Ανοιχτή πόρτα Επίκαιρα και Ανεπίκαιρα Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία Πόρτα στην Πολιτική

Τετράδιο σημειώσεων και μελέτης 23η σελίδα – Ιούλιος 2018, του Γιάννη Καραχισαρίδη

Η βάρδια. Στη χώρα μας έχουμε τον τρόπο να αδυνατίζουμε το νόημα των λέξεων. Η βάρδια είναι μια λέξη συνδεδεμένη πιο πολύ με τη ρουτίνα, παρά με την ευθύνη. Στα αγγλικά η αντίστοιχη λέξη είναι the watch. Και εννοεί ότι αυτός που κάνει βάρδια παρακολουθεί και έχει τα μάτια του δεκατέσσερα. Μετά την τραγική πυρκαγιά του Ιουλίου όλοι αναζητούσαν ευθύνες και απαιτούσαν παραιτήσεις. Γενικά και αόριστα. Οι κυβερνώντες τα είχαν χαμένα και οι αντιπολιτευόμενοι εστίασαν στις πολιτικές ευθύνες. Και ελάχιστα ασχολήθηκαν μ’ αυτόν που είχε βάρδια. Που δεν ήταν άλλος από τον γενικό γραμματέα πολιτικής προστασίας. Και ο Γιάννης Καπάκης που είχε βάρδια απέτυχε όχι γιατί έκανε λάθη, αλλά γιατί δεν έκανε απολύτως τίποτα.

Η συγγνώμη. Κάτι άλλο που ακούσαμε κατά κόρον είναι ότι κανείς δεν ζήτησε μια συγγνώμη. Δυστυχώς έχουμε συνηθίσει μια συγγνώμη να μας είναι αρκετή. Πιστεύουμε ότι αν κάποιος ζητήσει συγγνώμη θα έχει καταλάβει το λάθος του. Ο αποδέκτης της συγγνώμης το μόνο που μπορεί να νιώσει είναι μια συναισθηματική ικανοποίηση. Κι αυτός που θα την ζητήσει συνήθως το κάνει για να γλιτώσει από το βάρος των ευθυνών. Όταν κάτι πάει στραβά οι συγγνώμες περιττεύουν. Είναι ηθικά ανώτερο να πει ο υπεύθυνος τι ακριβώς έκανε λάθος ή τι δεν έκανε καθόλου. Αυτή η στάση είναι πολύ πιο θαρραλέα από μια συγγνώμη.

Η σούπα των αιτιών. Έχουμε μάθει από το δύστυχο σχολείο μας, ότι όσο πιο πολλές αιτίες ανακαλύψουμε για ένα ιστορικό γεγονός τόσο πιο καλό βαθμό θα πάρουμε. Έτσι και στη πραγματική ζωή κατασκευάζουμε καταλόγους από αιτίες, αρκεί η κάθε μια να έχει έστω και ελάχιστη λογική συνάφεια με το γεγονός. Κι αυτό που προκύπτει τελικά είναι μια σούπα από αιτίες, χωρίς καμιά ιεράρχηση, χωρίς καμιά αξιολόγηση, που μεταθέτει τη συζήτηση από το βασικό ζητούμενο.  Γιατί αυτό που νοιάζει μια κοινωνία είναι τι μπορεί να κάνουν οι άνθρωποι, όταν εμφανίζεται ο κίνδυνος. Οι άνθρωποι κρίνονται κι όχι τα φυσικά φαινόμενα. Το πόσο ικανοί και αποτελεσματικοί είναι στο να αντιμετωπίσουν αντίξοες συνθήκες, με τα μέσα που διαθέτουν κι όχι με αυτά που θα έπρεπε να διαθέτουν.

