Ανοιχτή πόρτα

Τσιφτετέλι: Ένας παρεξηγημένος χορός ~ Δημήτρης Κατσούλας

Spread the love

Ο Δημήτρης Κατσούλας είναι συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών. Παρουσιάζεται: “Εν συντομία λοιπόν, έχουμε και λέμε: Με καταγωγή από την Μεσσηνία, αποφάσισα εν μέσω Πανδημίας COVID-19, να αποχωριστώ την Ελλάδα και να εγκατασταθώ στο Μιλάνο, βρίσκοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μου Μουσική και Θέατρο, όπου παραμένουν οι μεγάλες μου Αγάπες. Μότο ζωής: ΥΠΝΟΣ, Ο ΜΙΣΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ|

Δημήτρης Κατσούλας

Το τσιφτετέλι, αποτελεί έναν από τους πιο παρεξηγημένους αλλά ταυτόχρονα πιο ζωντανούς και αυθεντικούς χορούς που ρίζωσαν στην Ελληνική Πολιτισμική ταυτότητα. Δεν είναι απλώς μια σειρά από ρυθμικές κινήσεις, είναι μια κατάθεση ψυχής, ένας χορός αρχέγονος, αισθησιακός και βαθιά απελευθερωτικός.

Οι καταβολές του χορού χάνονται στα βάθη των αιώνων και της γεωγραφίας της Ανατολής. Η λέξη «τσιφτετέλι» προέρχεται από την Τουρκική λέξη «çiftetelli», που σημαίνει «διπλόχορδο», αναφερόμενη στον τρόπο με τον οποίο κουρδίζονταν το βιολί και το ούτι σε δύο βασικές χορδές (αναλόγως του ηχοχρώματος που ήθελαν να επιτύχουν), προκειμένου να παράγουν αυτόν τον ιδιαίτερο, μακρόσυρτο και παραπονιάρικο σκοπό. Ως χορός, συνδεόταν άμεσα με αυτόν της κοιλιάς (belly dance) και τις τελετουργίες της γονιμότητας, τόσον της Αρχαίας Μεσογείου όσον και της Μέσης Ανατολής. Ήταν ένας χορός κατ’ εξοχήν γυναικείος, συνδεδεμένος με τη θηλυκότητα, τη δημιουργία και την έκφραση των εσωτερικών συναισθημάτων, ο οποίος αναδυόταν μέσα από τις χαλαρές αλλά ακριβείς κινήσεις του κορμιού.

Στην Ελληνική κοινωνία, το τσιφτετέλι εισέβαλε καθοριστικά με το μεγάλο κύμα των προσφύγων της Μικράς Ασίας το 1922. Οι άνθρωποι αυτοί μετέφεραν στις αποσκευές τους τον Πολιτισμό, τους καημούς, τα φαρμάκια από τις χαμένες τους πατρίδες και την μουσική τους. Στα αστικά κέντρα, και κυρίως μέσα από το ρεμπέτικο και μετέπειτα το λαϊκό τραγούδι, το τσιφτετέλι, βρήκε τη νέα του πατρίδα. Στην αρχή αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από μια κοινωνία που προσπαθούσε να Δυτικοποιηθεί, καθώς θεωρήθηκε «Ανατολίτικο» και ξένο προς τα αυστηρά Ευρωπαϊκά πρότυπα.

Ωστόσο, η δύναμη του ρυθμού του ήταν αδύνατο να περιοριστεί. Με το πέρασμα όμως των δεκαετιών εκδημοκρατίστηκε, θέτοντας τέρμα σε κάθε κοινωνικό αποκλεισμό. Από τα καταγώγια και τους τεκέδες, πέρασε στα μεγάλα κοσμικά κέντρα, στα πανηγύρια και, τελικά, σε κάθε Ελληνικό σπίτι, γιορτές και γάμους. Έγινε ο χορός της χαράς, του γλεντιού, του κεφιού αλλά και του νταλκά, της γλυκιάς δηλαδή εκείνης μελαγχολίας η οποία αναζητεί εκτόνωση.

Ελευθερία και έκφραση

Το γνήσιο και ανεπιτήδευτο τσιφτετέλι – όχι οι άσκοπες, αυθαίρετες και υπερβολικές κινήσεις χεριών και κορμιού –, δεν έχει αυστηρά βήματα. Είναι ένας χορός αυτοσχεδιασμού και εσωτερικής δόνησης. Η χορεύτρια (σπανίως χορεύεται από άνδρες) δεν ακολουθεί κανόνες, αλλά υπακούει στο σώμα που ταξιδεύει με τον ρυθμό.

