Πόρτα στη Φωτογραφία

Αφιέρωμα -πραγματεία στον Παναγιώτη Παπαδημητρόπουλο: το πορτραίτο του βλέμματος, του Παναγιώτη Δελλή

Spread the love
Do not go gentle into that good night.

 

Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light…

Dylan Thomas
 
La notion de vérité me semble être un outil qui permet de créer des nouvelles approches, d’installer de nouvelles méthodes en ce qui concerne la poïétique de la photographie, la poïétique étant la focalisation sur ce qui se passe pendant la gestation de l’image, lorsqu’elle est en train de se faire. 

Panayotis Papadimitropoulos 
(Paris, 22 Août 2012)
 
Il ne faut pas dire que le passé éclaire le présent ou le présent éclaire le passé. Une image, au contraire, est ce en quoi l’Autrefois rencontre le Maintenant dans un éclair pour former une constellation. En d’autres termes: l’image est la dialectique à l’arrêt (Bild ist die Dialektik im Stillband). Car, tandis que la relation du présent au passé est purement temporelle, la relation de l’Autrefois avec le Maintenant est dialectique: elle n’est pas de nature temporelle, mais de nature figurative (bildlich). Seules les images dialectiques sont des images authentiquement historiques, c’est-à-dire non archaïques. L’image qui est lue – je veux dire l’image dans le Maintenant de la connaissabilité – porte au plus haut degré la marque du moment critique, périlleux (den Stempel des kritischen, gefährlichen Moments), qui est au fond de toute lecture
 
Walter Benjamin
 
Paris, capitale du XIXe siècle. Le livre des passages, 
 
éd. R.Tiedemann, trad. J. Lacoste, Paris, Le Cerf, 1989, P.479-480
 
Form? Spirit, spirit of forms, forms of forms? Form of forms, formalism, uniform? One form? Style-cycles, archaic, classic, late forms? Broken-forms, impressionism, empty forms? Bad form, good form, right, wrong form? Forms follow function-filthy-lucre? Form without substance? Without end? Without time?
 
A. Reinhardt
 
(texte reproduit dans Ad Reinhardt, Los Angeles-New York, The Museum of Contemporary Art-The Museum of Modern Art, 1991, p.124)
 
Lorsque je dis: Je vois telle chose, ce n’est pas une équation que je note entre je et la chose. (…) Mais, dans le rêve, il y a équation. Les choses que je vois me voient autant que je les vois.
 
Paul Valéry
 
Το υπαρκτό μάς υπερβαίνει-ο κόσμος μέσα στην καθημερινότητά του είναι το υπερβατό. 
Η λεξιθεσία προβάλλει τον κόσμο στην οικειότητά του× η εικονοθεσία προβάλλει την οικειότητά της στον κόσμο.
 
Το πραγματικό αντικείμενο αντανακλά μόνο το όνομά του, το ωθεί στην λήθη× το πνευματοποιημένο αντικείμενο βρίσκει ενίοτε μέσα στο μάτι την πραγματικότητά του.
 
Το έργο του ζωγράφου είναι το υπόστρωμα της ζωγραφικής όπως η πραγματικότητα το υπόστρωμα του ορατού. Το έργο και η πραγματικότητα μυστικοποιούνται από την ορατότητα που δημιουργούν.
 
Το ορατό προσέρχεται ως ολότητα που ανακτά την αποσπασματικότητα του κόσμου και την ενοποιεί. Το μάτι βρίσκει την ανακτημένη πραγματικότητα ακινητοποιώντας κάποια σπαράγματά της.
 
Panayotis Papadimitropoulos
 
Clignacourt Paris
 
Η ζωγραφική προτάσσει την επιφάνεια της ψευδαίσθησης όπως η πραγματικότητα το ορατό. 
Τί είναι το φόντο στην ζωγραφική, υπό τον όρο ότι δεν είναι φόντο αλλά ανεύρεση! Και ποιό είναι το φόντο της σκέψης, που στην ουσία της δεν έχει φόντο, αλλά ωστόσο αναπαρίσταται σε κάποιο σημείο! Καταδεικνύοντας την λειτουργία της σκέψης θα συνιστούσε αποσύνθεση της αναπαράστασής της προς όφελος της μοναδικής της προβολής, αλλά σε ποιόν χώρο! Απαιτείται η επιφάνεια του όγκου, η επιφάνεια της ψευδαίσθησης… 
 
Την δεκαετία του ’60, πολλοί ζωγράφοι χρησιμοποιούσαν το επισκόπιο, που τούς επέτρεπε παράλληλα να είναι χειριστές της ψευδαίσθησης και απρόσωποι ρεαλιστές× ασκούνταν άμεσα στην σκιά των αντικειμένων: σκιά που ήταν προβολή της ορατότητας. Από την δεκαετία του ’70, οι περισσότεροι επέστρεψαν στο σχέδιο, άμεση ζύμωση του πνευματικού ειδώλου. 
 
Οι τίτλοι των έργων μεταμορφώνουν τα ζωγραφισμένα αντικείμενα σε αντικείμενα ψευδαίσθησης, μόνο που οι ζωγραφισμένες λέξεις είναι αντικείμενα οι ίδιες× διανοητικά αντικείμενα με διπλή λειτουργία: της γραφής, που προσανατολίζεται στο φαντασιακό× του ορατού, που προσπίπτει στα μάτια.
 
Οι εικόνες της πραγματικότητας αποτελούν συχνά εικόνες εικόνων, ως εκ τούτου φασματικές. Τα επικοινωνιακά μέσα μάς «μπουκώνουν» με αυτές τις σκιές στο όνομα της πληροφορίας, η οποία τοιούτως είναι η ψευδαίσθηση της ψευδαίσθησης ως επί του πραγματικού προσφερομένη. 
 
Ποιό είναι το νόημα της εικόνας; Το ορατό μπορεί να γίνει εικόνα, και η εικόνα με την πραγματικότητα συνδιαλέγεται την ίδια αναφορά που συντηρεί το βλέμμα. Η ομοιότητα με την πραγματικότητα μάς αρκεί. Εξάλλου, το αντικείμενο ορίζεται από την χρήση του, και παύεται κάθε διερώτημα για την εικόνα του αντικειμένου. Η αναπαράσταση είναι παιγνίδι, που λειτουργεί άψογα ακόμα και αν λησμονούμε ότι η ένθεση περιέχει την αναφορά μας προς τον κόσμο. 
 
Το ορατό υπάρχει στον βαθμό που μάς μετατοπίζει!
 
Ο Έτερος οφείλει να είναι το όμοιό μου για να τού αναγνωρίσω το Έτερο. Η ετερότητα έχει χρείαν από την οθόνη της ομοιότητας.
Ήταν η στιγμή που η σκέψη του ζωγράφου διαπέρασε το αντικείμενο που ο ζωγράφος αναπαριστούσε× μα το αντικείμενο ήταν ήδη μέσα στην σκέψη. Προς το οποίο η σκέψη τονώνει το ορατό, και προς το οποίο η σκέψη επινοεί επιπλέον το ορατό, έτσι που από την άγνοια του αισθητού να αναδύεται μέσα μας το υλικό που διεγείρεται αδιόρατα προς το φως. 
 
Οι εικόνες γίνονται παρουσιάσεις από το βλέμμα, όχι από την πραγματικότητα. 
 
Η όραση δεν είναι εξακρίβωση, είναι ανάγνωση.
 
Το βλέμμα διαπερνά το τζάμι χωρίς να το βλέπει. Αν αντιληφθείτε το τζάμι και το γεγονός ότι, μέσα στο βλέμμα, το τζάμι παρεμβάλλει πυκνότητα, ανακαλύπτετε επιπλέον την πυκνότητα της διαφάνειας που συσφαιρεί το βλέμμα και το συνιστά. 
 
Σήμερα, η πλειονότητα των οπτικών έργων αναζητούν την πληρότητα της όρασης. Καλλιεργούν την αίσθηση του αμφιβληστροειδούς, όχι την ενέργεια του πνευματικού. Προσδιορίζουν την όραση αντί να την μεταδίδουν. Δεν είναι βλέμμα μέσα στο βλέμμα, μα σκηνογραφία, ιδέα. Και τίποτε δεν εξαντλείται πιο γρήγορα από την ιδέα, γιατί μόλις καταστεί έργο τέχνης, εκκρίνει πλέον μόνο το ήδη-ιδωμένο. 
 
Σημείο αφετηρίας του αοράτου είναι το μάτι. 
 
Το οραματικό παρακολουθεί την όρασή του και, μέσα στην κίνηση του οράματος, δεν ταπεινώνει πλέον την εικόνα στον ρεαλισμό, προς το αναφερόμενό της, αλλά τής παραχωρεί ιδιότητα αντικειμένου και την μεταμορφώνει σε σκέψη της πραγματικότητας. 
 