Οι διαχρονικές ευθύνες. Ένας άλλος μηχανισμός υπεκφυγής είναι οι διαχρονικές ευθύνες. Οι διαχρονικές ευθύνες έχουν νόημα μόνο αν σήμερα ανακαλύπταμε κάτι που δεν ξέραμε, κάτι που όλα τα προηγούμενα χρόνια μας διέφευγε. Είναι όμως απολύτως υποκριτικό να φορτώνουμε τη σαστισμάρα μας στην άναρχη δόμηση, όταν γνωρίζουμε καλά ότι έτσι κτίστηκε όλη η Ελλάδα. Πολιτική προστασία σημαίνει ότι η Πολιτεία βρίσκει τους τρόπους να προστατεύει τους πολίτες με τα δεδομένα που υπάρχουν την κάθε στιγμή. Κανείς δεν αποζητάει πολιτική προστασία σε ιδανικές συνθήκες. Αν τα δέντρα ήταν άκαυτα και αν οι βροχές έπεφταν με την ένταση που μας βολεύει κι αν οι άνεμοι δεν θα επιτρέπονταν να ξεπερνάνε τα 5 μποφόρ με κάποια νομοθετική ρύθμιση και αν οι πόλεις ήταν ιδανικά ρυμοτομημένες και αν κάθε σπίτι είχε πλήρη αμυντικό εξοπλισμό για κάθε σεισμό, για κάθε τσουνάμι και για κάθε ακραίο τυφώνα,  τότε η πολιτική προστασία θα ήταν αχρείαστη. Αν σ’ αυτό συμφωνήσουμε περιττεύει η συζήτηση για διαχρονικές ευθύνες και πρωτεύει τι κάνουμε για όλα αυτά στον παρόντα χρόνο. Κι αν κάποιος επιμένει να επικαλείται τη διαχρονική ευθύνη, ας μας πει πρώτα τι ακριβώς έκανε ο ίδιος για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που παρέλαβε από την «διαχρονικότητα». Και τέλος είναι διπλά υποκριτικό να λες ότι γνώριζες το διαχρονικό πρόβλημα, αλλά δεν έκανες τίποτα γιατί είχες ριχτεί με τα μούτρα για να γλιτώσουμε από τα μνημόνια.    

Τα εθνικά σχέδια του μέλλοντος. Μια άλλη υπεκφυγή από την πραγματικότητα είναι τα εθνικά σχέδια του μέλλοντος. Αυτού του είδους τα σχέδια είναι συνήθως μοντέλα, χαμένα σε γενικολογίες και ευχολόγια, που οραματίζονται δήθεν ένα ιδανικό μέλλον. Η κοινωνία έχει κουραστεί από ανέξοδες εξαγγελίες εθνικών σχεδίων επί παντός επιστητού. Θα ήταν προτιμότερο να λέγαμε τι ακριβώς θα κάνουμε στο παρόν, στους προσεχείς μήνες, φέτος κι όχι του χρόνου. Έτσι ώστε αντί να έχουμε οραματικές εξαγγελίες για το μέλλον να θέτουμε υποχρεώσεις για το παρόν. Ώστε να μπορεί επιτέλους να κρίνεται κι αυτό που λέμε αποτελεσματικότητα.

Τα αυθαίρετα. Τα αυθαίρετα είναι μια πραγματικότητα με εκτεταμένο παρελθόν. Και δεν είναι μόνο υποκριτικό, αλλά και ανόητο να μιλάμε γενικά και αόριστα για ακύρωση της αυθαίρετης δόμησης. Οι μάντρες που κλείνουν την δίοδο στις παραλίες κτίστηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία στις δεκαετίες ΄60 και ΄70, μια εποχή που είχε άλλους κανόνες και τελείως διαφορετικές συνθήκες. Τότε δεν συνέρρεαν τα πλήθη στις παραλίες, η δόμηση ήταν πολύ αραιή και υπήρχε χώρος για όλους. Υπάρχουν οικισμοί και επεκτάσεις πόλεων που δημιουργήθηκαν με αυθαίρετη δόμηση και στη συνέχεια τα κτίσματα νομιμοποιήθηκαν. Αντί λοιπόν να πέφτουμε στη μιζέρια και να γκρινιάζουμε για το πόσο ελαστικοί ήμασταν στο θέμα των αυθαιρέτων εδώ και δεκαετίες και αντί να εκστομίζουμε λεονταρισμούς ότι όλα θα τα γκρεμίσουμε και θα τα κάνουμε σωστά από την αρχή, είναι καλύτερα να σοβαρευτούμε. Μπορούμε να δημιουργήσουμε πρόσβαση στις ακτές χωρίς να γκρεμίσουμε σπίτια που κτίστηκαν πριν από δεκαετίες. Απλά παίρνοντας 3-4 μέτρα από τα κλειστά οικόπεδα. Και φυσικά να γκρεμίσουμε επιλεκτικά τα αυθαίρετα που κτίστηκαν σε καμένες περιοχές τα τελευταία 10-15 χρόνια. Στέλνοντας μάλιστα στη δικαιοσύνη κι αυτούς που τα νομιμοποίησαν (αν τα νομιμοποίησαν) κι αυτούς που τους έδωσαν φως, νερό και τηλέφωνο.    

