Πρόσωπα - Αφιερώματα

Ελένη Καραΐνδρου: η συνθέτης που μαγεύει, του Άγγελου Κουτσούκη

Η μουσική για τις ταινίες έχουν μια περίεργη ιδιότητα. Ή σε μαγεύουν ή σε αφήνουν αδιάφορο. Μέσος όρος δεν υπάρχει. Όλοι θυμόμαστε μουσικές που μας μάγεψαν από κάποιες συγκεκριμένες ταινίες, ενώ υπάρχουν ταινίες που λατρέψαμε και δεν θυμόμαστε ούτε μία νότα από τις μουσικές της. Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου ανήκει στην πρώτη κατηγορία.

 

 

Ήταν το 1982 όταν, φοιτητής, είδα στο «Άστυ» την ταινία «Ρόζα» του Χριστόφορου Χριστοφή. Θυμάμαι ότι η ταινία μου άρεσε, αλλά η μουσική της με μάγεψε. Στους τίτλους του τέλους, είχα ψάξει να δώ ποιος την έγραψε. Το όνομα Ελένη Καραΐνδρου δεν μού έλεγε κάτι. Λίγες ημέρες μετά, ψάχνοντας σε ένα κεντρικό δισκοπωλείο της Αθήνας, έπεσα πάνω στο βινύλιο με την μουσική από την ταινία. Το αγόρασα αμέσως και πέρασα πολλές ημέρες ακούγοντάς το. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν διηγιόμουν στην ίδια το περιστατικό, μου έλεγε γελώντας ό,τι αγόρασα ένα από τα χίλια αντίτυπα του δίσκου. Είχε κάνει την παραγωγή μόνη της και την είχε διανείμει στα κεντρικά δισκοπωλεία.

 

 

Ένα χρόνο αργότερα γράφει την μουσική για την ταινία της Τόνιας Μαρκετάκη «Η τιμή της αγάπης». Αυτή την φορά ο δίσκος κυκλοφορεί από κεντρική εταιρεία δίσκων και μάλιστα το τραγούδι των τίτλων το ερμηνεύει η Δήμητρα Γαλάνη. Αμέσως, το συγκεκριμένο soundtrack γίνεται το αγαπημένο της φοιτητικής μας παρέας. Και όταν λέγαμε «αγαπημένο» εκείνη την εποχή εννοούσαμε ότι μαζευόμασταν στο σπίτι αυτού που είχε το καλλίτερο στερεοφωνικό και ακούγαμε το βινύλιο με μια τελετουργία που φαίνεται απίστευτη στην εποχή μας.

 

 

Την επόμενη χρονιά, βρέθηκα φαντάρος στην Θεσσαλονίκη και εκεί είδα στο σινεμά «Το Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Θυμάμαι ότι η ταινία μου άρεσε, αλλά η μουσική της με μάγεψε. Έτσι όταν βρέθηκα μπροστά στην βιτρίνα δισκοπωλείου στην Αριστοτέλους που είχε τον δίσκο, δεν το σκέφτηκα καθόλου. Έκοψα την βραδινή έξοδο εκείνης της ημέρας, μπορεί και της επόμενης, και αγόρασα τον δίσκο. Τα επόμενα βράδια, φυσικά, τα πέρασα ακούγοντας ξανά και ξανά τις μαγικές μουσικές που έγραψε η Ελένη Καραΐνδρου για αυτή την ταινία.

 

 

Από κει και πέρα τα πράγματα ήταν απλά. Έγινα φανατικός ακροατής της μουσικής της και αγόραζα ότι κυκλοφορούσε. Έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από εκείνη την εποχή, και σας διαβεβαιώ, ότι είναι η μόνη από εκείνη την εποχή που εξακολουθώ να αγοράζω και να ακούω ανελλιπώς ό,τι κυκλοφορεί. Ακολούθησαν πολλές μουσικές για ταινίες που ήταν η μία καλλίτερη από την άλλη, «Ο μελισσοκόμος», «Καλή πατρίδα σύντροφε», «Τοπίο στην ομίχλη», «Σημάδια της νύχτας», «L΄Αfricana», «Το μετέωρο βήμα του πελαργού», «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», «Το λιβάδι που δακρύζει», «Η σκόνη του χρόνου». Και ανάμεσα σε αυτά η μουσική της για τις θεατρικές «Τρωάδες», σε σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα στην Επίδαυρο καθώς και οι δικές της συναυλίες στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο ή στο Μέγαρο Μουσικής, το βραβείο Φελίνι, για τον καλύτερο κινηματογραφικό συνθέτη της Ευρώπης και πολλά άλλα σημαντικά βραβεία στην Ελλάδα και τον κόσμο.