Η πρισματική επιφάνεια εισάγει στον χώρο του βλέμματος έναν χώρο αναλογίας και η ανακάλυψή του συνιστά αποκαλυπτική χειραφέτηση. Μα το πρισματικό είναι εξίσου, μέσα στην πυκνότητά του, το «εντός» που αντιλαμβανόμαστε στον «εκτός» χώρο: διαφάνεια του «εντός» χώρου που ορίζει και υπεκφεύγει ταυτόχρονα. 
 
Το τζάμι, που αίρεται και επαληθεύεται μέσα στην διαφάνειά του, δημιουργεί την συνύπαρξη, αντιφατική μέσα του, ενός χώρου όμοιου προς αυτόν εντός του οποίου τα μάτια αντιστρέφουν το βλέμμα. Έτσι, το τζάμι είναι χώρος εσωτερικός και χώρος εξωτερικός. Μπροστά του, θα λέγαμε το εξής: το ορατό πηγάζει από την πιθανοφάνεια του νοερού!
 
Ανάμεσα στην σκέψη που διερωτάται αυτό που είναι η πραγματικότητα και την ίδια την πραγματικότητα, βρίσκεται το ορατό.
 
Μέσα στην ταυτοχρονότητα της όρασης και του οράν βρίσκεται ταχύτερη από την συνείδηση η αμεσότητα.
Δεν κάνουμε λόγο για το προφανές: αυτό έχει την δική του επάρκεια. Εντελώς όπως έχει την δική του επάρκεια το ορατό, που και αυτό ανασύρεται από το προφανές. Δεν θα συμπεραίναμε εύκολα ότι, όντας η πραγματικότητα ορατή, καθετί πραγματικό είναι ορατό, και καθετί ορατό πραγματικό. Ωστόσο το ορατό δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η αναπαράστασή του. Εξου η εξορία του παραδείσου. 
 
Όλα είναι εδώ, ενώπιόν μου, καθετί πραγματικό υπό το πρίσμα του ορατού× όλα είναι εδώ, ενώπιόν μου, απουσιάζει όμως το σώμα μου. 
 
Το ορατό είναι ο φωτεινός θάλαμος, όπου όλα ανοίγονται στην όραση, μέσα στο φως. Το αόρατο, είναι ο σκοτεινός θάλαμος που, μέσα του, μεταμορφώνει ό,τι βρίσκεται έξω από μένα υπό την μορφή του ορατού.
Το μάτι είναι προσανατολισμός, απόλυτα.
 
Η οπτική αντίληψη μεταμορφώνει την εικόνα της πραγματικότητας σε εικόνα ομοιότητας, και από δω παράγεται η οπτική σκέψη.
 
Η συνείδηση τέμνει το οπτικό του νοητού: μάς ωθεί στην λήθη της διάρκειάς τους: της ομοιότητάς τους.
 
Μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο εξολοκλήρου διατυπωμένο από την αρχή. Αυτό δεν είναι λοιπόν το απόκρυφο σχέδιο της τέχνης! Όταν καταστήσει την πραγματικότητα στην εικόνα της, δεν θα βρίσκεται πλέον σε κατάσταση διλήμματος, ούτε θα είναι αναπαράσταση, αλλά το ίδιο το αντικείμενο. Ως εκ τούτου, το πνευματικό και το πραγματικό θα είναι ταυτισμένα× και θα σημάνει το βασίλειο μίας άλλης συνύπαρξης…
 
Η ανάγκη ύπαρξης του ίδιου του αντικειμένου κατευθύνει σήμερα το οπτικό σε δύο υποθέσεις εργασίας, που είναι οι δύο αντιθετικοί πόλοι της σύγχρονης τέχνης. Από την μία, η παραστατική υπόθεση, που παρουσιάζει αντικείμενα ή αποσπάσματα του κόσμου, παραγράφοντας την σχέση τους ως προς το αναφερόμενό τους× από την άλλη, η αφηρημένη υπόθεση, που επιχειρεί να αφαιρέσει καθετί το ανεκδοτικό, και μάλιστα κάθε μορφή, έτσι που θέμα της ζωγραφικής να είναι η ζωγραφική. Στις δύο περιπτώσεις, η αναπαράσταση είναι γονιμοποιημένη, παραλυμένη× ο πίνακας δεν είναι πλέον οφθαλμαπάτη μέσα στην διαφάνεια του οποίου το βλέμμα διέφευγε μπροστά του και βυθιζόταν στην πνευματικότητα: είναι αδιαφανής, στερείται περιγράμματος, έχει όγκο, και παράγει το νόημά του αντί ν’ αποδίδει σημασία. Το βλέμμα καθηλώνεται στο όριό του. Και επιστρέφοντας το βλέμμα σε εκείνο το σημείο, ανακαλύπτει στο αντικείμενο, που παραμένει πίνακας, αλλά πρωτίστως ένα πνευματικό αντικείμενο, την ιστορία του. 
 
Ο χώρος είναι ελευθερωμένος: αντιλαμβανόμαστε τον όγκο του, το πεδίο του. Ο πίνακας δεν υποβάλλεται πλέον στην όραση, αλλά στην σκέψη. 
 
Το βλέμμα εξετάζει την αναπαράσταση ως αυτοάσκηση ερωτημάτων για το ίδιο, αρνούμενο έτσι την φυσική απόσπαση της όρασης. 
 
Πριν γίνω σκέψη για την όρασή μου, ήμουν η όρασή μου.
 
Χώρος του βλέμματος, χώρος του πνεύματος, αντανακλώμενοι στην μεταξύ τους αναλογία. Υφή σωμάτων αόρατη όπως αόρατος μέσα στην όραση ο αέρας. 
 
Κατά διαστήματα αυτό που βλέπουμε είναι ο αέρας. Τον αισθανόμαστε εκεί όπως το νερό του βλέμματος. Το στοιχείο του. Το συστατικό του!
 
Βλέμματα σ’ εκκρεμότητα: στο εσωτερικό τους βλέπουμε τον αέρα.
 
το περιεχόμενο του βλέμματος
το βλέμμα περιέχον
το περιέχον περιεχόμενο σημείο της όρασης 
 
Το εστιακό σημείο: ενίοτε αισθανόμαστε μέσα στην όραση την περισυλλογή του εστιακού-το σημείο του εστιακού της όρασης.
 
Υπάρχει και το προφανές. Είναι προφανές το αντικείμενο που συμπίπτει με το βλέμμα. Έτσι υποκείμενο και αντικείμενο ταυτίζονται. Διαφορετικά και ταυτισμένα. Ταυτισμένα καθόσον διαφορετικά.
 
Όταν η λεπτομέρεια γίνεται απόλυτη όραση, η απόσταση χάνεται: το ορατό είναι το αντικείμενο και όχι η εικόνα του. 
 
Το σημείο φυγής επιτρέπει το «πιο μακριά». Το αφαιρούμε, και υπάρχει μόνο το «μακριά». Το «πλησίον». Και ο χρόνος εκ περιτροπής συνίσταται αποκλειστικά από το παρόν. Η εικόνα που προτιμώ συνίσταται από το «μακριά», που προσηλώνει το παρόν. Αυτή την εικόνα, όταν είμαστε ελεύθεροι, δεν μπορούμε να την υποστηρίξουμε, κάτι που μάς οδηγεί στην αναστροφή της κατάστασης ώστε να γίνει στην εικόνα το σημείο φυγής: το παράθυρό της προς τον θάνατο. 
 
Το βλέμμα δεν δείχνει αυτό που περιέχει, αναμφίβολα γιατί εμφανίζει την ζωτικότητα του αντιθέτου, είναι το απλανές βλέμμα. Το βλέμμα αγγίζει το όριό του μέσα στο απλανές. Σπανίζουν οι πίνακες και οι εικόνες που είναι απλανή βλέμματα: στην πλειοψηφία τους μιμούνται την απουσία φόντου. Οι φωτογραφίες μάς συγκινούν, γιατί προαφαιρούν την στιγμιαιότητά τους πάνω στο ζωτικό. Γιατί ακμάζουν αφαιρώντας. Ακινητοποιούν το στοιχείο που δεν θα μπορούσε να ακινητοποιηθεί. Τις βλέπουμε επιπλέον στο εσωτερικό της όρασής μας ως κενοτάφια. 
 
Η όραση του ορίου δεν είναι υποστηρίξιμη: ο αέρας δονείται, και έτσι τον βλέπουμε: ως διαπερασμένη δόνηση γίνεται υπόσταση. 
Μόνο που το αμετασάλλευτο είναι εξίσου η αφάνεια της απόστασης, που μεταμορφώνεται σε χώρο της συγχώνευσης.
 
 
συγχώνευση: ο παρατηρητής και το αντικείμενο της παράτηρησης αποκτούν επαφή μέσα στο ατμοσφαιρικό κενό. Δεν υπάρχει πλέον όριο. Όλα εμπίπτουν στον ίδιο χώρο. 
 
Το φαντασιακό είναι η έξοδος της αναπαράστασης, αλλά επιπλεόν ελιγμός ώστε να την ανακτήσουμε – αλλού. Ο τόπος του είναι πίσω από το μάτι. Εξού η αδυναμία των «φαντασιακών» εικόνων: ανήκουν στο εικονικό όλον.
 
