Ανοιχτή πόρτα

Σύναξη γύρω από τη μαντεμένια σόμπα μας, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Μια και οι καταστάσεις ήρθαν ξαφνικές κι αναπάντεχες – καθότι εγώ ‘περί άλλων ετύρβαζα και δεν ητοιμάσθην δια το επερχόμενον’, έτσι μου διεμήνυσαν οι πολιτικοί μου ταγοί – οπότε δεν πρόλαβα να συμμορφωθώ προς την παγκόσμιον τάξιν και τις επαγγελίες της –, επόμενο είναι το να επιμένω να διαβιώ σε μια μεγαλούπολη καθότι αυτή αρχίζει να μου γίνεται ξένη κι ανυπόφορη και για να μη την επιβαρύνω κι από πάνω με την παρουσία μου, αποφασίζω κι επιλέγω την οδό που οδηγεί προς τα γνωστά μου λημέρια, το πατρικό μου σπίτι δηλαδή κάτω εκεί στην Μεσσηνία, σκαρφαλωμένος πάνω σε ένα βουνό, αφενός μεν σε μια προσπάθεια να διατηρήσω τον ψυχισμό μου γαλήνιο κι απάνεμο όσο μπορώ κι αφετέρου η οικογένειά μου – πρωτίστως – να ζει εντός φύσεως και εκ του σύνεγγυς με όλα όσα την απαρτίζουν, και όχι να τα ανακαλύπτει μέσα από ιστορικά βιβλία και φωτογραφίες. 

Μπορεί να χρονοτρίβησα  στην …σύλληψη αυτής της ιδέας, αλλά όποτε κι αν λάβει κάποιος τέτοια απόφαση, αφού βέβαια διαθέτει σπίτι στην επαρχία – διότι πολλοί ήσαν εκείνοι που τα ξεπούλησαν όλα μπιρ παρά προκειμένου να ‘κατακτήσουν’ την ξελογιάστρα Αθήνα και τώρα ντρέπονται να επιστρέψουν πίσω και ν’ αγοράσουν ξανά τα ίδια τους τα σπίτια –, αλλά και πού να βρεθούν τα χρήματα εξ άλλου για κάτι τέτοιο εμπρός στο οικονομικό αδιέξοδο που έφτασε η κοινωνία (όχι βέβαια κατά πολύ μεγάλο ποσοστό με υπαιτιότητα δική της αλλά υμών κύριοι τραπεζίτες κι αχόρταγα παντός είδους προσυμπεφωνημένα χρηματιστήρια), όπως την καταντήσατε. Ποτέ δεν ειν’ αργά όμως σκέφθηκα μια επάνοδος στο χωριό, όπερ και εγένετο.  

Κι όπως λέει κι ο ποιητής Μιχάλης Μπουρμπούλης:Τα καλοκαίρια μας μικρά κι ατέλειωτοι οι χειμώνες…’ – πέραν των ατελείωτων νυχτών του ‘Παππού χειμώνα’ που λέει και η Deema, όπου καταντούσε μακρόσυρτος και κουραστικός– μ’ ένα φανελάκι ο  καθένας μας, με μια σαλάτα (φερ’ειπείν), ρακέτες στις ακρογιαλιές, πολλούς φίλους, μουσικές που παίζαμε με τους φίλους και παραστάσεις στο θέατρο της μαμάς, με πολλά μπάνια κι αγάπη υπέρμετρη καθώς κι επίσκεψη στα καταφύγια άγριων ζώων κι αρχαιολογικούς χώρους, τις Άνοιξες, τα Καλοκαίρια και τα Φθινόπωρα τα περνούσαμε θαυμάσια, ο χειμώνας είχε τα ζόρια του. Ο χειμώνας είχε τις απαιτήσεις του τόσο σε φαγητό, όσο σε κίνηση, ένδυση, επαγγελματικές κι άλλες υποχρεώσεις, μα πάνω απ’ όλα σε θέρμανση κι ασφάλεια του σπιτιού από τους αέρηδες, τις αστραπές και τα μπουμπουνητά. Δεν διαθέτει και αλεξικέραυνο το χωριό, βλέπετε!  Εάν υποθέσουμε ότι τα φυσικά φαινόμενα (αέρηδες, αστραπές, βροντές, αστροπελέκια και μπουμπουνητά) τα ξεπερνούσαμε μέσα από την συνεχή τους εμφάνιση, οπότε φθάναμε στο σημείο εκείνο που να μας γίνονται συνήθεια, με τα κρύα τα άγρια όμως του χειμώνα, τ’ ανεμοβρόχια και τα χαλάζια ίσια με ένα καρύδι, τα πράγματα άρχιζαν να ζορίζουν. 

Αξέχαστη θυμάμαι, αγαπημένη και μη αποχωριζόμενη ποτέ εκείνη η μαντεμένια σόμπα μας, η στόφα, που καταβρόχθιζε τα ξύλα σαν πυρωμένο καμίνι στο κέντρο του σπιτιού μας ανελάμβανε πέρα από το ψήσιμο των φαγητών μας επάνω στα ‘μάτια’ της και το ταψί στο εσωτερικό της για τα ψητά μας, τις πίτες μας και τα γλυκά μας και όλη τη θέρμανση του σπιτιού. Κι επειδή το σπίτι στο χωριό είναι δίπατο, την τροφοδοτούσαμε από το βράδυ με ικανή ποσότητα ξύλων τόση που να σιγοκαίει και να θερμαίνει και το πάτωμα, αναλαμβάνοντας τρόπος του λέγειν και καθήκοντα καλοριφέρ. Αν και το πετρέλαιο είναι σχετικώς προσιτό (Δεκέμβριος 2020)* πολύ λίγες φορές κάνουμε χρήση της κεντρικής θέρμανσης, την καταβρίσκουμε με την ξυλόσομπά μας και την θέα της φλόγας της. 