Είναι ένας χορός που απαιτεί απόλυτο συντονισμό, λικνίσματα που θυμίζουν τα κύματα της θάλασσας και, πάνω από όλα, καθαρό βλέμμα και ποτέ σκυφτό κεφάλι. Όταν χορεύεται με σεβασμό και αυθεντικότητα, εκπέμπει μια μοναδική αξιοπρέπεια, μετατρέποντας το πάθος, τη χαρά ή και τον πόνο ακόμα της ζωής, σε καθαρή, λυτρωτική κίνηση.

Σήμερα, το τσιφτετέλι στην Ελλάδα έχει αποκτήσει τον δικό του, ξεχωριστό χαρακτήρα. Διαφέρει από τον κλασικό Ανατολίτικο χορό γιατί είναι πολύ πιο εξωστρεφές, αυθόρμητο και λιγότερο επιτηδευμένο. Όταν ένας άνθρωπος χορεύει τσιφτετέλι, δεν εκτελεί μια χορογραφία, αλλά επικοινωνεί με τους γύρω του, λυγίζει το σώμα του στους ήχους του βιολιού, του κλαρίνου, του ακορντεόν, του λαούτου, του μπαγλαμά ή του μπουζουκιού, απελευθερώνοντας την ενέργειά του. Είναι μια γιορτή της ύπαρξης, μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν και μια απόδειξη ότι η Ελληνική ψυχή ξέρει να αφομοιώνει το συναίσθημα, μετατρέποντάς το σε καθαρό, εκφραστικό πάθος.

Η ομορφιά του κρύβεται στην απουσία αυστηρών βημάτων, γι αυτό δεν χρειάζεται να «ξέρεις» να χορεύεις τσιφτετέλι, χρειάζεται μόνο να νιώθεις έντονα τον ρυθμό. Είναι ένας χορός βαθιά Διονυσιακός, όπου τα χέρια υψώνονται σαν να θέλουν ν’ αγκαλιάσουν τον ουρανό, οι δε κινήσεις του σώματος εκφράζουν τον απόλυτο ερωτισμό και έναν εσωτερικό καημό που εκτονώνεται. Στην Ελληνική του εκδοχή, είναι κυρίως ένας χορός επικοινωνίας ο οποίος χορεύεται κατά μόνας μεταξύ παρεών, με τα βλέμματα αραιά και που να συναντιούνται, και τα μάτια της χορεύτριας μισόκλειστα και λάγνα, εκπέμποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ζέση και την θέρμη, τα δε χαμόγελα να περιττεύουν κατά την εκτέλεση.

Στην αυθεντική του μορφή, το τσιφτετέλι δεν απαιτεί υπερβολές. Η γνήσια και εκπαιδευμένη χορεύτρια δεν ακολουθεί αυστηρά βήματα, παρά μόνον τον ταξιδιάρικο σκοπό των συνοδών οργάνων. Είναι ένας χορός που απαιτεί τον απόλυτο συντονισμό με τον ρυθμό, την πλαστικότητα-ευλυγισία του σώματος, αλλά πάνω από όλα το συναίσθημα. Όταν το τσιφτετέλι χορεύεται με σεβασμό, αυθεντικότητα και χωρίς εξάρσεις, γίνεται μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής, αποδεικνύοντας ότι η εξ Ανατολής κληρονομιά παραμένει ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνικού ταπεραμέντου.

Ο χορός αυτός αποδεικνύει πώς η Ελληνική κοινωνία έχει την τάση να αφομοιώνει τις επιρροές της, να τις μεταμορφώνει, και να τις καθιστά βίωμά της. Είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η μουσική και ο χορός δεν έχουν σύνορα, παρά μόνο την κοινή ανάγκη των ανθρώπων να εκφράσουν τις χαρές της ζωής και τα φτερουγίσματά της.

Το κείμενο γράφτηκε επ’ αφορμή εκδήλωσης το Σάββατο το βράδυ 19 Σεπτεμβρίου 2026, εδώ στην Ελληνική Κοινότητα του Μιλάνου.

Παρουσίαση Πάνος Σαββόπουλος: Συνθέτης, στιχουργός, ραδιοφωνικός και τηλεοπτικός παραγωγός, μελετητής του ρεμπέτικου τραγουδιού.

SHARE
RELATED POSTS
Ανέκαθεν τηλεόραση με πολιτική υποδύονταν τον ρόλο του υποκριτή, του Δημ.Κατσούλα
Φραντς Κάφκα: 14 ρήσεις που βελτιώνουν τη ζωή
Ισορροπίες, του Γιώργου Αρκουλή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.