Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Ακούς; Ήρθε η ώρα να φύγεις!, της Μαρίνας-Μαρίας Βασιλείου

Δεν βλέπεις που βρέχει; Πού θέλεις να πας;

Μείνε.

Όχι. Mην το σκέφτεσαι καν αυτό. Δεν με τρομάζει η μοναξιά. Περήφανη η απουσία δεν νομίζεις. Πολλά βράδια ήθελα να φωνάξω μείνε λίγο ακόμα την ώρα που εσύ βιαστικά μάζευες τα τελευταία απομεινάρια του κόσμου σου. Άτακτα ερριμμένα πράγματα σε ένα δωμάτιο που γεννήθηκε για να φιλοξενεί αξίες. Έτσι το ονειρεύτηκα τουλάχιστον. Χαρτιά παντού, νότες, γράμματα, πινέλα και χρώματα ν αγκαλιάζουν τους τοίχους. Και οι τοίχοι αυτοί με πλακώνουν.
Και τα όνειρα μετουσιώνονται σε εφιάλτες. Υγρά όνειρα που τρέμουν μην γίνουν πάγος, ποθούν να γίνουν πάγος. Στεγανές ιδέες σε έναν κόσμο παράλογο. Σκληρός ο κόσμος και ήρθαμε απροετοίμαστοι. Και όλη η ζωή περνά σαν στοίχημα, πόσο θα αντέξεις, αν θα αντέξεις.

Αλήθεια, εσύ τι θέλησες ποτέ περισσότερο στην ζωή σου; Ιδέες; Την ουτοπία σου; Τον εαυτό σου; Έτσι είναι ο άνθρωπος, αγαπητέ μου κύριε, δεν γίνεται να αγαπά χωρίς να αγαπά την πάρτη του. Ξεχαστήκαμε στην πορεία όμως και αγαπάμε μόνο τη πάρτη μας.

Τα βράδια έρχεται και φεύγει το ίδιο όνειρο. Είμαι σε ένα δάσος, βρίσκω τον ψηλότερο γκρεμό και πηδώ. Τρομάζω και βλέπω την σκιά μου δυο φτερά ανοίγονται κατά μήκος των ώμων μου. Και πετώ. Έχεις νιώσει ποτέ ελεύθερος;
Και κάπου εσύ, καλά κρυμμένο τσογλάνι, με σημαδεύεις με μια σφεντόνα. Άσος στα παιχνίδια. Και νιώθω το επιδέξιο πέταγμα να σαπίζει και παράταιρη του ουρανού να με τραβά κάτι την γη, να χάνω ύψος , το σώμα μου να γίνεται μολύβι και να συντρίβομαι στο έδαφος. Και δεν είναι η πτώση που πονά αλλά η ιδέα του πετάγματος. Και εσύ τέλειο τσογλάνι δεν φροντίζεις τις πληγές. Μόνο στέκεσαι χαιρέκακα και καμαρώνεις προσπερνώντας το θύμα. Οι μεγαλύτεροι εγκληματίες ούτως η άλλως σκοτώνουν για την τέρψη.

Θυμάσαι; «Ό,τι δεν πρόλαβα να ζήσω ήταν όλη μου η ζωή».

Όχι δεν έφταιγε η τραγική, ερωτική μου φύση. Η ερωτευμένη μου φύση έφταιγε.

Μπορούσαμε να ζήσουμε τα πάντα μαζί, να γελάμε, να κλαίμε, να αγγίζουμε ιδέες που τρομάζουν, να αναγεννιόμαστε, να κοιτάμε ώρες ο ένας τον άλλο και να μην έχει καμία αξία η σιωπή. Να με προσέχεις, να σε προσέχω, να δημιουργείς, να γελώ με την δειλία σου, να γελάς με την παραλογία μου, να ηρεμώ τους φόβους σου, να ξεπερνάμε τις αδυναμίες μας.

«Ό,τι δεν πρόλαβα να ζήσω ήταν όλη μου η ζωή».

Τώρα πλέον μπορείς να φύγεις.

 

Μαρίνα-Μαρία Βασιλείου

SHARE
RELATED POSTS
Ζήτω τα χωριά μας: Δραπανιάς, του Σταύρου Θεοδωράκη
Η σιωπηλή παρηγοριά των βιβλίων…, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη
Ο Θεός ενός Κατώτερου Παιδιού, της Δέσποινας Κοντάκη
1 Comment
  • Χρήστος Μ
    16 Νοεμβρίου 2014 at 04:27

    Πολύ ωραίο και ευαίσθητο και τρυφερό και βαθύ και πραγματικό – αν και πιο ήπιο από την πραγματικότητα Μαρίνα και Μαρία. Αλλά παραπλανητικός ο τίτλος βρε Μαρίνα και Μαρία μου: εγώ περίμενα να αναφέρεσαι στον Σαμαρά, το Βάγκο ή τον ΓΑΠ. Μπορώ συμβολικά να το δω και έτσι επειδή έχω ψύχωση μ’ αυτούς? Μπράβο Μαρίνα και Μαρία !!!

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.