Η πνευματική ελίτ και οι παρακατιανοί. Πάντα οι ελίτ περιφρονούσαν τους από κάτω. Η εποχή μας δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Μόνο που τώρα τα επιχειρήματα της πνευματικής ελίτ υποτίθεται ότι βασίζονται στον ορθό λόγο και γενικότερα σε ανώτερες πολιτιστικές αξίες. Έτσι όταν κάποιος περνάει με κόκκινο η ελίτ συμπεραίνει ότι αυτό είναι συνήθειο των απολίτιστων παρακατιανών. Χωρίς ποτέ να σκεφτούμε ότι οι συντριπτικά περισσότεροι παρακατιανοί περνούν με πράσινο. Πετάει κάποιος τα σκουπίδια του όπου βρει, αμέσως η ελίτ θα διαπιστώσει ότι αυτοί είμαστε, το κατακάθι της Ευρώπης. Η πνευματική ελίτ ξοδεύει αρκετή φαιά ουσία για να κατηγορήσει, για να υποτιμήσει, για να περιφρονήσει, για να απαξιώσει, θεωρώντας ότι περιβάλλεται από έναν κόσμο άξεστων. Εστιάζει πάντα στον χαρακτήρα και ποτέ στα δομικά προβλήματα. Έτσι καλλιεργήθηκε μια γενικευμένη άποψη ότι ως λαός δεν αξίζουμε και ποτέ δε θα γίνουμε ευρωπαίοι. Και κάπως έτσι αυτοχαρακτηριστήκαμε, ως εγωιστές που νοιαζόμαστε μόνο για την αυλή μας. Γι’ αυτό κι όταν έρχονται καταστροφές ή αναποδιές κάθε είδους έχουμε πειστεί ότι φταίει το κακό το ριζικό μας. Φταίει η κατακριτέα συμπεριφορά μας και φυσικά πάντα θυμόμαστε την τουρκοκρατία. Μήπως όμως ήρθε η ώρα η λεπτεπίλεπτη ελίτ να βάλει νερό στο κρασί της; Μήπως ήρθε η ώρα οι ταγοί να καταλάβουν ότι δεν είναι ορθό να πιστεύουν ότι το σωστό πάντα βρίσκεται με το μέρος τους και το λάθος με το μέρος των παρακατιανών; Μήπως πρέπει επιτέλους να ψάξουμε για τις πραγματικές αιτίες που μας φρενάρουν και να σταματήσουμε με το παραμικρό να κακοχαρακτηρίζουμε τον εαυτό μας;

Όταν τα έσοδα διατίθενται για τους πληγέντες. Αρκεί να μας το πουν κι ακολουθούμε. Λογαριασμοί ανοίγουν για να καταθέτουν οι ευαίσθητοι, προσφορές ανακοινώνονται και συχνά μετά ξεχνιούνται. Καλλιτεχνικά γεγονότα διαθέτουν τις εισπράξεις τους. Το μόνο που δεν μαθαίνουμε ποτέ είναι ο απολογισμός. Το μόνο που μαθαίνουμε και χειροκροτούμε είναι οι ανακοινώσεις των φιλάνθρωπων. Σπάνια όμως μας πληροφορούν για το αποτέλεσμα. Πόσα λεφτά μαζεύτηκαν και πού ακριβώς πήγαν. Και στο τέλος η φιλανθρωπία γίνεται περισσότερο για δημοσιότητα και διαφήμιση παρά για ουσία. Κι όχι μόνο κανείς φιλάνθρωπος δεν κάνει τον απολογισμό του, αλλά και κανείς πολίτης δεν έχει το θάρρος να τον ζητήσει. Και συχνά πάνω στα συναισθήματα των ευαίσθητων κτίζεται μια μικρή ή μεγάλη βιομηχανία.