Είναι διαφορετική η αίσθηση του να απλώνεις τα χέρια σου να ζεσταθούν, ν’ ανακατώνεις το φαγητό που σιγοβράζει επάνω στα ‘μάτια’ της, να ζεσταίνεις τα πόδια σου ακουμπισμένα στην κουρελού εμπρός από την ‘πόρτα’ της, ν’ απλώνεις τα ρούχα σου σε μια καρέκλα να στεγνώσουν με την θερμότητα που εκπέμπει, να κινείσαι εντός σπιτιού με ένα λεπτό μακό φανελάκι, κι η Μάριον απέναντι στην ντιβανοκασέλα ανάμεσα σε προσκέφαλα χωμένη και με τα χαρτιά της άλλα πάνω της, άλλα κάτω και γύρω της απλωμένα, να κατανέμει τους ρόλους για την παράσταση που θα ανεβάσει. 

Μαθαίνω ότι τα καλοριφέρ στις πόλεις έχουν αρχίσει και βγάζουν σκουριές αναμεμειγμένες με το ακυκλοφόρητο νερό που περιέχουν λόγω αχρησίας. Μαθαίνω ότι παρά τις ανακοινώσεις που αναρτούν οι διαχειριστές πολυκατοικιών για να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με το εάν λειτουργήσουν φέτος, πόσο και ποιες ώρες θ’ ανάβει η κεντρική θέρμανση, ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν συγκεντρώνεται το 51% προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις. Οι περισσότεροι αναγκαστικά ‘κουρνιάζουν’ στα σπίτια τους μόλις αρχίσει και σουρουπώνει τυλιγμένοι στις κουβέρτες τους κι απέναντι ένα αερόθερμο για να τους δίνει την αίσθηση της ζεστασιάς. Ο καρδιολόγος μου στο τελευταίο ραντεβού που είχα μαζί του επί τη ευκαιρία που ευρισκόμουν στην Αθήνα, ιδιαίτερη μνεία μου έκανε για το ποσοστό των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι παρακολουθώντας τηλεόραση καταφεύγουν σε οτιδήποτε έχει σχέση με πολυβιταμίνες και συμπληρώματα διατροφής αμφιβόλου ποιότητος – άραγε και φθηνά – μια και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τραφούν Μεσογειακά με ό, τι αυτό σημαίνει για την υγεία τους. 

Δεν ξέρω εάν σας έχει τύχει ποτέ να γλαριάσετε (= αποκοιμηθείτε) έστω και για λίγο δίπλα από ξυλόσομπα ή τζάκι μόνοι ή με το ταίρι σας ή έχετε κοιμηθεί νυχτιές δίπλα τους κι έχετε ψήσει ψωμί είτε επάνω σε σόμπα είτε στην θράκα στο τζάκι που να το ‘ποτίσετε’ μετά με λάδι και ένα δάχτυλο ζάχαρη από πάνω!  Σ’ εμένα αρκετές φορές όταν επισκεπτόμουν το χωριό μου παρότι η κυρίως κατοικία μου ήταν η Βέργα Καλαμάτας. 

Κι αν μία είναι η φορά που συμμερίζομαι την αγροτιά όπου ολημερίς παλεύει με τα θεριά της φύσης για να τα φέρει εις πέρας στριμωγμένη γύρω από μια σόμπα για να μη ξυλιάσει, τι επί πλέον θα μπορούσα να έλεγα για τον κάτοικο της Βόρειας Ελλάδας και της Ηπείρου όπου ο χειμώνας αν κι έχει αρχίσει εδώ και ένα μήνα και τα πρώτα χιόνια έχουν πέσει, ακόμη δεν του παραδόθηκαν εκείνα τα κυβικά των καυσόξυλων που είχε υποσχεθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, κι αναθεματίζουν την ώρα και τη στιγμή που τον εμπιστεύτηκαν; Και …δεν είναι μόνον αυτό, είναι και η καθημερινότητα εκείνη που κατέληξε θηλιά στον λαιμό κάθε πολίτη αυτής της χώρας κι ανασαμό δεν διαφαίνεται να έχει.  

*Το κείμενο είναι βασισμένο πάνω σε πραγματικές καταστάσεις που έλαβαν χώρα τον Δεκέμβριο του 2020 ανασυρθέν από τα συρτάρια του νου σήμερα, σε άλλη από την Ελλάδα χώρα. 

SHARE
RELATED POSTS
Σερνόμαστε, του Πάνου Μπιτσαξή
Στο ναό του Αγίου Δημητρίου του στρατοπέδου Παλάσκα, στον Σκαραμαγκά, του Μάνου Στεφανίδη
Μαντινάδα της δεύτερης μέρας, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.