τζον Λε Καρέ – απεβίωσε εξαιτίας πνευμονίας το βράδυ του Σαββάτου», επιβεβαίωσε η οικογένεια σε σύντομο μήνυμά της που μετέφερε ο ατζέντης του συγγραφέα. Γεννημένος το 1931 στο Ντόρσετ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης και στο Λίνκολν Κόλετζ της Οξφόρδης, δίδαξε για δύο χρόνια στο Ίτον και από το 1959 ως το 1964 υπηρέτησε στο Βρετανικό ∆ιπλωματικό Σώμα. ∆ημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα «Call for the Dead» το 1961, ενώ δούλευε ακόμα ως μυστικός πράκτορας. Η καριέρα του αυτή τελείωσε όταν ο περίφημος διπλός πράκτορας Κιμ Φίλμπι αυτομόλησε το 1963 στην ΕΣΣ∆ δίνοντας έναν κατάλογο με ονόματα Βρετανών πρακτόρων, ανάμεσα στα οποία και το όνομα του Ντέιβιντ Κόρνγουελ. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1974, γράφοντας το περίφημο μυθιστόρημά του «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι», θα θυμηθεί τον Φίλμπι και θα δώσει τα χαρακτηριστικά του στο πρόσωπο του «Τυφλοπόντικα».

«Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», το τρίτο του μυθιστόρημα, του χάρισε τη διεθνή αναγνώριση, που έγραψε στα 30 του, διότι «βαριόταν» τη δουλειά του διπλωμάτη στη βρετανική πρεσβεία στη Βόννη (τότε δυτική Γερμανία). Το βιβλίο, παγκόσμιο μπεστ-σέλερ -πούλησε πάνω από 20.000.000 αντίτυπα σε διεθνές επίπεδο- αφηγείται την ιστορία του Άλεκ Λίμας, βρετανού διπλού πράκτορα, που πάει στην Ανατολική Γερμανία υποδυόμενος τον αυτόμολο. Η μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη, με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον στον πρωταγωνιστικό ρόλο, σήμανε την αρχή της μακράς συνεργασίας του Κόρνουελ με μεγάλες εταιρείες κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών.

Θεματολογία

Ακολούθησαν τα «Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται», «A small town in Germany» και «The naive and sentimental lover», η κλασική πλέον τριλογία του Τζορτζ Σμάιλυ – «Tinker tailor soldier spy», «The honourable schoolboy» και «Smiley’s people»-, «Η μικρή τυμπανίστρια», «Ένας τέλειος κατάσκοπος», «Η ρωσική εστία» και άλλα, που εδραίωσαν τη φήμη του και απέσπασαν πολλές τιμητικές διακρίσεις, όπως τα βραβεία Έντγκαρ και Σόμερσετ Μομ. Παρόλο που πολλοί πίστεψαν πως η θεματολογία του εξαντλήθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η επιτυχία πρόσφατων έργων όπως «Ο ράφτης του Παναμά», «Σινγκλ & Σίνγκλ» και «Ο επίμονος κηπουρός» τους διέψευσε. Το 2008 βρέθηκε στον πίνακα των καλύτερων 50 Άγγλων συγγραφέων του 20ού αιώνα που συνέταξαν οι Times, ο Λε Καρέ κατέλαβε την 22η θέση αλλά, όπως είχε πει ένας άλλος διάσημος Σκοτσέζος συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Φίλιπ Κερρ, σε μια συνέντευξή του: «Το καλύτερο έργο του Λε Καρέ είναι το “Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο”, ένα βιβλίο που συνοψίζει μισό αιώνα ιστορίας με τρόπο που κανένα άλλο μυθιστόρημα δεν έχει κατορθώσει. Μόνο ο Ντίκενς έχει περιγράψει εξίσου πειστικά την εποχή του. Ξεχάστε όλους τους νικητές του Booker μαγικούς ρεαλιστές σας –χωρίς να θέλω να κατονομάσω κάποιον συγκεκριμένα– ο συγγραφέας μέσω του οποίου θα κρίνεται το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και θα δίνεται ως διδακτική ύλη στα σχολεία θα είναι ο Τζον Λε Καρέ». Αρχείο Το 2010, ο Λε Καρέ δώρισε το λογοτεχνικό του αρχείο στην Bodleian Library της Οξφόρδης. Ανάμεσα σε 85 κουτιά υπήρχαν τα χειρόγραφα του «Tinker tailor soldier spy» και του «Ο επίμονος κηπουρός». Ο Λε Καρέ με το έργο του έκανε αυτό που είπε ο Φώκνερ – η λογοτεχνία είναι ο καλύτερος τρόπος να διηγηθείς τα γεγονότα. Την πραγματικότητα. Με δεδομένη την αγάπη του για την πατρίδα αλλά και την απέχθειά του για τους ανήθικους κυβερνώντες: «Ο Τόνι Μπλερ είναι ικανός να ιδιωτικοποιήσει και τον αέρα που αναπνέουμε».

