Πρόσωπα-Αφιερώματα

Στη Μάνη του 1797, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου (α΄μέρος)

Spread the love


Σήμερα θα δούμε τη Μάνη, μέσα από τα έκπληκτα μάτια δύο Ευρωπαίων περιηγητών. Η Μάνη αποτελούσε για τους Ευρωπαίους έναν άγνωστο κόσμο, μέχρι σχεδόν τα τέλη του 18ου αιώνα. Κανένας τους δεν είχε τολμήσει να ανέβει στα κρησφύγετα του νότιου Ταϋγετου. Οι Ευρωπαίοι ναυτικοί που ταξίδευαν οι Μανιάτες ήταν ένας άγριος και αφιλόξενος λαός, που ζούσε από την πειρατεία στη θάλασσα και από ληστρικές επιδρομές στη στεριά. Στα χρονικά της Τουρκοκρατίας η Μάνη χαρακτηρίζεται σαν καταφύγιο μιας επικίνδυνης φυλής. Ωστόσο, όλοι παραδέχονται το αδάμαστο και φιλελεύθερο πνεύμα του λαού της Μάνης και όλοι θαυμάζουν τους αιματηρούς αγώνες για τη διατήρηση της αυτονομίας του.

Οι πρώτοι, λοιπόν, που κατάφεραν να εισχωρήσουν στα ενδότερα, ήταν δύο Άγγλοι το 1795. Δύο χρόνια αργότερα, δύο απόγονοι παλιών Μανιατών που είχαν μεταναστέψει στην Κορσική έναν αιώνα νωρίτερα, επισκέπτονται την πατρώα τους γή, έχοντας πάνω τους μια επιστολή του Βοναπάρτη, ώστε να μην κινδυνέψουν. Είναι ο Ντίνο και ο Νικολό Στεφανόπολι. Καταγράφουν προσεκτικά όσα βλέπουν και όταν επιστρέφουν στην Γαλλία δημοσιεύουν τις εκθέσεις τους.

Να τι έγραψαν:

«Στη Μάνη η γέννηση ενός παιδιού αναγγέλλεται από τον πατέρα με μια τουφεκιά. Μόλις ακούσουν αυτό το σινιάλο οι συγγενείς και φίλοι εκδηλώνουν όλοι τη χαρά τους αδειάζοντας τα όπλα τους. Το αρσενικό παιδί είναι χαρά κι ελπίδα για το σπίτι, κυρίως γιατί θα μεγαλώσει ο αριθμός των τουφεκιών της οικογένειας. Έτσι, στη γέννηση ενός αγοριού γινόταν «χαλασμός Κυρίου», επειδή το σπίτι αποχτά έναν καινούργιο αρματωμένο. Το αρσενικό παιδί το τοποθετούν σε κόσκινο, για να γεννηθούν πολλά αρσενικά, «όσες είναι οι τρούπες του κόσκινου» και τα θηλυκά σε μια σκάφη, που υποδήλωνε τάφο- την επιθυμία τους να πεθάνει το άχρηστο και επικίνδυνο αυτό πλάσμα.

Στις πρώτες οκτώ μέρες μετά τον τοκετό οι γονείς επισκέπτονται τη μητέρα και της φέρνουν ένα δώρο σε φαγώσιμα. Προσφέρονται μπαμπάκι, για να γεράσει το νεογέννητο και να ασπρίσουν τα μαλλιά του όπως το μπαμπάκι, και ψωμί για να μην τού λείψει ποτέ, να είναι «ψωμοσούρτης».

Η μάνα, όσο μένει στο κρεββάτι,παίρνει τις καλύτερες τροφές και πίνει μονάχα κρασί- το νερό απαγορεύεται- και έτσι έχει άφθονο γάλα για να θηλάσει το παιδί της. Αν τύχει και πεθάνει η μάνα, οι συγγένισσες προθυμοποιούνται, όχι μόνο να το θηλάσουν, αλλά και να το μεγαλώσουν σαν μανάδες. Τότε γίνονται και τα βαφτίσια. Ο παππούς αποσπά ένα κομμάτι κερί από λαμπάδες που χρησιμοποιήθηκαν στην τελετή, κόβει στις τέσσερις πλευρές του κεφαλιού τα μαλλιά του μωρού, τα ενώνει με το κερί και τα ρίχνει στο νερό όπου θα βαφτιστεί.

Το λίκνο που χρησιμοποιούν στη Μάνη αποκαλύπτει την ιδιοφυϊα, την απλή και φυσική αυτού του λαού. Δεν γίνεται με σανίδες, αλλά με προβά καλοδουλεμένη και βαμμένη με ένα οποιοδήποτε χρώμα. Τη λένε νάκα και έχει μήκος τρία πόδια ( περίπου ένα μέτρο) και πλάτος τρισήμιση. Σε κάθε πλευρά προσαρμόζουν από ένα ραβδί με κρίκους.

Το αρσενικό παιδί μένει ως τα επτά του χρόνια στα χέρια της μάνας. Εκείνη τού εμπνέει την αγάπη στην πατρίδα, το σεβασμό προς τους γέροντες, την πίστη στους φίλους και προ πάντων την φιλοξενία για τους φτωχούς και τους ξένους.

Οι περιηγητές δεν αναφέρουν ότι η κυριότερη διδασκαλία της Μανιάτισσας μάνας ήταν η εκδίκηση. Προσπαθούσε να ενσταλάξει στην ψυχή του παιδιού, από την βρεφική ακόμη ηλικία, το πάθος του γδικιωμού, δείχνοντας τα μαύρα της φορέματα και τα όπλα του σπιτιού. Μοιρολογώντας «σιγομουρμουριστά», νανούριζε το βρέφος κι όλο του θύμιζε το μεγάλο χρέος «να πάρει το αίμα του πίσω» :

Να μεγαλώσεις, ν΄αξιωθείς και το σαρμά να ζαλωθείς,

να κυνηγήσεις το φονιά, από γκρεμό κι από βουνά

το δίκιο μας να γδικιωθεί, το αίμα του πατέρα σου.


SHARE
RELATED POSTS
Σάν σήμερα τό 1887, τοῦ Τάσου Γέροντα
Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη: η μονάκριβη, της Τζίνας Δαβιλά
Το ΣΤΕ υπέρ του ομογενή Αγγελιάδη για την επένδυση στο Γκολφ Αφάντου, του Γιώργου Σαράφογλου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.