Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Οι μπουντρουμιασμένοι του fb, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 14
    Shares

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Ξυπνάς με την τσίμπλα στο μάτι. Μεριάζεις την κουρτίνα του παραθύρου σου. Έξω μάλλον ψιλοβρέχει, σίγουρο πάντως είναι ότι ο καιρός φαίνεται κατηφής. Από την κρεβατοκάμαρα  μέχρι την κουζίνα είναι δεν είναι δέκα μέτρα. Ανάβεις τσιγάρο, το πρώτο της ημέρας, και κατευθύνεσαι προς το τζάκι που σιγοκαίει όλη τη νύχτα για να φτιάξεις καφέ στην χόβολη.

Πρώτη σου κίνηση ν’ ανοίξεις τον υπολογιστή, το παράθυρο στον κόσμο, να δεις την κίνηση ψυχών και ανθρώπων. Να δεις φωτογραφίες, βίντεο, να περιπλανηθείς στα ανέκδοτα, στα status που έχουν σηκώσει οι «φίλοι».Status πασών των ειδών: αισθημάτων, χωρισμών, μοναξιάς, πρωινών συνταγών φαγητών – θυμάμαι μια πρόσφατη: σπανάκι με μήλα και αποξηραμένα φύλλα φλισκουνιού! –,εικόνων αγίων, χειροποίητων κιλιμιών, και ό,τι ο νους σου βάλει ακόμα.

Είναι οι φάροι που εκπέμπουν σήμα κινδύνου σε μια απέραντη θάλασσα. Και όλο περιμένουν εκεί – σαν  τον φαντάρο στη σκοπιά – να βρεθούν κάποιοι να τους τα σχολιάσουν, να τα τσιγκλίσουν κάπως , για να αισθανθούν έστω κι αυτή την αλλόκοτη και παραμορφωμένη χαρά ότι υπάρχει κάποιος που μοιράζεται το πρόβλημα τους. Κι όλο ανεβάζουν φωτογραφίες, κι όλο ανεβάζουν λέξεις, εικόνες και τραγούδια σαν να προσπαθούν να στείλουν στους απέναντι – στο χάος ήθελα να πω – ένα μήνυμα κι όλο κανείς δεν απαντά. Και όλο επανέρχονται στο αναρτηθέν προϊόν τους για να το ελέγξουν μη τυχόν και κάποιος έχει «τσιμπήσει», αλλά εις μάτην.

Είναι αυτός ο κόσμος που κρεμάει όλες του τις ελπίδες σε ένα like,μια καρδούλα, ένα πλουμιστό σχοινί με χιλίων ειδών προϊόντα, σαν από αυτά που κρεμούν οι Θιβετιανοί με αναγραφόμενες ευχές πάνω σε χαρτάκια, να καλύψει την ματαιοδοξία του, σε μια φωτογραφία που ανέβασε χθες από το σκυλάδικο που είχε επισκεφθεί και πέρασε «θαυμάσια». Όχι για τίποτα άλλο, αλλά για να καλύψει την μοναξιά του και να ξεχωρίσει από το τίποτα και την μοναξιά των άλλων. Και μέσα σ’ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, τον εικονικό και του «απόλυτα τίποτα», στριφογυρνά σε μια ξέφρενη κούρσα με σπασμένα τα φρένα για να ξεχωρίσει, να αναδειχτεί ο καλύτερος. Το καλύτερο «τίποτα».

Κι όλο παλεύουμε, κι όλο προσπαθούμε να φωτογραφίσουμε τις ωραίες μας στιγμές να τις ανεβάσουμε στο φατσοβιβλίο για να δείξουμε στους άλλους ότι εμείς είμαστε οι πιο έξυπνοι, οι πιο ωραίοι, ότι επισκεπτόμαστε τα καλύτερα εστιατόρια, ότι τρώμε στα παραθαλάσσια μαγαζιά  τις πιο νόστιμες ποικιλίες, ότι πηδιόμαστε στα καλύτερα ξενοδοχεία, έτσι για να σκάσουν οι άλλοι από το κακό τους και να ζηλέψουν το απόλυτο τίποτα και το φαίνεσθαι. Κι όμως. Υπάρχουν κάποιοι που δακρύζουν – λυγίζουν σαν λυγαριές οι άνθρωποι βλέπεις – γιατί νοιώθουν ότι δεν είναι γι αυτούς αυτά αλλά σε άλλους ανήκει η ζωή, στους μάγκες δηλαδή, στους έχοντες και σ’ αυτούς που είναι ικανοί να την ζήσουν.

Μήπως όμως είναι και έτσι;

Χμ! Μπορεί και να μην είναι, γιατί πριν μια βδομάδα και κάτι βρέθηκα σ’ ένα τρικούβερτο γλέντι – κι όταν λέω τρικούβερτο μη πάει το μυαλό σας σε ξεφαντώματα με φωνασκίες και οχλοβοές –αλλά σε ένα γλέντι πολύ ωραίο με ψυχή, καρδιά, παλιά τραγούδια ( κι εδώ να σημειώσω ότι παντού μα παντού ακόμα και στις κυριλάτες πίστες που το παίζουν καθαρά λαϊκές , πάντα αρχίζει το πρόγραμμα με το βάπτισμα σε παλιά τραγούδια κι ύστερα φθάνει έως το άναμμα εμποτισμένων  ρούχων στο ουϊσκυ με τσιγάρα), και κάπου εκεί προς το μέσον της βραδιάς με μερικά ποτήρια παραπάνω που κύλησαν στις φλέβες μου (ας όψεται η παρέα…), σηκώθηκα να χορέψω ένα από εκείνα τα αργά ζεϊμπέκικα, τους μοναχικούς θρήνους,  ξέρεις, από αυτά που οι μερακλήδες και μυημένοι στον χορό αυτόν μπαίνουν με ανάρριχτο  σακάκι  και είναι μόνο για σένα, έτσι για να καθαρίσει η ψυχή σου, να δακρύσουν τα μάτια ώστε να έρθεις στο σημείο εκείνο για να μπορέσεις μετά να γελάσεις με ανοιχτή καρδιά, καθαρό νου, να ξαλαφρώσεις.