Το ντεκουπάζ είναι δηλωτικό: αποδεικνύει ότι όλα θα είναι οπτικά. Μόνο οπτικά. Θα «επαναληφθεί» πριν από το φιλμάρισμα για να εξακριβώσει την ακολουθία. 
 
Δεν ατενίζουμε την πραγματικότητα μα την αναπαράστασή της, ατενίζουμε τα πάντα υπό την μορφή μιας εικόνας οργανωμένης, σημαίνουσας. 
 
Το αντικείμενο ως τέτοιο αντανακλάται πάνω στον αμφιβληστροειδή, άλλως η οπτική εικόνα αντανακλά με ακρίβεια το πραγματικό αντικείμενο, όμως η οπτική αντίληψη συνέπεται, γίνεται φορέας ερμηνείας.
 
Ενώ η απόδοση είναι όριο του νοήματος, η ομοίωση είναι το ανεξάντλητο. 
Ενίοτε, το βλέμμα δοκιμάζει ν’ απομονώσει το ορατό στο εσωτερικό της όρασης, και στην συνέχεια ψάχνει να ανακαλύψει την περιφέρεια των πραγμάτων με την ελπίδα ότι έτσι η ορατότητά τους θα είναι λιγότερο έντονη από την πραγματικότητά τους. 
 
Ο παραστατικός ζωγράφος χρησιμοποιεί την ομοιότητα, η οποία όμως γίνεται επίσης η παγίδα του. Αν αυτό που επιζητά είναι η βεβαιότητα, θα χαράξει απλά μια εικονογράφηση× αν διαπεράσει την εικονογράφηση ως κατώφλι, διέρχεται το οπτικό και βρίσκει την ένωση.
 
Η εικόνα είναι ψευδαίσθηση, αλλά το βλέμμα είναι πραγματικό. Αποκτώντας δολίως το πραγματικό ο ζωγράφος μεταμορφώνει την ψευδαίσθηση της ζωγραφικής σε παρουσία της πραγματικότητας. 
Βιώνοντας εξερχόμαστε της αναπαράστασης, αλλά μόλις εξερχόμαστε, δεν γνωρίζουμε πλέον αυτό που βιώνουμε. 
 
Ο ρεαλισμός, για τον ζωγράφο, δεν συνίσταται στην αναπαραγωγή ενός θέματος, αλλά στην αναπαραγωγή μιας σχέσης. (François Deck)
 
Η εικόνα, φυσικά, προκαλεί την φαντασία× η πραγματικότητα προκαλεί το σώμα. Ζούμε μέσα στην αναπαράσταση, και η ρουτίνα της μάς δημιουργεί την σύγχυση εικόνας και πραγματικότητας. Εξου δεν είμαστε παρόντες στον κόσμο, ούτε καν μέσα στην σάρκα μας. 
Η εικόνα μάς συγκινεί καθόσον άμεση και ακινητοποιημένη, εντασσόμενη έτσι ολόκληρη μέσα στην στιγμή, δηλ. το μη-θνητό. 
 
Δια της γραφής εισαγόμαστε στο μη-αναστρέψιμο, ενώ παραλλήλως απευθυνόμαστε στα μάτια με τρόπο αόρατο× η ζωγραφική είναι το αντίθετο, γιατί είναι δημιουργία του ορατού αλλά και αναστολή του χρόνου.
 
Το φως είναι αμιγώς οπτικό, αλλά επιπλέον παρόλα αυτά πνευματικό όταν το βλέπουμε να αναβλύζει αντικείμενα ή μάλλον να τα αγγίζει.
 
Το ορατό είναι η πρώτη μας σκέψη για τον κόσμο: σκέψη συνυφασμένη με τα πράγματα, την στιγμή μάλιστα που χωρίζεται με μία απομάκρυνση από το σημείο της οποίας το πνευματικό θεμελιώνεται ως το αντίστροφο του ορατού βρίσκοντας έτσι τον τόπο του – είναι ο τόπος όπου ελεύθερο, μακριά από τον κόσμο, αφαιρεί.
Η ζωγραφική μάς επαναφέρει στην σκέψη του κόσμου, δηλ. την πρώτη επαφή, μάς εγκαταλείπει προκαλώντας εν συνεχεία έναν πνευματικό ερεθισμό ως περιεχόμενο επικλητικό αδυνατώντας όμως να κυριαρχήσει πάνω στην παράστασή του. 
 
Οι ζωγραφισμένες εικόνες ακριβώς όπως οι φωτογραφικές εικόνες αναπαριστούν το πραγματικό, αλλά με στερεοτυπική παρέκκλιση έτσι που παράλληλα να αναπαριστούν την σκέψη του πραγματικού× το υλικό τους στοιχείο είναι διπλό: μετέχει στην υλικότητα του κόσμου, που είναι κάτι το στερεό, και σ’ εκείνη του πνευματικού, που είναι άϋλη, γιατί σύσταση της σκέψης είναι η αντίληψη εκείνου που βρίσκεται μπροστά στο μάτι μας μεταβαίνοντας στην συνέχεια πίσω από τα μάτια μας μέχρι την έκλειψη της όρασης…
 
Κυριολεκτικά μέχρι την αδυναμία της αναπαράστασης.
 
Ο πίνακας έλκει τα μάτια μας προς το βλέμμα που είναι το ανυψωμένο του βλέφαρο, όμως έχουμε την τάση να βλέπουμε μόνο το βλέφαρο και όχι το βλέμμα. 
 
Το βλέμμα είναι σιωπή.
 
Η πράξη του Ορφέα: αντιλαμβάνεται τον κόσμο με τα μάτια του και αμέσως εισάγει στον χορό το νόημα μέσα στον ήχο της γλώσσας.
Ο παράδεισος είναι διάσπαρτος σε όλη την γη, για τούτο δεν τον αναγνωρίζουμε πλέον. Πρέπει να ενοποιήσουμε τις διασπασμένες εκφράσεις του. (Novallis)
Τα αντικείμενα είναι εδώ, πάντα τα ίδια, μα ο χώρος ενώπιον των ματιών μου ανοίγει έναν άλλο, και αυτός ο χώρος, τα αντικείμενα δεν τον επιπλώνουν γιατί εξατμίζονται αδιάλειπτα σε λέξεις, ενώ οι λέξεις παρενοχλούν την όρασή μου σαν μύγες. Χαμηλώνω τα βλέφαρα. Ο χώρος ρέει ανάμεσα. Ανοίγω το ένα μάτι, έπειτα το άλλο: τα αντικείμενα, τούτη την φορά, ανατρέπονται μέσα στο μυαλό μου, και ανησυχώ για την εσχάτη τους ακρίβεια γιατί αυτή πληγώνει..
 
Το ορατό είναι το μυαλό μου εξωτερικά, όπου τα αντικείμενα είναι οι λέξεις μου. 
 
Ας υποθέσουμε έναν τόπο που περιέχει την πραγματικότητα. Πρόκειται για βεβαιότητα αναδυόμενη στα μάτια, συνυφαινόμενη με το φως και την σιωπή. Αμνημόνευτο το βλέμμα για τον τόπο. Τον βλέπουμε αναφυόμενο από το βάθος του εαυτού. Αναφυόμενο στον κόσμο.
 
Το βλέμμα είναι σάρκα όγκου που η ουσία του δεν είχε ποτέ όνομα. Η σάρκα, παρούσα, στον εξωτερικό χώρο, κινείται εξίσου αργά μέσα στα μάτια μου, μέσα στο κεφάλι μου… και όταν την αισθάνομαι, δεν βρίσκεται πια κανένα κομμάτι του εαυτού μου τεμαχισμένο…
 
Αυτό που γνωρίζουμε είναι αναγνωρισμένο ως προς το μοντέλο που αναπαριστά μια εγγύηση πραγματικότητας× μέσα στην αναλογία ριγά η μετάβαση, αντιθέτως, από το πραγματικό στο πνευματικό και από το ορατό στο δημιουργημένο. 
 
Τίποτε δεν είναι καθαρό, και κυρίως η σχέση μας προς τον έτερο ή τα πράγματα. Δημιουργείται μια αναγνώριση θεμελιωμένη στα αναφέροντα× η αναλογία αποσπά το αντικείμενο ως εγγύηση πραγματικότητας και το εκσφενδονίζει στην πνευματικότητα. 
Η αναλογία στο αντικείμενο είναι ό,τι ο έρωτας για το υποκείμενο.
Σε κάθε αντικείμενο αναγνωρίζουμε καταρχάς με μικροπρέπεια το πλέον αναγνωρίσιμο, και όταν αυτό απουσιάζει, φυσική μας ροπή είναι η δυσπιστία ή η εχθρότητα. Εδώ υφίσταται το είδος του οπτικού ρατσισμού…
Στο φόντο των ματιών μας, το βλέμμα μεταμορφώνει το ορατό σε υλικό μιας αόρατης δραστηριότητας.
 
