Κινηματογράφος - Θέατρο

Θεόδωρος Αγγελόπουλος, “Μία Αιωνιότητα και Μία Μέρα”, μια επανεκτίμηση, 15 χρόνια αργότερα, του Στάθη Παναγιωτόπουλου.

Spread the love
 

 

 
 
 
Ο λόγος; Ξαναείδα την ταινία πρόσφατα, για πολλοστή φορά, τόσο απλά. Ακόμη θυμάμαι την πρώτη φορά, στις 21 Οκτωβρίου του 1998, στο “Ολύμπιον”, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς, γνώρισα και το σκηνοθέτη στην προβολή εκείνη,κι αργά το βράδυ όταν πήγα να ξεπαρκάρω για να φύγω μου είχαν πάρει τις πινακίδες. Άσχετο, αλλά το θυμάμαι σαν να ήταν χθες.
 

Μ’ αρέσουν πολύ οι ταινίες του Αγγελόπουλου, κι έχω ξαναγράψει άρθρα επί του θέματος, και με κοροϊδεύουν οι φίλοι μου, που φυσικά δεν έχουν δει καμία. Δεν πειράζει. Ας πάνε να δουν το Gravity ή το Avatar ή τέλος πάντων ό,τι προτιμούν, πάντα με τα 3D γυαλάκια τους.

 

Με κοροϊδεύουν, επειδή κυκλοφορεί η άποψη ότι οι ταινίες του Αγγελόπουλου είναι αργές. Δεν είναι αργές. Αργές σας φαίνονται επειδή οι κινηματογραφικές σας προσλαμβάνουσες δεν ξεφεύγουν και πολύ από τα διάφορα X-Men. Ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου δεν είναι “τσαφ μπαμ, πάμε να δούμε τι γίνεται παρακάτω”, σου δείχνουν όλη την εικόνα, εικόνα με πολύ περιεχόμενο, και σ’ αφήνουν να την απολαύσεις ολόκληρη, με όλα της τα στοιχεία, γι αυτό σας φαίνεται αργός. Δεν είναι. Με την εικόνα ασχολείται εξ αντικειμένου, τι πιο φυσιολογικό από το να την αναδεικνύει όσο της αξίζει; Δεν είναι ο Αγγελόπουλος αργός. Οι άλλοι είναι τσαπατσούληδες.

 

Πιστεύω ότι η “…Αιωνιότητα” είναι το αριστούργημά του. Σίγουρα, έχει γυρίσει ταινίες με ευρύτερα πολιτικά/ κοινωνικά/ ιστορικά θέματα, και οι κριτικοί (ενίοτε και οι Κρητικοί, ίσως και οι Πελοποννήσιοι – καλά, καλά, σταματάω!) έχουν άλλες, πιο οικουμενικού ενδιαφέροντος ταινίες του εκεί ψηλά, αλλά αυτή εδώ είναι, ίσως, η μόνη που μιλά αποκλειστικά για τον άνθρωπο, την ανθρώπινη κατάσταση, μιλά για τον καθένα μας. Γι’ αυτό ίσως είναι και η πιο συγκινητική. Άσε που είναι μικρού μήκους. Δυο ωρίτσες.

 

Τι είναι ο χρόνος; Πόσο διαρκεί το αύριο; Ποιοι είμαστε, γιατί είμαστε, που πηγαίνουμε, όταν δεν είμαστε πια; Όλα αυτά είναι ερωτήματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία, και όχι μόνο καταπιάνεται με αυτά, αλλά δίνει απαντήσεις.

Η μία αιωνιότητα είναι η τελευταία μέρα της ζωής του πρωταγωνιστή Αλέξανδρου, κι η μία μέρα είναι η αιωνιότητα που μας είναι τόσο δύσκολο να συλλάβουμε και, ευτυχώς, αδύνατον να ζήσουμε.

 

Η ταινία δίνει απαντήσεις μέσω ενός συμβολισμού ο οποίος, περιέργως, είναι βαθύς, αλλά και προφανής. Αποκορύφωμα αυτής της συμβολικής προσέγγισης η σεκάνς (άτσα και κινηματογραφική ορολογία ο σκύλος μας!) του κυκλικού ταξιδιού του λεωφορείου, σίγουρα μία από τις πιο αριστοτεχνικά σκηνοθετημένες στιγμές της δημιουργίας του ποιητή (στον Αγγελόπουλο αναφέρομαι, τον ποιητή αυτόν της εικόνας και του λόγου).

 

Η ταινία είναι γυρισμένη σε γνωστές τοποθεσίες της Θεσσαλονίκης, την οποίαν αγάπησε σφόδρα ο ποιητής και την ανέδειξε, όσο κανείς άλλος. Επίσης, στη Φλώρινα και στις Πρέσπες, σημεία που “γράφουν” ανεπανάληπτα, φορτισμένα από την ιστορία και τη φυσιολογία τους.

