
Η Ματίνα Ράπτη -Μιληλήέχει πτυχίο Κοινωνιολογιας και η πτυχιακή της εργασία ήταν πάνω στην κακοποίηση ανηλίκων. Γράφει μικρές ιστοριες που εχουν να κάνουν με το σήμερα και το χθες. Της αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω της και να ακούει τις ιστορίες τους.

Αύγουστος, κατακαλόκαιρο, παραλία οικογενειακή, παππούδες γιαγιάδες, αδειούχοι γονείς, πιτσιρίκια να πλατσουρίζουν παστωμένα αντιηλιακό σαν σαρδελάκια έτοιμα για τηγάνι, όρθιοι έφηβοι με κουπιά να ισορροπούν επικίνδυνα πάνω σε σανίδες, ο ήχος της θάλασσας που σκάει στα βοτσαλάκια, παραδίπλα το σφυροκόπημα της ” έξυπνης” βάσης της ομπρέλας- αλουμινόχαρτο δεν ενοχλεί πια κανέναν λουόμενο ακόμα και ντάλα μεσημέρι, μπάλες, κουβαδάκια, βαρκάκια φουσκωτά, σαγιονάρες σκόρπιες δώθε κείθε, πολύχρωμα παρεό να ανεμίζουν με το ελαφρύ αεράκι, καπέλα, παπουτσάκια θαλάσσης, βατραχοπέδιλα και …εγώ. Ξαπλωμένη στην σκιά μιας ομπρέλας, πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά έχω παραδοθει από ώρα στο bird watching τριών τεράστιων γλάρων που ψαρεύουν στα βαθιά και παίζουν σαν ανέμελα παιδιά στο νερό. Στα ρηχά και φέτος μια παρέα κορμοράνων! Ναι κορμοράνων που πέρσι ήταν δύο και φέτος μετρήσαμε μέχρι και οχτώ! Δεν μας φοβούνται καθόλου. Κολυμπάνε σαν παπάκια δίπλα μας όταν κολυμπάμε και ξαφνικά βουτάνε και εξαφανίζονται για λίγο μέχρι να βγούνε στην επιφάνεια πολλά μέτρα μακριά . Όλοι οι άλλοι περισπασμοί μοιάζουν με μουσικό χαλί μέσα στο κεφάλι μου και απλά με νανουριζουν γλυκά. Απέναντι η Εύβοια απλωμένη σαν νυσταγμενος δεινόσαυρος που αντί για αγκαθωτά πτερύγια έχει ανεμογεννήτριες εν σειρά. Κάτι ξέμπαρκα συννεφάκια αλλάζουν σχήματα μπρος στα μάτια μου και όλα, τί παράξενο, μοιάζουν στο τέλος με δράκους! Στο βάθος ένα ιστιοφόρο με φουσκωμένο πανί ζει την δική του Οδύσσεια. Μια διάφανη μπάλα έχει αυτονομηθεί και μια μαμά προσπαθεί να την προλάβει πριν βρεθεί στα βαθιά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η μπάλα ξανοίγεται ελεύθερη πια εκεί που το χρώμα της θάλασσας γίνεται μπλε σκούρο και χάνεται ευτυχισμένη και ελεύθερη, γεμάτη από το οξυγόνο της λαχανιασμενης μαμάς που την κυνηγούσε ματαίως. Μια σακούλα πολυμπαγκ στα ρηχά ταξιδεύει κι αυτή χωρίς περιεχόμενο και τρομάζει τους λουόμενους που την περνάνε για τσούχτρα ζελεδάκι. Καπελάκια λευκά, η σταθερή καλοκαιρινή ομάδα των συνταξιούχων της παραλίας κολυμπάνε παρεούλα και ανταλλάσσουν τα νέα τους, συνταγές, προβλήματα υγείας, χάπια και αναμνήσεις. Με την άκρη του ματιού μου πιάνω ένα νεαρό ζευγάρι να έρχεται φορτωμένο με τα της παραλίας και να εγκαθίσταται δίπλα μου όπου υπήρχε κενός χώρος. Πρώτα τοποθετήθηκε η ασημί ομπρέλα με την φασαριόζα βάση της. Το γνωστό γκάπα γκούπα στον μεταλλικό σωλήνα- σφυρί. Μετά άνοιξαν δύο ωραιότατες μαύρες πολυθρόνες που πολύ τις ζήλεψα γιατί είχαν την δυνατότητα να γίνονται ξαπλώστρες που όμως τα πόδια αιωρούνταν σαν μωρουδίστικα λίκνα! Μαγικό! Άνοιξαν μοδάτες πετσέτες, βγήκαν καφεδάκια παγωμένα, νεράκια σε ανοξείδωτα παγούρια, ένα ζευγάρι ρακέτες, μια μπάλα βόλεϋ και διάφορα άλλα μικροπράγματα. Όταν τελείωσαν όλες οι προετοιμασίες μπήκαν με τα όμορφα ταιριαστά μαγιό τους μέχρι τον αστράγαλο στο νερό χέρι χέρι και στάθηκαν για λίγο έτσι ακίνητοι, ένα είδος τεστ της θερμοκρασίας, υπέθεσα. Έσκυψαν, έβρεξαν τα χέρια τους και τα τίναξαν προσεκτικά. Μετά κάθισαν στην σκιά δίπλα δίπλα, βολεύτηκαν στις μαγικές τους καρέκλες …άνοιξαν τα κινητά τους έβαλαν ακουστικά και δεν ξαναμιλήσαν. Προσηλώθηκαν στις μαύρες οθόνες τους ενώ το κύμα έσκαγε ένα μέτρο από τα πόδια τους. Την ίδια στιγμή στον ουρανό περνούσε ένα πυροσβεστικό αεροπλάνο που πήγαινε να προλάβει μια ακόμα καταστροφή, ένας μαύρος κορμοράνος είχε βγει στα τρία μέτρα από την ομπρέλα τους έχοντας,τρισευτυχισμένος, στο ράμφος του ένα μικρό ψαρακι και ένας τεράστιος λευκός δράκος περνούσε πάνω από τα κεφάλια τους καμαρωτός κι αγριεμένος. Έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα στον ήχο της θάλασσας και των τζιτζικιών. Η δική μου μαύρη οθόνη ήταν γεμάτη χρώματα.


Το σκίτσο είναι του Βαγγέλη Παυλίδη

Στηρίξτε-Ενισχύστε την iΠόρτα με τη δική σας χορηγία…