Ανοιχτή πόρτα

«Μέρες με το Νίκο»-Προδημοσίευση του κεφαλαίου «Το κοριτσάκι και ο χασάπης», του Άγγελου Σπάρταλη

 

 

* Ο Άγγελος Σπάρταλης είναι κινηματογραφιστής και ζωγράφος.

Σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός στο Ε.Μ.Π.

 

 

 

22281715_10155829885642276_6379384336781465249_n.jpg

 

 

Το κοριτσάκι και ο χασάπης

 

Ήμουν παρών σε δύο αποτελεσματικές μπουνιές που έριξε ο Κούνδουρος σε άλλο άνθρωπο. Και λέω «σε άλλο άνθρωπο» γιατί συνήθως κοπάναγε και κομμάτιαζε έπιπλα και κρύσταλλα και όχι ανθρώπους. Τέλος πάντων, και στις δύο «ανθρώπινες» περιπτώσεις, αν και είχε ήδη κλείσει τα ογδόντα, παρέμενε βίαιος και ρωμαλέος. Θεριό. Η δεύτερη φορά, που είχε θύμα έναν ταξιτζή, δε σας αφορά. Η πρώτη όμως, με θύμα τον χασάπη, είναι πολύ χαριτωμένη μέσα στη βία της και θα σας την διηγηθώ.

 

Ας πούμε ότι ήταν το 2008. Περπατάμε με προορισμό το σπίτι στο Μετς όπου έχουμε το μεσημέρι τραπέζωμα. Ταυτόχρονα εγώ ψωνίζω τρόφιμα και ο Κούνδουρος κλασικά αγορεύει σε μαγαζάτορες και περαστικούς θαυμαστές του. Περνώντας έξω από ένα χασάπικο, ο χασάπης που στέκεται στην είσοδο και καπνίζει, σφυρίζει πρόστυχα σε ένα προπορευόμενο ανήλικο κοριτσάκι που θα ‘τανε δε θα ‘τανε δώδεκα χρονώ και θαμπωμένος από την άγουρη ομορφιά που μόλις τον είχε προσπεράσει απαγγέλει τον ακόλουθο αδόκιμο ποιητικό στίχο: «Που πας ψωλίτσα μου!». Τον ακούει το κοριτσάκι, γυρνά, τον κοιτά έντρομο και επιταχύνει το βήμα. Για κακή του τύχη όμως του χασάπη τον έχει ακούσει και ο Νίκος. Και δεν του άρεσε του Νίκου αυτός ο χασάπης. Αλλά καθόλου δεν του άρεσε! Ο Κούνδουρος που είχε δημιουργήσει πριν από σαράντα πέντε ολόκληρα τις «Μικρές Αφροδίτες» εξάρωντας με τον κινηματογραφικό του φακό αυτήν ακριβώς την άγουρη ομορφιά του ανθρώπινου κορμιού, βρίσκονταν τώρα αντιμέτωπος με έναν αγράμματο υβριστή της. Αλλά δεν αντέδρασε, τουλάχιστον όχι ακαριαία.

 

Προσπερνάμε το χασάπικο σα να μην έχει συμβεί τίποτα και συνεχίζουμε το δρόμο μας. Ο Νίκος έχει βάλει το κεφάλι κάτω και περπατά σαν ταύρος στην αρένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι δεν πιάσαμε την κουβέντα με κανέναν άλλο περαστικό. Ούτε αναμεταξύ μας ανταλλάξαμε λόγια. Κάποτε φτάνουμε στο σπίτι και βάζω μπροστά τις τσουκάλες και τα τηγάνια. Βάζω και μια ρακή. Θα ‘τανε μία, το πολύ μία και μισή το μεσημέρι.

 

 

           

 

Τo μέλι των νησιών της Δωδεκανήσου φημίζεται για την υψηλή θρεπτική αξία και πλούσια γεύση του, που οφείλεται στα εκατοντάδες βότανα και αγριολούλουδα!

 www.mel.gr

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ξαφνικά και απροειδοποίητα, ο Κούνδουρος βροντά με βία την μία από τις δύο πόρτες της κουζίνας που ήταν σαν εκείνες τις πόρτες των Σαλούν στα καουμπόικα και στέκει μπροστά μου. Μπρος-πίσω η πόρτα έκανε σαν παράφρων ανεμιστήρας και μέσα στον γενικό σαματά, μου βουτά ο Κούνδουρος το ποτήρι και μου πίνει με μιας τη ρακή. Ανήκουστο, το ξέρω, αλλά αληθινό! Ποτέ δεν είχα δει τον Νίκο να πίνει ρακή, ούτε και τον ξανάδα. Ο Νίκος έπινε περίπου δύο μπύρες το χρόνο, αυτή ήταν η σχέση του με το αλκοόλ. Εγώ τότε έπινα δύο μπύρες πριν τον πρωινό καφέ, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 

«Πάμε!» μου λέει κοπανώντας το άδειο ρακοπότηρο στο τραπέζι και την ώρα που με τραβάει από το ένα χέρι προλαβαίνω με το άλλο και κλείνω τα δυο μάτια της κουζίνας που καίγανε τα τηγάνια με τους χοχλιούς και τις πατάτες. Αλλιώς θα ‘χαμε γίνει μπουρλότο! Πεταγόμαστε έξω και με βήμα τροχάδην προσεγγίζουμε το απεχθές χασάπικο. Εγώ είχα λάβει τις γνωστές εντολές. Να βρίσκομαι πάντα δυο μέτρα πίσω και αριστερά από τον Νίκο και να μην πω ούτε μια λέξη. Μπαίνει με φούρια ο Κούνδουρος μέσα στο χασάπικο κραυγάζοντας «Αέραααα» και με την ορμή που είχε, χωρίς να σταματήσει καθόλου το γρήγορο βήμα του, τραβάει ένα γερό μπουνίδι στη μούρη του χασάπη που χτυπά καλά την κεφαλή του πίσω στο επαγγελματικό ψυγείο, κάνει λακκούβα στο αλουμίνιο και σωριάζετε στα πάτωματα μέσα σε ένα «σπλατς» από αίματα της μύτης του. Σκέτη αηδία.