 

 

Από την δεκαετία του ΄90 οι δίσκοι της κυκλοφορούν παγκόσμια από την ανεξάρτητη γερμανική εταιρεία ΕCM, της οποίας ο ιδρυτής Μάνφρεντ Αΐχερ, βραβευμένος με βραβεία Grammy, επιμελείται ο ίδιος την παραγωγή τους. Διαβάζει κανείς στον τύπο της εποχής εκείνης: «Αναμφίβολα μια μοναδική μορφή της παγκόσμιας ορχηστρικής μουσικής. Δίνεται κυριολεκτικά σε κάθε τι που κάνει, βάζοντας σε κάθε μία της σύνθεση κι ένα κομμάτι από τον εαυτό της. Βάζει την αγάπη, την ανησυχία και την σιωπή. Δεν έχει πλέον πατρίδα. Πατρίδα της είναι ο κόσμος!». Την εποχή που οι ειδικοί όλου του κόσμου γράφουν αυτά για την μουσική της, η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου γίνεται πιο ελληνική από ποτέ. Όσοι την έχουν παρακολουθήσει, θυμούνται πάντα τα –λίγα τραγούδια που έγραψε. Ελληνικά, που ακουμπούν σε μια λαϊκή παράδοση τόσο στερεή, όσο η μουσική της. Η ίδια λέει σε μια συνέντευξή της, στο «Βήμα», στον Γιώργο Σκίντσα: «Οι καλλιτέχνες – εγώ τουλάχιστον σε αυτούς ανήκω – δεν κάνουν την τέχνη τους επάγγελμα. Δεν την έκανα ποτέ επάγγελμα. Έχω βγάλει την φήμη του πολύ καλού συνθέτη κινηματογράφου, αλλά δεν το είδα ποτέ ως επάγγελμα. Το είδα ως μια αφορμή για ενδιαφέρουσες συναντήσεις με σκηνοθέτες, ποιητές… Έχω δεχτεί και δέχομαι πολλά σενάρια απ΄ όλον τον κόσμο. Τα 9/10 τα έχω απορρίψει ή τα απορρίπτω. Χρειάζεται προσοχή πού θα βάλεις τον πήχυ… Πολύ εύκολα μπορείς να ξεφύγεις».

 

 

Η ίδια πάντως, μοιάζει να μην ξέφυγε ποτέ. Σε μια άλλη συνέντευξή της, στην ερώτηση «Πότε ένας μουσικός είναι μεγάλος;» απαντάει πολύ απλά. «Όταν έχει την τεχνική αλλά συγχρόνως προσφέρει την ψυχή του αντίδωρο στους άλλους». Και γυρνώντας πίσω, στην παιδική της ηλικία, εκεί που αρχίζουν όλα λέει: «Εκεί ξαναγυρνάμε με μια τρομακτική ένταση, από εκεί αποζητάμε, από εκεί θα αντλήσουμε. Κράτησα όλες τις μουσικές που άκουγα τότε. Τα υπέροχα τραγούδια που έλεγαν οι ψιλές γυναικείες φωνές την ώρα που μάζευαν το καλαμπόκι, τους ήχους από τα κλαρίνα στα πανηγύρια, το υπέροχο μαντολινάκι που έπαιζε ο παππούς μου και τα τραγούδια που τραγουδούσε, τις ψαλμωδίες Κυριακή στην εκκλησία».

 

 

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄90 αρχίζει η συνεργασία της Ελένης Καραΐνδρου με την ΕCM που αντιπροσώπευε, τότε, στην Ελλάδα η ΛΥΡΑ, στην οποία εργαζόμουν αρκετά χρόνια. Αυτή η συνεργασία έφερε και την γνωριμία με μια γυναίκα που θαύμαζα χρόνια πριν. Για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ότι οι μεγάλοι, οι πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες δεν είναι δήθεν. Απαιτητική και τελειομανής, πρώτα με τον εαυτό της και μετά με τους άλλους, πολύ συχνά μας έκανε να ξεπερνάμε τα όριά μας και το χαιρόμασταν. Ανακαλύψαμε έναν γήινο άνθρωπο που ήξερε τι ακριβώς θέλει να κάνει και στο μετέδιδε πολύ εύκολα. Σε έκανε συνένοχο στο σχέδιό της και το υπερασπιζόσουν σαν να ήταν δικό σου. Και τα πράγματα δεν ήταν, σχεδόν ποτέ εύκολα και ιδεατά.