Οι εικόνες είναι ακίνητες, αλλά τις φιξάρουμε με μάτια που μεταβάλλονται, και μόλις διαπεραστούν οι εικόνες στα μάτια, αποκτούν κίνηση όπως ακριβώς η σκέψη μας. 
 
Το αντικείμενο του βλέμματος μοιάζει με το αντικείμενο της σκέψης ως κάτι που μοιάζει στην σκέψη του ζωγράφου με τα αντικείμενα που έχει απεικονίσει πάνω στον καμβά του. 
 
Η μορφή διασταυρώνει με διφορούμενο τρόπο την πιο αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και την πιο σκοτεινή πραγματικότητα, εκείνη των ειδώλων μας, των ενοχλήσεών μας, της πνευματικότητάς μας. Η ασάφεια γίνεται αντιληπτή, και διασπά την όρασή μας ανάμεσα στο ανάγλυφο εξωτερικό και το αόρατο εσωτερικό. Η διάσπαση μάς βοηθά να δούμε ομού την οπτική επιφάνεια και το νόημα. 
 
Η όραση είναι άμεση, μα αυτό που αντιλαμβάνεται, πρέπει να γίνει συλλογισμός, έτσι η όραση γίνεται σκέψη.
 
Στην αρχή, ο άνθρωπος έβλεπε, και αγνοούσε την ομιλία. Η όραση ήταν ως εκ τούτου η ακεραιότητα της σκέψης του. Η σκέψη, λοιπόν, ήταν ομοίωμα του κόσμου, γιατί αποτελούσε την εικόνα. 
 
Έπειτα, θέλησε να οπτικοποιήσει τους ήχους της ομιλίας του, και επινόησε την γραφή.
 
Μα βλέποντας την γραφή, το μόνο που έβλεπε ήταν λέξεις, και έγινε αντιληπτό ότι είχε αποδώσει το αόρατο στο ορατό. 
 
Έτσι, μέσα στο σώμα του ανθρώπου, παράγεται ο μεγάλος χωρισμός ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό: ανάμεσα στην όραση που βλέπει και την όραση που σκέφτεται… Και το χέρι έγινε διφορούμενο όργανο που σχεδιάζει το ορατό και καταγράφει το αόρατο…
 
Η μορφή μιλάει στα μάτια ως στόμα φωτός: δεν είναι μήνυμα, εκπορεύεται από το φως.
 
Τα σημεία του φαντασιακού είναι σημεία που δεν γνωρίζουμε την χρήση τους ούτε την σημασία τους. Ανήκουν στον Λόγο και όχι στην γλώσσα. Η αναπαράστασή τους διακόπτει την διάρκεια της αναφοράς που συνδέει το περιβάλλον με την νοημοσύνη μας και το καθιστά υπο-κείμενο: ξαφνικά η κεντρική μας θέση είναι αμφισβητούμενη, και μάς υπολείπεται μόνο η σιωπή: σιωπή των ματιών που πλήττει την όραση του ορατού. 
Συνήθως ατενίζουμε ιδέες και έπεται ο αυτονόητος συμπερασμός ότι τα αντικείμενα υπόκεινται όλα τους σε μία τελειότητα. Δεν είναι ο κόσμος που μάς περιβάλλει αλλά ο χώρος μιας εικόνας, ο όγκος της: κάθε της στοιχείο είναι λιγότερο παρουσία και περισσότερο ερμηνεία. 
 
Η γνώση συσσωρεύεται. Αφήνει ανέπαφο το ερώτημα: Τί είναι σκέψη; Ωστόσο, αποκρίνεται ευθύς αμέσως ο φωτογράφος, πείτε μου το άλλο: Τί είναι όραση; και από την μια ερώτηση στην επόμενη πραγματικά θεμελιώνεται μια αναλογία αφής στιγμής ρίξουμε το βλέμμα σε μια φωτογραφία.
 
Γιατί;
 
Επειδή η φωτογραφική εικόνα μάς δείχνει αυτό που κάθε στιγμή ενθέτουμε στο μυαλό μας: βλέμματα. 
 
Από την οπτική μας σχέση με τον κόσμο ανασύρουμε τα υλικά των πνευματικών μας λειτουργιών, οι οποίες, πριν, είναι προσανατολισμένες στην συνείδηση, και μετά προς την σκέψη…
 
Η μεγαλύτερη εφεύρεση των νεότερων χρόνων είναι εκείνη της φωτογραφικής μηχανής, της οποίας το μάτι και ο σκοτεινός θάλαμος συνιστούν έναν μηχανισμό ανάλογο με εκείνον που, μέσα στο σώμα μας, ανελίσσει το βλέμμα έτσι που να το μεταμορφώνει δια της σκέψεως σε μεταφορά ή νόημα. 
 
Ξεκινώντας από την φωτογραφική μηχανή, μπορούμε να οραματιστούμε πολλές άλλες μηχανές× για παράδειγμα μια σύξευξη της κάμερας και του υπολογιστή που θα μάς επέτρεπε να γράφουμε οπτικά μαζί με όλες τις εικόνες του κόσμου: εκείνες του πολιτισμού όπως κι εκείνες της πραγματικότητας καθώς τις συγχωνεύει αχώριστα η μνήμη μας. 
 
Η χειρονομία παρουσιάζει μια μορφή με σημασία και υλικό που λαμβάνει ζωή: το διάγραμμά της εκπληρώνει την συνένωσή τους. Καθόσον το σημείο είναι μόνο σημείο, αιτείται αποκλειστικά το μέρος της αναγνώρισης που αποκαλύπτεται από την γνώση× καθόσον το υλικό είναι μόνο ποσότητα, δεν προκαλεί τίποτε άλλο παρά μόνο την συνταύτισή του υπό το όνομα που χαρτογραφεί το υλικό συνολικά× η χειρονομία, διασταυρώνοντας σημείο και υλικό, αθετεί τον διαχωρισμό που τα συγκροτούσε το καθένα μέσα στο στερεότυπό του, και αναδίνει το αντικείμενο που έρχεται στο φως από την ένταση της παρουσίας του.
 
Η όρθια στάση του σώματος ανοίγει την γωνία της σχέσης και λαμβάνει το ρίσκο, μέσα στην απομάκρυνση της διάσπασής του, να δοθεί στην όραση την στιγμή που βρίσκουμε το οπτικό του σημείο× έκτοτε, τα πόδια μας στηρίζονται στο έδαφος, μα εξίσου μάς συνδέουν με την σκιά μας, ως εάν υπήρχε η δυνατότητα να κατακτήσουμε το βλέμμα αντιλαμβανόμενοι μόνο το όριό του× και το δικό μας.
 
Το εσωτερικευμένο είναι αδιαπέραστο, σαν να ήταν η συσσώρευση του χώρου και του χρόνου τα οποία μάς συνιστούν, αλλά το εξωτερικό, που πιστεύουμε ότι μάς διαπερνά ζωηρά, συντίθεται από τον ίδιο χρόνο, τον ίδιο χώρο, και η συνείδηση της ομοιότητας μπορεί να φωτίσει το αόρατο.
 
Το όριο, είναι το παρόν. Σπανίως καθοριζόμαστε από την δυνατότητα να ζήσουμε στο άκρο του, που είναι τοποθέτηση όχι στον χρόνο, αλλά στην εύθραυστη και διαπεραστική σχέση που ονομάζουμε «παρουσία».
 
Η ομορφιά είναι αποτέλεσμα, ποτέ σκοπός. (Chilida)
 
Ο αέρας, το φως, είναι η λησμονημένη πλευρά του βλέμματος. Βλέπουμε τα πράγματα, τα πρόσωπα, τον κόσμο, δεν βλέπουμε την δύναμη που αποκαθιστά την ορατότητα.
 
Τα αντικείμενα ενίοτε είναι διαιρεμένα ομοιάζοντας στον τρόπο που, σ’επαφή με τον αέρα και το βλέμμα μας, αναδίνανε προς το μέρος μας ένα δέρμα φωτός, αλλά ο αναδιπλασιασμός υποχωρεί τόσο γρήγορα που το αντικείμενο μεταπίπτει στο όνομά του ή στην χρήση του. Προσδιορίζουμε μόνο σκιές, και ποτέ την διπλή υποφαιότητα, αν και συγχωνεύει παροδικά αυτό που από το αντικείμενο και από μας συνιστά μέσα στην συνάντηση-αν και είναι η ίδια η πνοή της σχέσης.
 
Ο αέρας είναι το μπροστινό μέρος ενός πεδίου από αέρα. Το πεδίο αντιστοιχεί στο βεληνεκές του βλέμματός του. Και το βλέμμα οροθετεί την επικράτειά του όπως θα το έκανε στον ουρανό το νεύμα του μαντείου. 
 