 

Αλλά οι τοποθεσίες στ’ αλήθεια δεν είναι και τίποτε χωρίς το σενάριο, μεστό, ουσιαστικό ακόμη κι όταν αναφέρεται στην εμμονή του δημιουργού με την αριστερά, δεν πειράζει, μια αθώα εμμονή ήταν αυτή και απολύτως δικαιολογημένη από το zeitgeist.

 

Ούτε χωρίς τις ερμηνείες. Αυτή του πρωταγωνιστή Bruno Ganz αναμενόμενη, φυσικά, από έναν τόσο σπουδαίο ηθοποιό, αποκάλυψη όμως ο μικρός Αχιλλέας Σκέβης (γιατί δεν έκανε καριέρα, άραγε;), και ο Fabrizio Bentivoglio (αποκάλυψη για μένα που δεν τον ήξερα) στην παράλληλη, αλλά καθόλα σχετική ιστορία του Διονυσίου Σολωμού. Τι απίθανο εύρημα κι αυτό, με την αγορά λέξεων…

 

Φλυαρώ. Δείτε την ταινία “Μια Αιωνιότητα και Μία Μέρα”, κατά προτίμηση πολλές φορές. Θα σας συγκινήσει, θα σας κάνει να σκεφτείτε, θα σας διδάξει πράγματα για τη ζωή σας, τη δικιά σας, ιδιαίτερη, προσωπική μέρα που είναι η ζωή σας.

 

 Δείτε όλη την ταινία

 

 

{youtube}cwM5dlaNPtc{/youtube}

 

 
 

 

 

[iframe width=”420″ height=”315″ src=”https://www.youtube.com/embed/jdP7yYNt90U” frameborder=”0″ allowfullscreen ]
SHARE
RELATED POSTS
Κάτια Γέρου-Δήμητρα Χατούπη-Μάνια Παπαδημητρίου: αφιέρωμα σε τρεις κυρίες του Θεάτρου στις 22 Οκτωβρίου
Ο κορυφαίος: Marlon Brando, του Μιχάλη Ναβροζίδη
Το όνειρο της Κίκι, του Κωστή Α. Μακρή (κερδίστε προσκλήσεις)
3 Σχόλια
  • Χάρος Χάρου
    13 Ιουνίου 2014 at 12:00

    Well said, που λέμε και εμείς στον Κάτω Κόσμο! Προσωπικό αγαπημένο και το Ταξίδι στα Κύθηρα. Τα σέβη μου.

  • Χρήστος Μαγγούτας
    4 Ιουνίου 2014 at 12:58

    Κάθε ταινία του Αγγελόπουλου έχει κάτι συγκλονιστικό και καθένας μας μπορεί να κολλήσει πιο πολύ σε κάποια από αυτές. Εγώ έχω fixation με τον «Μελισσοκόμο», και την έχω δει στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά (οι γαλλόφωνοι του Κεμπέκ της έχουν ιδιαίτερη συμπάθεια). Είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω στο Τορόντο όταν είχε έρθει εδώ για την προβολή μιας ταινίας του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Μίλησα αρκετά μαζί του και το αποτέλεσμα ήταν ένα 8-σέλιδο αφιέρωμα στην εφημερίδα μου. Ασφαλώς του μίλησα και για το «Μελισσοκόμο» και τόλμησα να πω μερικές από τις ιδέες μου στο συμβολισμό του. «Αυτές και μερικές ακόμα» μου είπε λακωνικά.
    Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα αγαπητός στη Β. Αμερική, για τους λόγους που αναφέρει ο Στάθης(τα αυτοκίνητα να τρέχουν με 220 ΧΜ/Ω, κάθε σεκάνς να διαρκεί 5 δλ), αλλά για μας ήταν μεγάλη απώλεια ο χαμός του.
    Κοντολογίς τα περισσότερα αμερικάνικα έργα είναι για να μη σκέφτεσαι, του Αγγελόπουλου για να σκέφτεσαι.

  • Χριστινα
    4 Ιουνίου 2014 at 04:55

    Λατρεμενη ταινια. Συμφωνω απολυτα. Τη σουρεαλιστικη εικονα με τους φραχτες στα χιονισμενα συνορα για παραδειγμα χρειαζεσαι χρονο να την αφομοιωσεις. Αψεγαδιαστες εικονες, πολλοι συμβολισμοι. Αν ο ρυθμος ηταν πιο γρηγορος θα χαναμε τη μιση ταινια. Βλεπω τα παντα. Και Αβαταρ και X-men και απ’ ολα. Αλλα το μπεργκερακι τρωγεται γρηγορα ενω το καλο φαγητο απαιτει χρονο και καποια δεσμευση για να το απολαυσεις. Οπως και για να το φτιαξεις.

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.