 

Θυμάμαι που θα έδινε μια μεγάλη συναυλία στις Βρυξέλλες, ανήμερα της Εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου. Επικοινώνησα με τις δημόσιες σχέσεις της ΕΡΤ προτείνοντας την μετάδοση ή μαγνητοσκόπηση της συναυλίας. Η υπεύθυνη ενθουσιάστηκε με την ιδέα, λέγοντας: «Να μια καλή ευκαιρία, την ημέρα της εθνικής επετείου, να δείξουμε τι παράγει πολιτιστικά αυτή η χώρα σήμερα». Σε λίγες ώρες με πήρε τηλέφωνο για να μου ανακοινώσει ότι «Δυστυχώς, δεν γίνεται, γιατί το συνεργείο που θα κάλυπτε την συναυλία έπρεπε να πληρωθεί υπερωριακά και οι Διευθυντές της ΕΡΤ δεν ενέκριναν να πληρώσουν αυτές τις υπερωρίες». Αυτόματα μου ήρθε η απάντηση πως εάν επρόκειτο για κάτι σχετικό με την Eurovision, oι υπογραφές θα έπεφταν αμέσως. Αλλά φυσικά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός ότι η Ελληνική Κρατική Τηλεόραση αδυνατούσε να καλύψει τα έξοδα ενός τηλεοπτικού συνεργείου. Για τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, η Ελένη Καραΐνδρου δεν υπήρχε και δεν υπάρχει. Πού να χωρέσει; Ανάμεσα στις κουτσομπολίστικες εκπομπές; Δεν χωράει, άρα δεν υπάρχει. Παρ΄όλα αυτά η φήμη της και η δουλειά της εξαπλώνονται σε όλον τον πλανήτη, τα πιο έγκυρα μουσικά περιοδικά του κόσμου ασχολιούνται με την μουσική της, κάθε συναυλία της αποτελεί κεντρικό γεγονός. Η ίδια μιλάει μόνο μέσα από την δουλειά της και τις αφορμές που της δίνει. Σε μια πρόσφατη συνέντευξή της είπε τα εξής σχολιάζοντας την εποχή μας: «Τα πράγματα ποτέ δεν ήταν ρόδινα. Και εγώ έως τα 38 μου δεν ζούσα από την μουσική. Αλλά είχαμε δύναμη, εμπιστοσύνη, ελπίδα. Αυτά που στερούμε σήμερα από τους νέους. Η πολιτική ευνόησε και έθρεψε ένα πελατειακό τέρας, άρα και ο κόσμος έχει διαφθαρεί. Να αλλάξουν οι άνθρωποι. Να παλεύουν για το καλύτερο και όχι να ψηφίζουν τον τάδε για να βάλει το παιδί τους στη δουλειά».

 

 

Στην Ελλάδα του 2014 η Ελένη Καραΐνδρου είναι ένας από τους τελευταίους κρίκους που μας συνδέουν με ένα πρόσφατο παρελθόν προσωπικοτήτων που με το έργο τους, έφτασαν την Ελλάδα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Μήπως ήρθε η ώρα να αντλήσουμε από το έργο αυτών των ανθρώπων και να αναρωτηθούμε τι θα αφήσουμε σαν παρακαταθήκη στα παιδιά μας;

 

 

Γιατί, όπως λέει η ίδια «Να ζούμε, αυτό μετράει. Αλλά για να το κάνω, λέω όχι σε πέντε σενάρια και σε τρία σήριαλ. Κατακλύζομαι από προτάσεις και από την Ελλάδα και από το εξωτερικό. Ξέρετε τι ωραίο όμως που είναι να μπορείς να λες όχι; Αυτά μετράνε στην ζωή, τα όχι που θα πεις κι όχι τα ναι. Γιατί είναι πολύ δύσκολο να αντιστέκεσαι. Πάνω απ΄όλα μετράει να κρατώ το μυαλό μου στην θέση του, να είμαι ακέραιη και να έχω σωστές ανθρώπινες σχέσεις. Άμα αισθανόμουνα ότι δεν είχα ευχαριστηθεί την οικογένειά μου, ότι δεν έζησα τον πατέρα μου που πέθανε πέρυσι στα 90 του, ότι δεν έζησα τον γιό μου μέχρι τα 18 του που πήγε για σπουδές, τι να την κάνω την μουσική;».

 

 

 

 

* Ο Άγγελος Κουτσούκης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός και δημοσιογράφος.

[iframe width=”560″ height=”315″ src=”//www.youtube.com/embed/5627_VZbNAU?list=PL2C71E4C2444B90C1″ frameborder=”0″ allowfullscreen ]


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Φθηνοί λαϊκισμοί, βρωμισμένες μονταζιέρες και τα ελιτίστικα. Αλλά εγώ επιμένω…, της Άννας Κοντοπίδη [Νάξος]
Έτος Μέριμνας Προσωπικού για τον Σ.Ξ. και το ΓΕΣ αποκατέστησε την ολοσχερή καταστροφή οικίας Υπαξιωματικού στον Έβρο
Ο δικός μας Τζορτζ, της Αλεξάνδρας Καρακοπούλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.