Αν η σύσταση της τέχνης δεν είναι μόνο να κοσμεί τον χώρο, είναι υπό την σημασία μιας πνευματικής λειτουργίας που μάς εξετάζει. Η λειτουργία είναι αχώριστη από την αντίληψη του ορατού γιατί διανοούμαστε αμέσως όλα εκείνα τα στοιχεία που ανήκουν στην πραγματικότητα. Έτσι τα πάντα φαίνονται να προβάλλουν από το κεφάλι μας και όχι από τον εξωτερικό κόσμο. Η τέχνη, χρησιμοποιώντας το ορατό ως υλικό και ως τόπο της έκφρασής της, επιμένει με διπλό τρόπο πάνω σε αυτή την σχέση, που εκφυλίζει προκειμένου να αποκτήσει νόημα.
 
Τα πάντα μάς παρουσιάζονται μέσα στο ατμοσφαιρικό, με τρόπο που αυτό το στοιχείο φαίνεται απαραίτητο για τα μάτια μας όσο και για τα πνευμόνια μας. Ως εκ τούτου το βλέμμα είναι έμπλεο από υλικό που δεν το βλέπει, και το ορατό μεταφέρεται έτσι στον αέρα από το αόρατο…
 
Αυτό που ο ζωγράφος παρουσιάζει πάνω στον καμβά του μεταφέρεται αόρατα από τον αέρα του εγκεφάλου του. Αέρας που αναδύεται στα μάτια του και τα χέρια του χωρίς ποτέ να τον βλέπει πραγματικά, όποια και αν είναι η όρασή του. Αιθριάζει τον καμβά του διακινδυνεύοντας έτσι να χάσει τον εγκέφαλό του. 
 
Από την στιγμή που ένας πίνακας μάς κάνει να κοντοστέκουμε, βλέπουμε χωρίς να το γνωρίζουμε σε αυτόν την επιρροή του δικού μας παρόντος πάνω στο παρελθόν του, πράγμα ανεκτίμητο και το οποίο έχει ως αποτέλεσμα, μέσα στην αναπαράσταση, ότι η πραγματικότητα έχει την τάση να συγχέεται με την μυθοπλασία. Ως εκ τούτου, ανακαλούμε ενίοτε στην μνήμη μας ότι υπάρχει σε κάθε μνήμη η εικόνα του παραδείσου, και σε κάθε βλέμμα ένα άνοιγμα προς το άπειρο. Το διπλό ίχνος αυτής της κατάστασης είναι εγγεγραμμένο μέσα στην ζωγραφική, αλλά παραμένει απροσδιόριστο, ακριβώς όπως το μέρος του ειπωμένου και του ανείπωτου σε ένα βιβλίο. 
 
Η όραση είναι πράξη πάνω στην ζώσα σάρκα.
 
Έχουμε την πεποίθηση ότι ο πίνακας είναι ο καθρέφτης της πραγματικότητας, ενώ η πραγματικότητά του είναι ο καθρέφτης της σκέψης.
 
Το πορτραίτο είναι η αφορμή, για τον αναπαραστατικό ζωγράφο, έτσι που να αγγίξει τα όρια της αναπαράστασης, γιατί πρέπει να ζωγραφίσει μια εικόνα σύμφωνα με το μοντέλο και διατρέχει έτσι τον κίνδυνο αυτή η εικόνα να είναι μόνο αναπαράσταση της πραγματικότητας× πρέπει την ίδια στιγμή να εμφυσήσει σε αυτή την εικόνα τον τρόπο που αντανακλάται στην πνευματικότητά του, πράγμα που φέρνει σε διάσταση το πορτραίτο από το μοντέλο του.
 
Ο έτερος και ο εαυτός είμαστε εξίσου μέσα στον κόσμο, και αυτή η αμοιβαιότητα συνιστά την πραγματικότητα.
 
Η όραση είναι πράξη και στο πλαίσιό της ενοποιούνται η πρακτική, η σκέψη του κόσμου.
 
Η εικόνα είναι αυτό που υπολείπεται, αλλά είναι μόνο σκιά, δηλαδή το κενό. Η εικόνα παράγεται από την πραγματικότητα που μετατρέπει το κενό. 
 
Η εικόνα κατασκευάζει μέσα μας το σπήλαιο όπου προβάλλει τους ίσκιους της. Η εικόνα είναι ταυτόχρονα ο χώρος του και αυτό που το κατοικεί. 
Όταν η τέχνη δείχνει μια εμμονή στην ίδια της την υλικότητα προς βλάβη της εικόνας, θέλει να δείξει το εντεύθεν της αναπαράστασης που παράγει. 
 
Η αναπαράσταση και η σκέψη είναι φτιαγμένα από το ίδιο ακατανόητο ύφασμα, ενώ εγώ, για να τα κατανοήσω, ανοίγω το χέρι και το γεμίζω με αέρα. 
 
Η στιγμή της ομοίωσης είναι ίσως εκείνο όταν αντιλαμβανόμαστε στον άλλον αυτό που μάς διαφεύγει εμάς προσωπκά, αλλά εξακολουθεί να μάς διαφεύγει μέσα στον ενθουσιασμό της αντίληψής του. 
 
Το βλέμμα ενίοτε είναι όπως ένας καθρέφτης του οποίου το επέκεινα συνεχώς βαθαίνει για να μέ αποσπάσει από αυτό που βλέπω. 
 
Η ομοίωση είναι ο πιο λεπτός τρόπος για να αποπλανήσουμε το πραγματικό και να το μεταμορφώσουμε σε σκέψη. 
 
Ενίοτε, η κατανόηση δεν έχει αντικείμενο: αρκεί η όραση× αλλά όραση, σημαίνει ότι κατανοούμε πλήρως αυτό που βλέπουμε: η κατανόηση μέσα στην παρουσία.
 
Το οπτικό έργο απατά και βγάζει από την πλάνη× από την μια, ανήκει στο πραγματικό με το υλικό του× από την άλλη, στην μυθοπλασία. Αν το αντιληφθούμε πνευματικά, επιτυγχάνει την απόλυτη διάσταση μόνο διαφεύγοντας το πνευματικό για να πραγματωθεί. Πάντα, πρόκειται για την ένθεση μέσα στον κόσμο μιας όρασης, που δανείζεται από τον κόσμο τα υλικά της και το παρουσιαστικό, αλλά ο τόπος της είναι εκτός κόσμου. Και αυτή η όραση ολοκληρώνεται μόνο, αν ξαναφορεμένη στον κόσμο, κατορθώνει να τον αλλάξει. 
 
Βλέποντας αυτό με το οποίο είμαστε ερωτευμένοι, δεν πιστεύουμε στα μάτια μας τόσο ζωηρή είναι η ενσάρκωση της επιθυμίας ξαναβλέποντάς το, αλλά πιστεύουμε πολύ εύκολα στα μάτια μας μπροστά σε ό,τι είναι συνηθισμένο ή αδιάφορο. 
 
Υποβάλλοντας στην όραση είν’ ενίοτε να αγγίζεις με το μάτι τον κόσμο, μα το πιο συχνά είναι η αυτοπαρουσίασή του, ως εκ τούτου είμαστε δελεασμένοι από το διπλό που μάς χτυπά στον εγκέφαλο. 
 
Η αντίληψη της εικόνας την στιγμή που εκείνη μεταβαίνει από την ρετίνη στον πνευματικό χώρο θα επέτρεπε να δούμε πώς το πραγματικό απορρεαλιστικοποιείται για να γίνει το δέλεαρ του ιδίου το οποίο, πίσω από τα μάτια μας, προσαρμόζεται ωστόσο μέσα από την μεταμόρφωση σε έναν άλλο χώρο της πραγματικότητας: εκείνον της πνευματικής ενέργειας.
 
Το υλικό της σκέψης κρυσταλλοποιείται πιο γρήγορα από την έκφραση της σκέψης. Πώς εκφράζεται αυτή η ταχύτητα, καθώς η σκέψη τρέφει την επιβράδυνση των λέξεων!
 
Η λέξη μετά την άλλη και, από την μία στην άλλη, η κυρτή ροή του χρόνου.
 
Αντιθέτως, από το αντικείμενο στην εικόνα του, μία αστραπιαία σπουδή: το ενσταντανέ.
 
Η λέξη ενσταντανέ ορίζει εδώ και λίγο καιρό μια εικόνα που ασφαλώς δεν έλαβε αυτό το όνομα αναλογικά προς την πνευματική λειτουργία. Σε αυτή την περίπτωση, η γλώσσα γνώριζε περισσότερα από τους χρήστες της.
 
Η φωτογραφία είναι κεφαλαιώδης επινόηση γιατί πραγματώνει την διαίρεση του πραγματικού και της οπτικότητάς του. Ως προς το τελευταίο, μοιάζει με το βλέμμα, αλλά ταυτόχρονα το υπερβαίνει γιατί παρουσιάζει την οπτική αναπαράσταση και επιτρέπει επομένως, έξω από εμάς, ένα βλέμμα πάνω στο βλέμμα. 
 
