Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Τα εν οίκω και εν δήμω, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Κάτι απαγορευμένα ρεμπέτικα λαλούν ακόμη στο μυαλό μου. Είναι βλέπεις, από αυτά που μου κληρονόμησε ο άλλος μου παππούς, ο αλανιάρης και άκληρος, αδερφός του πατέρα του πατέρα μου. Αν και δεν ήταν ο καθ’ εαυτό παππούς μου,  πολύ τον αγαπούσα, δεν τον ξεχώριζα. Μάγκας και ρεμπέτης στα νιάτα του από τους πρώτους της μικρής κοινωνίας του χωριού και όχι μόνο, φημιζόταν για την καλοσύνη και την απλοχεριά του, κυνηγημένος όμως για τα πολιτικά και τα γκομενικά του «παραστρατήματα». Δίχρωμο παπούτσι μυτερό, λευκό στο εμπρός μέρος μαύρο το υπόλοιπο και με τσάκιση στο παντελόνι που δεν την έφτανε αλφάδι. Σένιος, ομορφάντρας, τσίφτης, στην πένα και ατσαλάκωτος ο παππούς.

Ιδιόρρυθμος, ιδιότροπος πολλάκις, αλλά μπεσαλής – η κουβέντα του ήταν και συμβόλαιο – φοβούμενος όμως τα έρημα τα γερατειά πήγε και τα έμπλεξε με μια στα πενήντα πέντε του για να του κάνει παρέα στο υπόλοιπο της ζωής του.  Καπάτσω* όμως η κυρά του τον βρήκε μπόσικο, εκείνη διαχειριζόταν τα πάντα, ο λόγος της έπρεπε να τηρηθεί πάση θυσία.

Μικρός εγώ, μόλις που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι γινόταν πέριξ, με έβαζαν απέναντι στον καναπέ, και μη το ένα μη το άλλο, αυτό επιτρέπεται, εκείνο απαγορεύεται, σε ‘κείνο δε θα πλησιάζεις, αυτό πρέπει να κάνεις, μέχρι που πείσμωσα τόσο όπου τέρμα και οι επισκέψεις στο σπίτι του παππού  μέχρι που στα στερνά του έμαθα ότι τον βάρεσε ο καρκίνος, οπότε δεν γινόταν αλλιώς, τα ξαναβρήκαμε.

Εν τω μεταξύ εγώ είχα και λίγο μεγαλώσει, παράνομα οδηγούσα, κι έτρεχα από δω κι από κει εξυπηρετώντας τον παππού στους γιατρούς και στο νοσοκομείο. Ήταν τόσο δυνατός μάλιστα που μερικές φορές μου έλεγε: γ@@@σε τους γιατρούς,   άστους να περιμένουν, ας βάλουν άλλον στη θέση μου, με πηγαίνεις να πιω ένα τσιπουράκι κι εσύ μια γκαζόζα; Όπερ και εγένετο. Άλλες φορές τον φόρτωνα στο όχημα για να τον κάνω βόλτα είτε πέριξ του χωριού «αποχαιρετώντας το» είτε σε κοντινά χωριά για να διώχνει τα σεκλέτια του.

Άναβα το τσιγάρο στο αυτοκίνητο εγώ – από τα δεκαπέντε μου σχεδόν το έβαλα στο στόμα μου και ποτέ δεν κατέβαλα προσπάθεια να το κόψω ή να ενταχθώ στους ατμίζοντες έως σήμερα – το ντουμάνιαζε και ο παππούς, βάζαμε τις κασέτες με τα ρεμπέτικα, στο φουλ η ένταση και καθ’ όλη τη διαδρομή να μου μιλά για τις γυναίκες που είχε ρίξει στο κρεβάτι, για ναργιλέδες μοσχομύριστους που είχε τραβήξει, για μπουζούκια, σκυλάδικα, χασίσια ακόμη και για δακρύβρεχτα κλαρίνα. Χύμα και μέσα σε όλα ο παππούς.

Είναι γεγονός ότι ακόμη και σήμερα μέσα από τις εξιστορήσεις του σταχυολογώ και αλιεύω πράγματα, γεγονότα και καταστάσεις που μου είναι αρκούντως χρήσιμα και διδακτικά.

*Καπάτσω = η προσβλέπουσα σε ίδιον και μόνον όφελος-συμφέρον, η καταφερτζού

SHARE
RELATED POSTS
b5c927b0f77a27b81fd38b65df5f2fbf_L.jpg
Οι μπόμπιρες μαγειρεύουν τα Χριστούγεννα, του Γιάννη Στουραΐτη
Αν με δείτε…, του Κωστή Α. Μακρή
Γράμμα σ’ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ, του Αλάριχου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.