Τα κατασκοπικά βιβλία ξαναγίνονται επίκαιρα

Ήμουν έφηβος όταν έπεσε στα χέρια μου εκείνο το «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο». Σε βιπεράκι, μεταχειρισμένο, από ένα κιβώτιο των μεταχειρισμένων βίπερ στο Μοναστηράκι. «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», η πρώτη μου επαφή με κάποιον που μου έλεγε: Η δημοκρατία τους είναι ένα ωραίο παραμύθι. Μην τα πιστεύεις όλα. Υπάρχει ένας άλλος ολόκληρος κόσμος, κρυφός, ύπουλος, δολοφονικός και είναι όλος δικός τους. Μη τους πιστεύεις. Αυτό που σου λένε είναι ψέμα. Τι είναι, όμως, άραγε αυτό που μας γοητεύει στα βιβλία αλλά και τη ζωή του Τζον Λε Καρέ; Η πιο πειστική απάντηση είναι πως ο κόσμος πάντα διάβαζε και πάντα θα διαβάζει αστυνομικά και κατασκοπευτικά βιβλία προσπαθώντας σε αυτά να βρει πολιτικές και ιστορικές αναφορές σε σχέση με το σήμερα, σε γεγονότα που ο ίδιος έζησε. Δεν πρόκειται για την ανάγνωση απλά μιας ιστορίας, ενός παραμυθιού. Είναι η ανάγκη μας να βρίσκουμε αναφορές σε πράγματα που έχουμε ζήσει, σε όλα αυτά που ηθελημένα ή άθελά μας γίναμε μάρτυρες. Τα βιβλία του Λε Καρέ και άλλων, βοηθούν στις αναζητήσεις μας αυτές, επειδή συμπεριλαμβάνουν και αρκετά ιστορικά στοιχεία, είναι αυτός ο μαγικός συνδυασμός που τον έκανε πετυχημένο. Αντιστοιχίες

Ποιος, λοιπόν, διαβάζει κατασκοπικά; Όλοι, γιατί ο Καρέ ανέτρεψε την άποψη των κατασκοπευτικών βιβλίων για ανόητες ιστοριούλες με ψεύτικη δράση και πρόσωπα μη-πρόσωπα, σεξ και βία. Ήταν αυτός που έγραψε για σάρκινους ανθρώπους, με ιδέες, με πίστη, με άποψη, με ελαττώματα και αρετές, με κόσμους να υπερασπιστούν και γι’ αυτό να βασανιστούν από τις αβεβαιότητες που έρχονταν να χτυπήσουν άγρια τις βεβαιότητές τους. Με σεβασμό ο ένας για τον άλλο. Ποιος διαβάζει κατασκοπικά; Όποιος νοιάζεται να μάθει για τις βρώμικες κυβερνήσεις, τα στημένα παιχνίδια, τον πόλεμο των «δημοκρατιών» κατά της δημοκρατίας, τις φαρμακευτικές, τις τράπεζες, την τρομοκρατία και όλα όσα μάθαμε μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του. Τα βιβλία του Καρέ διαθέτουν τόσο ανατριχιαστικές αντιστοιχίες με το σήμερα που δεν παύουν να μας εκπλήσσουν. Εξάλλου, η εποχή μας είναι για μια ακόμη φορά μια εποχή ψυχροπολεμικού πεδίου διεθνών αντιπαραθέσεων.

Μην ξεχνάμε πως δεν πέρασαν ούτε λίγες μέρες από τη στιγμή που συνελήφθησαν Έλληνες πολίτες ως κατάσκοποι της Τουρκίας στην Ρόδο. Τα κατασκοπικά βιβλία ξαναγίνονται επίκαιρα, οι μεγάλες αφηγήσεις που πέρασαν τις προηγούμενες δεκαετίες στη μεγάλη οθόνη με τεράστια επιτυχία ξανακερδίζουν ένα μερίδιο της αίγλης τους. Όμως, θα ήταν λάθος να μείνουμε μόνο σε αυτά, θα ήταν λάθος να μην θυμηθούμε τον δημοκράτη και ευρωπαϊστή Λε Καρέ. Έλεγε ότι ήταν «ένας συμπονετικός συντηρητικός» όταν τον ρωτούσαν για τις πολιτικές του θέσεις. Όμως, με τα όσα είχε δει και μπορούσε να καταλάβει – περισσότερα από πολλούς – δεν φοβήθηκε ποτέ να μιλήσει ανοικτά για όσα τον ενοχλούσαν. Έβλεπε τι ερχόταν κι επέμενε να μιλάει για αυτά που έβλεπε. Όπως έκανε κι όταν χρειάστηκε να τα βάλει με το Μπους και τον Μπλερ, για την πολιτική τους στο Ιράκ και ομολόγησε ότι… Όχι, δεν την αγαπάει πια τη Βρετανία, δεν είναι αυτή η πατρίδα του, «Θα ήθελα να τιμωρήσω τον Μπλερ.