Η οπή του φωτογραφικού ματιού διευθετείται (διευθύνεται, ρυθμίζεται) έτσι ως προς αυτό που η ταχύτητά της επιτρέπει την ακριβή αποτύπωση της εικόνας. Αυτή η ταχύτητα εκφράζει αναμφίβολα, αναλογικά, την σπουδαιότητα της ταχύτητας στο πέρασμα από το πραγματικό στο ορατό, από το ορατό στο οπτικό και από το οπτικό στο πνευματικό. 
 
Ο χρόνος είναι χωρίς αμφιβολία σημαντικός παράγοντας στην πνευματική μετάβαση: ο απαραίτητος χρόνος για την πνευματική επιγραφή των εικόνων του κόσμου.
 
Αν ήταν πιθανή μια αρχαιολογία του πνεύματος, θα ανακαλύπταμε ότι, εντελώς όπως η ανάγνωση επισπεύστηκε μεταβαίνοντας από την άρθρωση στην πνευματική διαδρομή, η πνευματική επιγραφή των εικόνων ακολουθούσε μια πορεία όλο και πιο γρήγορη μέχρι το ενσταντανέ!
 
Με άλλα λόγια, η αφαιρετική ικανότητα ακολουθεί έναν βηματισμό μεγαλύτερης έντασης.
 
Το ενσταντανέ είναι μία από τις συνέπειες αυτής της εντατικοποίησης.
Δεν είμαστε πλέον μέσα στην προοπτική, που ένωνε τον χώρο με την οπτική απώλεια. Βρισκόμαστε μέσα στον αποσπασματικό όγκο: απόσπασμα που αντιστοιχεί στο φόντο της αφαίρεσης ή στην προαφαίρεση που ασκεί το βλέμμα μέσα στον χώρο.
 
Κάθε σκέψη προοδεύει ταυτόχρονα επιστρέφοντας στον εαυτό της και αλλάζοντας θέση έξω από τον εαυτό. Το βλέμμα μπορεί να γίνει αναγνωρίσιμο μόνο εκτελώντας την ίδια αντιφατική κίνηση. 
 
Η εικόνα είναι η ανύψωση του νοήματος καθώς και η κατάπληξή του. Η εικόνα φαντασιώνεται το νόημα ενώ ταυτόχρονα το δημιουργεί, είναι η αφελής κίνηση και το περιτυλίγει, η δίψα και το νερό.
 
Όλοι οι άνθρωποι θα επικοινωνούν μέσα από την οπτική των πραγμάτων και αυτή η οπτική των αντικειμένων θα εκφράζει το σημείο της όρασης που τούς είναι κοινό, σε αυτούς, στα πράγματα, σε αυτούς όπως και στα αντικείμενα, στα αντικείμενα όπως και σε αυτούς.
 
Αυτό που η όραση δεν μπορεί να ταυτίσει παραμένει στον τόπο της ως οπτική σιωπή.
 
Ο χρόνος είναι η ταχύτητα των ματιών μας όταν μετέρχονται από αυτά στο αντικείμενο και από το αντικείμενο σε αυτά.
 
 
Ο Άλλος δεν είναι εικόνα: μάς αποκαθιστά στην πραγματικότητα.
 
Η εικόνα ενός αντικειμένου, όταν εκφράζει αυτό που γίνεται όραση, περιέχει ως εκ τούτου μέσα σε ένα βλέμμα όλα τα βλέμματα. 
 
 
 
Το πραγματικό δεν είναι στο φόντο του ορατού ό,τι το σώμα στο φόντο των ματιών!
 
Η διαφορά ανάμεσα στα πραγματικά αντικείμενα και τα ζωγραφισμένα αντικείμενα, είναι ότι τα πρώτα παραμένουν μπροστά στα μάτια ενώ τα τελευταία εξέρχονται από αυτά. Τα ζωγραφισμένα αντικείμενα ήταν μέσα στο σώμα, τα πραγματικά αντικείμενα ποτέ δεν μετακινήθηκαν του πραγματικού.
 
Συγκεκριμένα ζωγραφισμένα αντικείμενα ακτινοβολούν εκείνον που τα παρατηρεί× άλλα το μόνο που κάνουν είναι να υπενθυμίζουν το όνομά τους. Τα πρώτα είναι ελευθερωμένα από αυτά τα ίδια× τα δεύτερα είναι αλυσωδεμένα στην ταυτότητά τους. Τα πρώτα είναι μια πράξη όρασης μέσα στα μάτια× τα δεύτερα αντιγράφουν την όψη της όψεως. 
 
Η αναπαράσταση ξεσκεπάζει αυτό που βρίσκεται πέραν του συνηθισμένου χώρου της σχέσης, και που παραμένει στο φόντο της, ακριβώς όπως διαμένουμε στο φόντο του δέρματός μας. Η αναπαράσταση προϋποθέτει την αντιστροφή αυτής της κατάστασης και την ένθεση στο φως της ίδιας της οικειότητας.
 
Στο φόντο, η πιο ζωηρή αφαίρεση είναι να ζωγραφίσεις μια καρέκλα ενώπιον της οποίας κανένας δεν θα μπορούσε να είναι ικανοποιημένος προφέροντας την λέξη «καρέκλα». Η σύγχυση που έπεται-η σύγχυση να μην μπορείς να αποδώσεις την καρέκλα με μία λέξη-είναι ακριβώς εκείνο που μεταμορφώνει το ζωγραφισμένο αντικείμενο σε σκέψη, και την αναπαράσταση σε εικόνα της πνευματικότητας.
 
Οι καθρέφτες μάς γοητεύουν γιατί ελαφρύνουν τα πράγματα από το υλικό τους και μάς τα προτείνουν όπως αυτά διέρχονται μέσα στα μάτια μας. 
 
Η αναπαράσταση δεν είναι αναπαραγωγή αντικειμένων, αλλά η μεταστροφή τους από αυτά τα ίδια για να τα θέσουμε μέσα στην αίσθηση των ματιών.
 
Η όραση, είναι η πραγμάτωση του κόσμου μέσα στα μάτια μας.
 
Πρόκειται να μεταβάλουμε την μηχανική λειτουργία του βλέμματος για να δει εντέλει αυτό που συνήθως τού διαφεύγει. Το δέντρο παραμένει δέντρο, και μάλιστα το πρόσωπο ένα πρόσωπο: το μόνο αντικείμενο που θα μπορούσε να τα αλλάξει μέσα στα μάτια μας, είναι η ανάδυση στο εσωτερικό της εικόνας τους, και ως εκ τούτου του βλέμματος, μιας σχέσης που τροποποιεί την σύσταση της όρασης. 
 
Τί είναι η ομορφιά!
 
Η απάντηση δεν είναι εύκολη: το αντικείμενο που θέλγει τα μάτια μου απογοητεύει την γλώσσα μου. Και το χέρι προσμένει.
 
Τα μάτια στρέφονται προς το παράθυρο.
 
Η απάντηση είναι εκεί, αλλά δεν σαλεύει.
 
Βλέπω το μπλε του ουρανού-ναι, βλέπω το μπλε του ουρανού.
 
Ιχνηλατώ τις λέξεις μου.
 
Έφυγα επί τόπου, χωρίς τίποτε άλλο να κινείται-και τόσο ζωηρά-παρά μόνο το πρόσωπό μου: η πύλη-βλέμμα.
 
Έφυγα, αγνοούσα την έξοδο.
 
Επέστρεψα-γιατί όμως;
 
Επέστρεψα, και σκέφτηκα: «ομορφιά», έπειτα «λήθη», έπειτα «μπλε». Και ξαφνικά: «γιατί;» Η ερώτηση, στον τόπο της τομής πιο μακριά από το μετέπειτά του, και μέσα στα μάτια που παρατηρούν την σελίδα και την γραμμή επανεμφανίζονται τα μάτια που κοιτάζανε τον ουρανό.
 
Δύο βλέμματα σε ένα: το ένα που παρατηρεί, το άλλο που υπερθέτει. Η διαφορά τους δεν είναι μετατόπιση μέσα στον χρόνο, όπως αρχικά πίστεψα ενστικτωδώς: βρίσκονται εκεί μαζί, βρίσκονται εκεί ταυτόχρονα.
 
Ένα ενιαίο βλέμμα και δύο χώροι μέσα του.
 
Δύο διαφορετικοί χώροι.
 
Χωρίς το τελευταίο να είναι δυνάμενο στην σκέψη, εκτός και αν κάθε μέρος του χώρου είναι ενοποιημένο με το σύνολο του χώρου, έστρεψα το βλέμμα μου προς το παράθυρο.
 
Η υπόσταση του ουρανού είναι επιπλέον η υπόσταση του βλέμματός μου, φέροντάς το μέχρι εκείνο το σημείο που δεν έχει τέλος, πληρούμενο εντελώς από αυτό το σημείο. 
 
Ο χώρος είναι υποστασιακός. Το άνοιγμά του εισάγεται ταυτόχρονα παντού και μέσα στα μάτια μου. Ανοίγεται σε κάθε αντικείμενο, ανοίγεται τόσο πολύ, ανοίγεται μέχρι του σημείου να καταργήσει όλα τα ανοίγματα μέσα στην Οπή.
 