 

Και τώρα θα καταλάβετε τι σήμαινε Κούνδουρος. Τρίβει ο Νίκος το χέρι του, που πιθανότατα τον είχε κάπως πονέσει, και διώχνει με νεύμα έξω τον βοηθό του χασάπη και δύο πελάτες που είχανε μείνει όλοι άναυδοι. Στέλνει κι εμένα μαζί με τους άλλους και κλείνει την πόρτα. Παρακολουθούμε όλοι έξω από την τζαμαρία σα να βλέπουμε ταινία, και στ’ αλήθεια αυτό γινότανε! Ένα ακόμα κινηματογραφικό γύρισμα. Περνά ο Κούνδουρος πίσω από τον πάγκο και πλησιάζει εκεί που θα έπρεπε να κείτεται ο χασάπης. Παύση σε κάθε ήχο. Σύντομη ακινησία και τότε σκύβει κάτω ο Κούνδουρος και χάνεται πίσω από τον πάγκο. Απ’ έξω εμείς στην αγωνία. Το πλατό άδειο από ηθοποιούς, τι να συμβαίνει άραγε «οφ-κάμερα» που λέμε στη γλώσσα μας εμείς οι διεστραμμένοι του σινεμά; Ποια η πλοκή, ποιο το θέατρο των αθέατων; Τον πνίγει τον χασάπη; Του βγάζει τα μάτια με γυμνά χέρια; Τον κόβει κομματάκια με τον μπαλτά; Τι βία να εξελίσσεται άραγε πίσω από τον πάγκο;

 

Αργά, πολύ αργά, ιεροτελεστικά, ο Κούνδουρος σηκώνεται όρθιος και εμφανίζεται σιγά-σιγά πίσω από τον πάγκο υποβαστάζοντας τον χασάπη που τα ‘χει χαμένα. Στήνει όρθιο τον άφωνο χασάπη και τον περιεργάζεται με το βλέμμα του. Σαν κάτι να μην του πηγαίνει καλά. Παίρνει ένα χαρτί και σκουπίζει πρόχειρα τα αίματα από τη μούρη του χασάπη. Η μούρη παραμένει αχνά μουντζουρωμένη από το αίμα. Τώρα η μούρη έχει μια εικαστικότητα ανώτερη από πριν σκέφτομαι. Πετά το χαρτί στα σκουπίδια με θεατρικότητα, σε αργή κίνηση ή έτσι μου φάνηκε εμένα. Μετά, ο Νίκος ισιώνει τη λευκή μπλούζα του χασάπη που είχε τσαλακωθεί και του κουμπώνει τα δύο πάνω κουμπιά που ήταν ακούμπωτα. Τέλος, αρπά έναν μεγάλο μπαλτά, τον βάζει στο χέρι του χασάπη και του σηκώνει το χέρι ψηλά, σα να ‘ναι έτοιμος ο χασάπης να αποκεφαλίσει αρνί. Του ισιώνει μια τελευταία φορά την λευκή, πιτσιλισμένη από πολλών λογιών αίματα στολή, και τον περιεργάζεται ξανά με το βλέμμα του. Τώρα του φαίνεται εντάξει. Όλη αυτή την ώρα ο χασάπης στέκει κέρινο κι ανέκφραστο άγαλμα της μανδάμ Τισό.

 

«Θρίαμβος» φωνάζει ξαφνικά ο Κούνδουρος σπάζοντας την αφόρητη σιωπή και εξέρχεται σβέλτα του χασάπικου ξυπνώντας μας από το όνειρο-θρίλερ. Όλοι οι άλλοι κάγκελο. Εμείς οι δύο επιστρέφουμε θριαμβευτές και με βήμα ταχύ στο σπίτι στο Μετς για το προγραμματισμένο μας συμπόσιο. Με ‘κείνα και με τα’ άλλα όμως, παπαριάσανε οι πατάτες και οι χοχλιοί γίνανε ξεροί και πίσσα-μαύροι.

****

Άγγελος Σπάρταλης, 2017

(προδημοσίευση από το βιβλίο «Μέρες με τον Νίκο». Ο συγγραφέας αφηγείται πικάντικες ιστορίες από την πολυετή και πολύπαθη συναναστροφή του με τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Η φωτογραφία είναι της Άντζελας Σβορώνου τραβηγμένη στη βίλα του Κούνδουρου το 2007, σε φιλμ μεσαίου φορμα, με ιδιόχειρη ερωτική αφιέρωση της φωτογράφου στον συγγραφέα. Έχει τίτλο : «Ο Κούνδουρος και ο Σπάρταλης τρώνε χοχλιούς».)

 

 * Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The articleexpresses the views of the author

iPorta.gr

 

SHARE
RELATED POSTS
Σεπτέμβρη λένε…, της Άννας Κοντοπίδη [Νάξος]
«Η «Η Μις ΤΗΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ» και ένα παιχνίδι δημιουργικής ανάγνωσης, του Κωστή Α.Μακρή
Δέσποινα Κοντάκη - Τσιριγώτη
Πού να ‘σαι τώρα Άννα;, της Δέσποινας Κοντάκη

Leave Your Reply

*