Από τα εκατόν τόσα άτομα που παρευρίσκοντο στο γλέντι ούτε ένας δεν άνοιξε κινητό, δεν το σήκωσε για να φωτογραφίσει ή να καταγράψει σε βίντεο την μυσταγωγία της βραδιάς  λες και είχε προηγηθεί κάποια μυστική συμφωνία. Τίποτα από όλα αυτά, απλώς τα βλέμματα συναντιόνταν, άστραφταν τα χαμόγελα, απλόχερες οι χειρονομίες κάτι σαν: «καταλαβαινόμαστε…». Πιο δίπλα παραβρισκόταν κι ένας από τους «πρώτη μούρη» του φατσοβιβλίου – ας του το «αναγνωρίσουμε» αυτό –παρέα με μια πλαστική καλλονή ως συνοδό του μπογιατισμένη με σπρέι σταθεροποίησης. Ανήκε, έμαθα σε αυτούς που επισκέπτονται μόνο gourmet και κυριλέ μαγαζιά – μεζεδοπωλεία, από εκείνους τους μαϊντανούς που τρώνε στην απόλυτη σιγή λες και βρίσκονται σε εκκλησία την ώρα που  διαβάζεται το ευαγγέλιο, ενώ  ξεσηκώνουν ολόκληρο μαγαζί στο πόδι έτσι και αντιληφθούν ρίγα καπνού τσιγάρου να αιωρείται. Από ότι πήρα χαμπάρι ένοιωθε παράξενα έως αρκετά άβολα το παλληκάρι γιατί δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ότι βρισκόταν σε ένα μη ψηφιακό γλέντι, από αυτά δηλαδή που δεν ανεβάζουν φωτογραφίες, καρδούλες, αστράκια, το πόμολο της τουαλέτας, ή την πισίνα του Χίλτον στο fb , γιατί τέτοια δεν του αξίζουν αυτού του γλεντιού. Αισθάνθηκα προς το παρόν άσχημα για τον νέο, με τα κρυόκωλα αστεία του που έκανε προς την πλαστική  λαμέ  συνοδό του γιατί ένοιωθε απομονωμένος, ήταν όμως  φτηνιάρικες απομιμήσεις από status του fb.Κάποια στιγμή που σήκωσε το iphone του για να φωτογραφίσει, όλων τα βλέμματα έπεσαν επάνω του, και κάτι σαν «έλα τώρα, μη γίνεσαι …  μαλάκας», αφέθηκε να αιωρηθεί στην αίθουσα. Ελπίζω να κατάλαβε ότι αυτό το γλέντι δεν είχε ανάγκη από πούδρες και make up αλλά από μόνο του είχε ψυχή, καρδιά, ζωντάνια, αγάπη, ατέλειωτη κουβέντα και πολλά συναισθήματα.

Όλα τελείωσαν όμορφα, και την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα πανάλαφρος, την δε στιγμή που γύριζα το κουταλάκι του καφέ στο μπρίκι ξεπετάχτηκε από μέσα μου χωρίς να το εκστομίσω ένα «άντε γαμήσου κι εσύ fb και γυαλιστεροί μου φίλοι». Ήθελα να μείνω με την γεύση εκείνης της βραδιάς και όσες στο μέλλον έρθουν, γιατί ήταν δική μου και κανέναν άλλον δεν αφορούσε, χωρίς να έχει κάποιος το δικαίωμα να μου την λερώσει με τα «μπράβο» του, τα «superrrrr» του και τα «τέλειο» του. Γιατί ήμουν εγώ και η ζωή μου η ατόφια.

Κανένας δεν μας φταίει, τη μοναξιά μας τη χτίζουμε μόνοι μας και τα υλικά τα αγοράζουμε και τα πουλάμε μόνοι μας μέσα σ’ αυτό το σκατοφατσοβιβλίο.

Άντε, στην υγειά μας συγκρατούμενοι, με λιγότερα post σε fb, instagram, twitter και όποια άλλα ακόμα κυκλοφορούν ή θα έρθουν, και με περισσότερη ψυχή!

Υ.Γ. Ελπίζω να μην έχετε αμπαλάρει τα βινύλια σας, τα cd σας, να μην έχετε ξεχάσει τις ταινίες που προβάλλονται στους κινηματογράφους, τα θέατρα της πόλης ,τις μουσικές σκηνές, τα ολιγομελή ταβερνάκια εντός και εκτός πόλης, τις εξόδους μέχρι τη φύση που έχει αρχίσει να πρασινίζει, τις αγκαλιές και τους αναστεναγμούς  στα παγκάκια που στεγνώνουν σιγά – σιγά από τον ήλιο που αρχίζει να ανεβαίνει και περιμένουν ξανά τα φιλιά για να τα μουσκέψουν…, και να μην είστε καλωδιωμένοι με το υπερπέραν.

 

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

  • 14
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
“Who Loves Ya Baby?”, του Γιώργου Σαράφογλου
Κωστής Παλαμάς, γιατί η Ποίηση τα έχει όλα πει. Πέθανε σαν σήμερα το 1943
Πόσο λάθος κάνω;, του Σπύρου Ντασιώτη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.