Και μέσα στην Οπή, χάνω την κεφαλή μου.
 
Τα μάτια μου είναι το τέρμα της οπής γιατί αποτελούν επιπλέον την αρχή.
 
Όραση είναι να έχεις μία οπτική γωνία. Και αυτό το σημείο τέμνει εντός του. Εγκοπή.
 
Το σώμα είναι μια εγκοπή. Και ιδού η μετώπη προς το όλον, και ιδού τα νώτα προς το τίποτε. Έως εάν το ένα και το άλλο να μην βρίσκονταν στην ίδια ατμόσφαιρα.
 
Το δέρμα των ματιών μου δεν ακινητοποιεί πλέον την υπόσταση του ουρανού: βρίσκεται μέσα μου όπως βρίσκομαι μέσα της. 
 
Όλα είχαν συντελεστεί.
 
Ένα διαπεραστικό συναίσθημα.
 
Σαν να υπήρχε στο υπόστρωμα του δέρματος το μπλε του ουρανού.
 
Μέσα στο αιθριασμένο, δεν υπάρχουν πλέον όρια, ούτε εγκοπή, ούτε πρόσοψη, ούτε νώτα.
 
Το κεφάλι είναι η έδρα της όρασης, αλλά δεν επικυριαρχεί πλέον.
 
Το κεφάλι είναι όλο όραση, αλλά είναι επιπλέον το σώμα, το μπλε του ουρανού και αυτή η απουσία τόπου το αυξάνει από κάθε τόπο…
 
Η αντίληψη του οπτικού μεταβάλλει το σώμα γιατί ως υπόσταση ανατρέπει τα όρια…
 
Η ζωγραφική ενθέτει μέσα στα μάτια μας έναν αέρα διαμέσου του οποίου ποτέ ακόμη δεν έχουμε δει. Αυτός ο αέρας είναι η νεότητα του βλέμματος. Η επιστροφή της στο διηνεκές. 
 
Η απεικόνιση θανατώνει το αντικείμενο που εμφανίζεται να είναι η πρόφασή της: σκοτώνει εκείνο που η συνηθισμένη του όραση αρκείται σε μία αναφορά απλής χρησιμότητας. 
 
Το βλέμμα είναι ο δημιουργός μου. (Matisse)
 
Τα αντικείμενα είναι ο καθρέφτης της σκέψης μας: ένας καθρέφτης ενεργός γιατί μάς υποχρεώνει να εργαζόμαστε την αντανάκλαση μέχρι να επιτύχουμε αυτό που αντιστοιχεί στην μορφή που ο ίδιος αντανακλά. 
 
Είμαστε ειδωλολάτρες της ακριβούς σημασίας και της αναφοράς× μάς απομνημονεύσαν την επιθυμία της γνώσης και όχι την ηδονή της όρασης.
 
Η παρουσία εκπληρώνει από μόνη της όλη την νόησή της: δεν ρέει προς την επεξεργασμένη της κρίση όπως η γνώση. 
 
Η εικόνα είναι εξίσου μοιρασμένη ανάμεσα σε μία πληροφορία, που ικανοποιεί την γνώση, και μία παρουσία που έχει την δική της αυτάρκεια. Η παρουσία μάς ενοποιεί με την εικόνα× η πληροφορία μάς εξορίζει προς την αναφορά, προς μία συμπληρωματικότητα που δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ πλήρης.
 
Η παρουσία μάς έλκει εξ ολοκλήρου μέσα στο ορατό× η γνώση μάς ασκεί προς το αόρατο, το σκοτεινό, το εσωτερικό, αλλά για να τα φωτίσει με το νόημά της.
 
Κάθε τι το οπτικό εκπέμπει από την παρουσία, μα, λίγο-λίγο, το έχουμε μεταμορφώσει σε αναγνώσιμο, δηλαδή σε όργανο της γνώσης.
 
Ο κόσμος εκφράζεται μέσα στο ορατό× το αντίστροφο συμβαίνει με την εσωτερικότητά μας.
 
Μία εικόνα φαίνεται να αυτοπεριέχεται× πράγματι, είναι αντανάκλαση στοχαστική που επιζητείται διαμέσου των στοιχείων που την συνθέτουν, διαμέσου της σύμμειξής τους. Το αναγνώσιμο διπλασιάζει την ψευδαίσθηση της εικόνας στον βαθμό που η παρουσία της την καθιστά διπλά ψευδαισθησιακή, ενώ η ίδια αποκρύπτει την ψευδαίσθησή της.
 
Η εικόνα εμφανίζει ομοιότητες με την πραγματικότητα, αλλά ο χώρος της είναι η αφαίρεση του πραγματικού χώρου: αναπαριστά ευανάγνωστα τον απαρίστατο και αόρατο χώρο όπου διαμορφώνεται και κυκλοφορεί η σκέψη.
 
Ο τόπος όπου βρισκόμαστε παρόντες και ο τόπος όπου ο κόσμος εντοπίζεται είναι ένας και ο αυτός τόπος, και αυτός ο τόπος, που είναι μάλιστα το εξωτερικό, είναι εξίσου ο τόπος όπου η υποκειμενικότητά μας αποκαλύπτεται όταν έρχεται σ’ επαφή με τον Άλλον. Βρισκόμαστε εμείς οι ίδιοι τόσο μακριά όσο μπορεί να φτάσει η όρασή μας, και ο κόσμος στέκεται εκεί, έξω από εμάς μέσα μας.
 
Όταν ο θεατής λησμονεί το θέαμα, παύει να είναι ο καθρέφτης όπου τα αντικείμενα αναγνωρίζονται, και τα αντικείμενα παύουν να τού εκπέμπουν την εικόνα της δύναμής του. Υπάρχει ελάχιστο δέρμα και περισσότερος αέρας: από αυτό δημιουργείται επικοινωνία. 
 
Δεν υπάρχει ακρίβεια στην μορφή του βλέμματος.
 
Τα πνευματικά βλέμματα είναι ακριβώς αυτό που κανείς δεν βλέπει, διότι τα μάτια, που μεταφράζουν το ορατό σε πνευματικό, ποτέ δεν ασκούν την αντίστροφη λειτουργία. Ο λόγος ταξιδεύει στα τυφλά ανάμεσα στο μάτι και το αντικείμενό του επιδεικνύοντας το κενό εκεί που ήταν πλήρες: η πληρότητα του βλέμματος-και της γραμμικότητας εκεί που ήταν παρουσία.
 
Η συναρμόνιση του πλαισίου και το μοντάζ εισάγουν το αναγνώσιμο, και ακολούθως την αναγκαιότητα της ανάγνωσης, ως εκ τούτου της αποκρυπτογράφησης, σε αυτό που θα θεωρούσαμε-και που εν γένει αυτοθεωρείται-«αντικειμενικό».
 
Η λήψη του στιγμιαίου είναι η ίδια ένα βλέμμα διευθυνόμενο και κωδικοποιημένο. Δεν υφίσταται έκφραση που να είναι το ίδιο το αντικείμενο όπως εμφανίζεται να είναι (και που ο δημιουργός ονειρεύεται να είναι), διότι κάθε έκφραση περιέχει μία απόσταση της οποίας είναι, στην καλύτερη περίπτωση, η πιο σύντομη μορφή-μικρογραφία. 
 
Ο χώρος είναι διττός: ορατός και αόρατος. Μέσα στο ορατό, ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται× μέσα στο αόρατο, τον αναδημιουργούμε με σκέψη. Ο χώρος είναι διττός αλλά είναι μοναδικός.
 
Ο πνευματικός μας χώρος μάς διαφεύγει μέσα στην ίδια την δραστηριότητα μέσω της οποίας αποκτούμε παροντικότητα. Δεν μπορούμε να τον φωτογραφίσουμε, μόνο δια του αοράτου με λέξεις ή μέσα από εικόνες που δεν τον αναπαριστάνουν, αλλά μόνο τον σχεδιάζουν διαμέσου μίας υπόφαιης σκιερότητας.
Η φωτογραφία δημιούργησε την μορφή που είναι μια «λήψη» διατεταγμένη από το «καδράρισμα»× αυτή η μορφή είναι πρότερη όχι μιας «σύνθεσης», υπό την έννοια της ζωγραφικής, αλλά μιας στάσης του σώματος προς το ορατό. Στάση ουσιαστική, διότι, προσδιορίζοντας την σχέση του φωτογράφου και του ορατού, ορίζει προφανώς την θέση της μηχανής. Το σώμα υποβάλλει την μηχανική εργασία της οπτικής λήψης: προσεταιρίζεται με αυτό τον τρόπο το αντικειμενικό.
 