Σκέφτηκα την τελευταία φορά το 1997 – στις εκλογές- ότι είπε ψέματα όταν αρνήθηκε πως ήταν σοσιαλιστής. Το χειρότερο πράγμα που μπορώ να πω γι’ αυτόν είναι ότι είπε την αλήθεια». Ήταν τότε που ζητούσε να αποδοθεί δικαιοσύνη και να αποσυρθούν οι Αμερικάνοι και Βρετανοί από το Ιράκ. Εκεί έλεγε πως η αληθινή τρομοκρατία είναι η κρατική τρομοκρατία των ιμπεριαλιστών, πως «η δημοκρατία κατάντησε το φύλλο συκής για τις αποικιοκρατικές φιλοδοξίες ΗΠΑ και Βρετανίας στη Μέση Ανατολή». Τότε που έγινε υπερασπιστής του οράματος μιας «ενωμένης Ευρώπης των λαών», την οποία, όμως, έβλεπε να βαδίζει «εκεί που βάδιζε και στον μεσοπόλεμο», έβλεπε «ολοζώντανο τον φασισμό να επελαύνει» και πάλι όταν οι άλλοι έκλειναν τα μάτια μπροστά στα νεοναζιστικά μορφώματα που κατέκλυσαν τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Διαμάχη Πρώτος αυτός έκρουσε το καμπανάκι του κινδύνου με ένα άρθρο του στους Τάιμς το 2003, με τίτλο «Οι ΗΠΑ έχουν αποτρελαθεί», χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ «κατά της τρομοκρατίας» τη χειρότερη στιγμή στην ιμπεριαλιστική τους ιστορία, «χειρότερη από το Μακαρθισμό, τον Κόλπο των Χοίρων και τον πόλεμο του Βιετνάμ», προβλέποντας τις αντιδράσεις της διεθνούς ισλαμιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Κάιντα και το κόστος σε ανθρώπινες αθώες ψυχές αυτής της διαμάχης. Εξάλλου, πολλά χρόνια πιο πριν τα είχε πει και στον Σαλμάν Ρουσντί: «Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προσβάλει μια μεγάλη θρησκεία και να κυκλοφορεί τέτοια έργα σαν τους Σατανικούς Στίχους χωρίς συνέπειες». Μακάρι να τον είχαν ακούσει καλύτερα κάποιοι στο Charlie Hebdo. Η τελευταία του προφητεία ήταν το Brexit. «ΗΠΑ και Βρετανία θα δουλέψουν μαζί για την καταστροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης», αλλά ίσως η μεγαλύτερη και πιο συγκλονιστική είναι αυτή του «επίμονου κηπουρού» όταν γράφει: «Όπου να ’ναι τα πλουσιότερα κράτη του κόσμου θα βρεθούν αντιμέτωπα με μια επιδημία φυματίωσης, και το Ντιπράξα [φανταστική φαρμακοβιομηχανία] θα γίνει πακτωλός δισεκατομμυρίων που όλοι οι μέτοχοι ονειρεύονται. Η Λευκή Πανούκλα, ο Μέγας Θεριστής, ο Στρατηγός του Θανάτου δεν περιορίζεται πια στους δυστυχισμένους του κόσμου αυτού. Κάνει ό,τι έκανε και πριν από εκατό χρόνια. Αιωρείται σαν μολυσμένο σύννεφο πάνω από τον ορίζοντα της Δύσης, έστω κι αν ακόμα τα θύματά του είναι μόνο οι φτωχοί. […]

Η Λευκή Πανούκλα δεν είναι εγγενής μέσα μας. Μας την επιβάλλουν ο βρόμικος αέρας, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης, οι άθλιες συνθήκες υγιεινής, το βρόμικο νερό και η άθλια ολιγωρία των κυβερνήσεων». Και ας γράφει στο σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου: «Κανένα πρόσωπο της ιστορίας και καμιά ομάδα ή εταιρεία, δόξα τω Θεώ, δεν βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα ή ομάδες στον αληθινό κόσμο… Δεν υπάρχει Ντιπράξα, δεν υπήρξε ούτε και θα υπάρξει ποτέ. […] οπότε, αν είμαι τυχερός, δεν θα περάσω το υπόλοιπο του βίου μου στα δικαστήρια ή και κάπου χειρότερα, παρ’ όλο που στις μέρες μας δεν μπορείς ποτέ να είσαι βέβαιος. Μπορώ όμως να σας πω το εξής: Όσο προχωρούσε το ταξίδι μου μέσα στη φαρμακευτική ζούγκλα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι, σε σύγκριση με την πραγματικότητα, η ιστορία μου ήταν τόσο άκακη όσο και μια καρτ ποστάλ διακοπών».

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 8
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Μάνος Χατζιδάκις: Πολιτικές τελετουργίες ή το τραπέζι του Ινδιάνου-ηχητικό 5′ 12”
Noomi Edin-Pavlidi, Vangelis Pavlidis’s wife, writes…
Το ηθικό ανάστημα του Τόμας Μορ, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.