Όταν η τακτική φτάνει σε αδιέξοδο. Η live σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 23 Ιουλίου αποτέλεσε την κατάρρευση ενός ακόμα μύθου. Ότι οι κυβερνώντες είναι μάγοι της τακτικής και της επικοινωνίας. Ακριβώς τότε έγινε το μεγαλύτερο τακτικό και επικοινωνιακό λάθος που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Προσπάθησαν να υποβαθμίσουν ένα τραγικό αποτέλεσμα που είχε ήδη τελεστεί. Αυτή η σελίδα iporta.gr το έχει πει σε ανύποπτο χρόνο. Καμιά τακτική, όσο περίτεχνη κι αν είναι, δεν μπορεί να φέρει μακροχρόνια αποτελέσματα, όταν η στρατηγική είναι αδιέξοδη. Ακόμα κι αν είσαι ο μάγος της τακτικής και της μανούβρας, κάποια στιγμή σπας τα μούτρα σου, αν το τέλος της διαδρομής που έχεις οραματιστεί, απλά δεν υπάρχει.

Το αντιμνημονιακό συνονθύλευμα. Τελικά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Το ένδοξο αντιμνημονιακό μέτωπο κατέπεσε στον βάραθρο της ανυποληψίας. Οι αντιμνημονιακοί που θα συγκρούονταν με τα μεγάλα συμφέροντα έγιναν κοτούλες. Απλά γιατί σ’ αυτή τη μεγάλη παρέα συγκεντρώθηκε ό,τι πιο παλιό, ό,τι πιο παρωχημένο υπήρχε στο πολιτικό σύστημα. Γιατί αυτοί που κλήθηκαν να κυβερνήσουν είναι ένα συνονθύλευμα από αριστερούς, σοσιαλιστές και δεξιούς, που δεν ήταν τίποτα άλλο από αμετροεπείς που φωνασκούσαν. Αυτοί που αυτοδιαφημίστηκαν σαν το καινούριο, το μαχητικό που θα μεταλλάξει την πατρίδα και τον κόσμο, ήταν τα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, που μας άφησε χρόνους. Κι έτσι τελείωσε και ο μύθος ότι η ιδεολογία αρκεί για να προχωρήσει μια κοινωνία προς τα μπροστά. Γιατί τελικά όταν η ιδεολογία δοκιμάζεται στη πραγματική ζωή σηκώνει τα χέρια ψηλά. Η δοκιμασία της πραγματικής ζωής, εύκολα στραπατσάρει τα ωραία λόγια που εκστομίστηκαν και τις ανεπίδοτες ελπίδες που δόθηκαν. Απλά γιατί η Ιστορία γύρισε σελίδα προ πολλού και η ιδεολογία ξέμεινε στις πίσω μας σελίδες. Εκεί που γεννήθηκε, έδρασε και αναμίχθηκε με τους ανθρώπους. Κι αυτό που ακούμε τώρα είναι ο απόμακρος αντίλαλος από ένα παρελθόν, που ολοένα και απομακρύνεται.

ΥΓ. Στην αρχή της σχολικής χρονιάς, στο Κολέγιο Αθηνών, έδιναν το τετράδιο σημειώσεων και μελέτης. Στο οπισθόφυλλο είχε ένα σχόλιο: «Αυτή η επιστολή είναι πιο μακροσκελής απ’ ό,τι έπρεπε, γιατί δεν είχα το χρόνο να την κάνω συντομότερη»

Γιάννης Καραχισαρίδης

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Πικ-νικ στο σαλόνι, του Κωστή Α. Μακρή
Γιώργος Σαράφογλου
Της μιας δραχμής τα «γιασεμιά»!, του Γιώργου Σαράφογλου
Πώς και ποιοι μεθοδεύουν την αποπομπή της Ελλάδας από τη Σένγκεν, της Μαρίας Καρχιλάκη

Leave Your Reply

*