Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Ο απέναντι μου. . ., του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 21
    Shares

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

 

Μόλις η νύχτα πέσει βαριά και μαυροφορεμένη, τον θυμάμαι. Κοιτάζω από το παραθύρι μου το δικό του απέναντι. Μια λάμπα πετρελαίου με το γυαλί της είναι ο κύριος φωτισμός του. Ξέρω ότι τις καθημερινές όλο και κάπου απασχολείται: πότε σε ένα χρωματοπωλείο, πότε σε μια εταιρία μεταφέροντας έγγραφα, άλλοτε ως βοηθός σοβατζή σε μια οικοδομή που ανακαινίζεται. Από το σουβλατζίδικο όπου εργαζόταν ως ντελιβεράς τελευταία πάνω σ’ ένα ξεχαρβαλιασμένο ιπτάμενο μηχανάκι, τον απέλυσαν γιατί  «ο κλάδος διήρχετο κρίση λόγω της αύξησης της τιμής του σουβλακίου, αύξηση την οποία η εταιρία δεν μπορούσε ν’ απορροφήσει εξ ολοκλήρου, με το σκεπτικό τη μη επιβάρυνση του αγοραστικού της κοινού…».

Τα βράδια όταν γυρνά στο σπίτι ξεφυλλίζει παλιά άλμπουμ με φωτογραφίες. Άλλα βράδια κάθεται στην καρέκλα του και με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω σ’ ένα τραπέζι βασανίζεται να σπάσει κάτι καρύδια τα οποία είναι τόσο πολύ μαραγκιασμένα, σαν τη σταφίδα του καλοκαιριού απλωμένη στα αλώνια. Πώς του ξέφυγαν τάχα και πώς κοκάλωσαν τα έρημα έτσι! Σκέτη ξηρασία, και πουθενά χυμός.

Στην οθόνη ακολουθεί πολιτική διαφήμιση. Αυτός κι αν είναι κατάξερος και στυφός καρπός. Ακολουθεί φωτογραφία με τη μαύρη τρύπα από το δορυφόρο της NASA. Έχει επίγνωση όλων αυτών των μαύρων τρυπών, τις ξέρει απέξω κι ανακατωτά. Ξέρει ότι αυτές απορροφούν τα πάντα εντός τους και έχουν τη δύναμη να σε πάνε – τάχα – σε παράλληλα σύμπαντα. Αισθάνεται ότι μια τέτοια έχει καταμεσής του κορμιού του όπου όλα του τα ρούφηξε σιγά σιγά τα τελευταία χρόνια ένα προς ένα, αλλά σε κανένα παράλληλο σύμπαν δεν πήγε, κανένα νέο γαλαξία δεν έφερε στο φως… Φθάνει η ώρα του να πλαγιάσει, κουράστηκε πια. Τινάζει με τα χέρια του κάποια εναπομείναντα ψίχουλα μοναξιάς που του ξεπήδησαν εδώ κι εκεί, αλλά με μεγάλη προσοχή για να μη κάνει θόρυβο και ακούσουν τα παιδιά και η γυναίκα του στο κολλητό δωμάτιο, κι αποτραβιέται για να αποκοιμηθεί βαθιά. Ελπίζει πάντως ως την άνοιξη.

Είναι όμως και φορές που τον βλέπω ξαφνικά να κάνει μικρά κοφτά βήματα μπροστά σ’ ένα μικρό οβάλ καθρέφτη – ίδιο κι απαράλλαχτο με φινιστρίνι καραβιού – που έχει κρεμασμένο στο στενόμακρο χολ. Ανταλλάσουμε ματιές, μου χαμογελάει που και που φιλικά. Από όσο καταλαβαίνω, η παρουσία μου στο δικό μου παράθυρο δεν φαίνεται να τον ενοχλεί καθόλου. «Γεια σου γειτονάκι», μου λέει μέσα από τον καθρέφτη του, μου κλείνει πονηρά το μάτι και μου κάνει νόημα να κοιτάξω κάτω στο μωσαϊκό του δάπεδο. Ανασηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω μια παροπλισμένη σφεντόνα και λίγο παραπάνω στο γόνατο του μια πληγή, ίδια και απαράλλαχτη με τη δική μου που είχα όταν ήμουν παιδί. Μένω σύξυλος, ανατριχιάζω. Αμπαρώνω καλά το παράθυρο και σβήνω το φως.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 21
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Προς τι το πένθος;, του Μάνου Στεφανίδη
Xristos Magoutas
Οι ύαινες…[ με αφορμή τον Αλέξανδρο Βέλιο], του Χρήστου Μαγγούτα
Αγρίμι, της Ελένης Χατζηπέτρου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.