 
Το καδράρισμα δίνει μορφή με τρόπο απόλυτα καινοφανή: επεργάζεται τον χώρο και το κενό του, ενώ δημιουργούμε πάντα από την οπτική μορφή ξεκινώντας από ένα πλήρες ή μία επιφάνεια. Το καδράρισμα πραγματοποιεί μέσα στον χώρο έναν τεμαχισμό βάσει σχεδίου, και η φωτογραφία έχει την μορφή αυτού του τεμαχισμού-παράδοξη μορφή αν σκεφτούμε ότι σέβεται απόλυτα την ά-μορφη ρευστότητα του χώρου. Ο τεμαχισμός δεν κόβει παίζοντας με το φόντο μέσα στον χώρο παρά την ποιότητά του ως αποκαλύπτοντος. 
 
Όταν ο θεατής λησμονεί το θέαμα, παύει να είναι ο καθρέφτης όπου τα αντικείμενα αναγνωρίζονται, και τα αντικείμενα παύουν να τού εκπέμπουν την εικόνα της δύναμής του. Υπάρχει ελάχιστο δέρμα και περισσότερος αέρας: από αυτό δημιουργείται επικοινωνία. 
 
Το βλέμμα που ατενίζουμε γεμίζει τον αέρα που βρίσκεται ως ουσία μόνο μέσα στα μάτια. 
 
Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι η ύλη είναι εδώ, παντού, μέσα μας, αλλά είναι παρούσα υπό τόσα ονόματα που αυτή η αποσπασματικότητα τής ανυψώνεται από την στερεότητα. Επιπλέον είμαστε πιο αισθητοποιημένοι προς το αερικό παρά προς το στερεό, και όταν μιλάμε για το εσωτερικό, είναι από τον χώρο που ενεργείται, ως εάν το εσωτερικό να έμοιαζε με τον άφθονο αέρα. Η ομοιότητα είναι μεταδιδόμενη, σκορπίζει στο έξω μία εσωτερότητα που δημιουργήθηκε σε πείσμα της× εγκολπώνει αυτό που θα έπρεπε να παραμένει προς μια μετωπικότητα, και ιδού που το κατ’επίφαση το αποσπά προς το πραγματικό. Το σώμα μας είναι προβολή.
 
Η προβολή, είτε είναι στον αέρα, κυματίζουσα, και ενσωματώνεται επομένως τον χώρο, είτε είναι ακινητοποιημένη και αυτοπαρουσιάζεται. Όταν μεταμορφώνεται έτσι σε αναπαράσταση, απαιτείται να λάβει χώρα μία διασταύρωση, που δηλώνει το υλικό της προβολής και την κρυσταλλοποιεί. Ως προς το ότι έχουμε την συνήθεια να βλέπουμε μόνο εικόνες, κάτι επισυνέβη, που ανήκει στην τάξη μιας περιπτυσσόμενης ενεργείας, αλλά άμεσα γόνιμης, ενώ η γέννηση που έπεται είναι μία φανταστική μορφή. Η πράξη που ονομάζεται «δημιουργία» είναι πάντα μεταστρεφόμενη ως προς την φύση της, αναμφίβολα γιατί θα εμφανιζόταν πιο «θεϊκή» αποφέροντας στο πνεύμα το αόρατο τμήμα αυτής της λειτουργίας, περισσότερο δε δοκιμάζοντας να εκφράσει την ασαφώς σεξουαλική διαδικασία. Και μιας σεξουαλικότητας παράδοξης στον βαθμό που, δια της ροής της, το φύλο οφείλει να διαιρεθεί χωρίς υπόρραμα έτσι ώστε να ενεργεί πάνω στο ίδιο διαμέσου του έργου με τρόπο που να κυοφορηθεί και να δηλώσει αυτό που θα έμενε, αν όχι, μη εκπεφρασμένο, ως εκ τούτου μη γόνιμο, μέσα στην νωθρή και άφωνη επιφύλαξη της οικειότητάς του.
 
Υπάρχει μία εν είδει δι-σεξουαλικότητα μέσα στην διείσδυση της ύλης από την μορφή, έπειτα μέσα στην διείσδυση του «όλου» από τον πνευματικό χώρο. Ό,τι ανήκει αποκλειστικά στον τόπο του αμφιβληστροειδούς παραμένει ασεξουαλικό, ως εκ τούτου ανίσχυρο.
 
Η ζωγραφική είναι σύσταση της αναζήτησης του προσώπου εκεί που δεν υπάρχει πρόσωπο. (Bram van Velde)
 
Η οπτική εντύπωση εγκαταλείπει το αμφιβληστροειδές και διεισδύει μέσα μας. Αυτή η διείσδυση θα μπορούσε να έχει το βάθος του έσω χώρου, θα μπορούσε επιπλέον να τον συστήνει. Δεν γνωρίζουμε να απομονώνουμε τις διαφορετικές διαστάσεις του χώρου εντός του οποίου εκτυλίσσεται η πνευματική μας δραστηριότητα, αλλά αισθανόμαστε σε ποιό βαθμό αυτή η δραστηριότητα υπόκειται σε μια περίμετρο συναλλαγής ανάμεσα στην σάρκα του σώματος και τον αέρα του κόσμου. 
Η όραση διεισδύει μέσα μας: αερίζει την φυσική πυκνότητα στο σημείο να δοκιμάζουμε έναν χώρο και, σε αυτόν, ανυψώσεις, μία ελαφρότητα. Ο καθένας το αισθάνθηκε πολύ συχνά έτσι που να μην βλέπει παρά μία εικόνα. Ως προς τί θα συνιστούσε αυτό μία εικόνα! Αυτή η διείσδυση δεν είναι άραγε μία πραγματικότητα!
 
Έτσι η όραση θα ήταν η δημιουργός της εσωτερότητας, εμβαθύνοντάς την λίγο-λίγο, αποκαθαίροντάς την, μέχρι να λησμονηθεί επιτρέποντας σε αυτή την εσωτερότητα να γίνει αυτόνομη. (Και η ευχαρίστηση της όρασης θα ήταν ως εκ τούτου εν είδει μία νέα ανάβαση, ένας επαναπατρισμός, και την ίδια στιγμή μία αρμονία ανάμεσα στο έσω και το έξω, ανάμεσα στην ορατότητα της έκτασης του κόσμου και την αορατότητα της πυκνότητας του σώματος).
 
Επομένως η όραση θα υπήρχε μέσα μας όπως υπάρχει αέρας μέσα στους πνεύμονές μας× μία όραση που θα πνευματοποιούνταν στο εσωτερικό με τον ίδιο τρόπο που οξυγώνεται το αίμα. Πλέον δεν το αντιλαμβανόμαστε όταν αναπνέει, παρεκτός δια της βουλήσεως της συνείδησης, δεν το αισθανόμαστε όταν βλέπει, και ακόμη λιγότερο όταν μεταμορφώνεται εκ των έσω. Δεν υπάρχει καμμία λέξη για να αποδώσουμε την ομοιότητα ανάμεσα στην όραση που υφίσταται στο ορατό και την πνευματική όραση που υφίσταται δυνάμει του αοράτου. Η χρήση της λέξης «όραση» υπό την έννοια της «σκέψης» δίνει άραγε την παραμικρή αίσθηση των οπτικών ιδιοτήτων της εν λόγω όρασης!
 
Με διαφορετική διατύπωση: υπάρχει μόνο ένας χώρος, και ο κόσμος εντός του. Η διάσταση αυτού του χώρου είναι ίσος με την διάσταση του βλέμματός μας. Το οποίο βλέμμα είναι σε κάθε στιγμή έμπλεο από εμάς τους ίδιους και τον κόσμο. Όπως στην ίδια στιγμή ο κόσμος είναι έμπλεος από εμάς. Έτσι ο κόσμος είναι ΕΝΑΣ εντός ημών και εμείς είμαστε ΕΝΑ εντός του κόσμου. Αυτή η αμοιβαιότητα θα μπορούσε να συστήνει την πνευματική μας αναπνοή αν ο έσω χώρος και ο χώρος του βλέμματος ήταν ενοποιημένα. 
 
Ο Προμηθέας δεν έκλεψε την φωτιά, ήθελε να λάβει την εξουσία που έχουν οι θεοί να δημιουργούν την δική τους συναισθηματικότητα. Ο γύπας του δεν είναι το πτηνό που βλέπουμε, είναι το αόρατο πτηνό το οποίο, πάντα, έρχεται στην καρδιά να διασπαράξει το συναίσθημα δια της αμφιβολίας, και την σκέψη δια της κριτικής.
 
Μα, λίγο-λίγο, μεταβάλλουμε την εξωτερική εικόνα του κόσμου για να τού υποκαταστήσουμε μία τεχνητή επιφάνεια της ίδιας φύσης με το γλωσσικό μας ιδίωμα, γιατί ελπίζουμε να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας ενοποιώντας τον χώρο του κόσμου και τον χώρο που επινοήθηκε στο φόντο των ματιών μας. Έτσι θα γίνουμε οι ίδιοι η δημιουργία μας μέσα σε έναν κόσμο δημιουργημένο από εμάς.
SHARE
RELATED POSTS
Πότε φεύγουμε;, του Τάσου Γέροντα
_1.JPG
Πίνακες της Φύσης από το Άγιο Όρος
Ο κήπος της Ευαγγελίας – New York City

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.