Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Job rental, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Στενή η επαρχιακή οδός με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Διπλή διαχωριστική γραμμή που αυτό σημαίνει ότι για ένα μεγάλο σχετικά τμήμα της μέχρι την είσοδο στην πόλη, όχι απλώς κινδύνους ελλοχεύει η προσπέραση αλλά και οι τολμηρότεροι και ανυπόμονοι ακόμα δεν την επιχειρούν γιατί σίγουρα θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων εάν συνυπολογιστούν οι απότομες και χωρίς ορατότητα στροφές πέραν του ότι το ψιλόβροχο έχει μετατρέψει μια άσφαλτο σε γυαλιστερή πίστα-τσουλήθρα καθότι οι λακκούβες με τα κακοτράχαλα ανοίγματα μπορούν ανά πάσα στιγμή να θέσουν σε ακινησία πολλά αυτοκίνητα, υπενθύμιση ότι μια πολιτεία, ένα κράτος, μια περιφερειακή ενότητα, ένας Δήμος να ευρίσκονται σε πλήρη απραξία, να έχουν σηκώσει χέρια στον ουρανό και κανένας να μη δηλώνει υπεύθυνος, διότι το απαιτούμενο κονδύλι – όχι δα και τόσο υψηλό όπως μαθαίνω από δημοτικό σύμβουλο της κυβερνώσας παράταξης – δεν εκταμιεύτηκε ακόμα, δικαιολογία που προβάλλεται οσάκις κάποιο ατύχημα ή και θάνατος ακόμα θα σημειωθεί, απασχολώντας για μερικές ώρες μόνο τα τοπικά μέσα ενημέρωσης.

Μεσημέρι Τρίτης 16 Νοεμβρίου (μια σημαδιακή μέρα), σε μια πρωτοφανή ταυτόχρονα και εκνευριστική κίνηση για ‘κείνους που δεν έχουν συνηθίσει ακόμα ότι η επαρχία ζει στους δικούς της αργούς, πολύ αργούς έως αδιαφορίας ρυθμούς, κίνηση για γερά νεύρα, ειδικά σε μια τέτοια εποχή με ομίχλες όπου η κίνηση διεξάγεται σχεδόν σημειωτόν. Εμπρός μου κινείται ένα κλειστό φορτηγάκι το οποίο πέριξ της κλειστής του καρότσας προς την άνω μεριά φέρει μικρά ανοίγματα-παραθυράκια (προφανώς ιδιοκατασκευής), θυμίζοντας κλούβα μεταφοράς κρατουμένων που οδηγούνται είτε σε δικαστήριο είτε σε φυλακή, αναγράφοντας πίσω την προειδοποίηση: ‘Προσοχή, εκτελούνται συχνές στάσεις’. Αραιά και που κάποια πρόσωπα με μάτια γεμάτα απόγνωση και απορία – όσο μπορώ να διακρίνω – προβάλλουν, κοιτάζοντας προς τα έξω δίνοντας την εντύπωση ότι είναι όρθια εντός του οχήματος καθ’ όλη τη διαδρομή του.

Φθάνοντας στο πρώτο χωριό που συναντούμε, ξακρίζει σιγά σιγά δεξιά κι ανοίγεται η συρόμενη πόρτα. Ένας νέος, μελαμψός με το μπουφάν στην πλάτη κατεβαίνει. Λίγο πιο κάτω στη στάση του υπεραστικού λεωφορείου ξανά στάση και δυο κοπέλες κατεβαίνουν πιασμένες χέρι χέρι μπαίνοντας κάτω από το υπόστεγο ενός κλειστού καφενείου. Μάλλον για να ξεμουδιάσουν υποθέτω γιατί σωριάζονται πάνω στις βρεγμένες καρέκλες και ίσως κάπου εκεί κοντά βρίσκονται τα σπίτια τους. Τρίτη στάση στη θέση Ασπρόχωμα και μια μεσήλιξ με κοκκινωπά μαλλιά κατεβαίνει κρατώντας μια τσάντα κι ένα σακίδιο χιλιοταλαιπωρημένο. Η βροχή έχει σχεδόν σταματήσει. Περνάει ανάμεσα από τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα και κουρασμένη όπως φαίνεται κάθεται στα σκαλοπάτια της εκκλησίας που εφάπτονται σχεδόν του δρόμου. Το φορτηγάκι κάνει έναν ελιγμό καθότι κι ο δρόμος φαρδαίνει και χάνεται μέσα στο κομφούζιο της κυκλοφορίας. Η κυρία ανοίγει βιαστικά την τσάντα δοκιμάζοντας ένα ζευγάρι μπότες εγκαταλείποντας στα σκαλοπάτια τις γαλότσες που φορούσε όταν κατέβηκε από το φορτηγάκι. Σηκώνεται όρθια, περπατά δοκιμάζοντές τες κι από όσο δείχνει πρέπει να αισθάνεται ασφαλής στο περπάτημα, άραγε είναι σύμφωνα με τις ανάγκες της και το νούμερό της. Μάλλον στην εργασία που ήταν κάποιος φιλοτιμήθηκε ή ανάγκη δεν θα τις είχε πλέον και τις χάρισε. Μετά από λίγο βγάζει και το σκισμένο μπουφάν που φορούσε, δοκιμάζοντας αυτό που είχε στο σακίδιο. Κι αυτό υποθέτω χάρισμα από κάποιον που την συμπόνεσε πρέπει να ήταν. Για μια στιγμή καθότι παρατηρούσα το πρόσωπό της που άρχισε να φωτίζεται, διέκρινα ότι απέκτησε όλη τη βεβαιότητα που της έλειπε προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της ζωής νοιώθοντας σιγουριά και ασφάλεια για το αύριο χάρις σε αυτό το ζευγάρι μπότες και το μπουφάν. Ένα δαιμονισμένο τριαξονικό φορτηγό αρχίζει να κορνάρει προσπαθώντας να κάνει αναστροφή μη υπολογίζοντας το φανάρι που ήταν κόκκινο. Από όσο πάντως πρόφθασα να δω μέσα στη σύγχυσή μου – αναλογιζόμενος τις καλύτερες μέρες που κάποιοι με τόση ευκολία εκστομίζουν χωρίς να υπολογίζουν τα ραγίσματα που προκαλούν σε ένα μεγάλο κοινωνικό σύνολο σπέρνοντας μια πικρή γεύση της ωμής πραγματικότητας  που ακολουθεί διαχεόμενη σε όλους τους ιστούς μιας εξουθενωμένης κοινωνίας – , σίγουρος δεν είμαι αλλά κατά πάσα πιθανότητα αυτό το φασαριόζικο φορτηγό στο πίσω μέρος της καρότσας του θα πρέπει να έγραφε: ‘It is time to share the wealth produced’.


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Ήρθε το τέλος του κόσμου;, της Αλεξάνδρας Καρακοπούλου-Τσίσσερ
Δημήτρης Κατσούλας
Είναι Χριστούγεννα και πρέπει…, του Δημήτρη Κατσούλα
Πεθαίνουν οι λέξεις;, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.