Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία

Οι καιροί και οι καιροσκόποι, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη

Spread the love
  • 30
    Shares

Ο Κωνσταντίνος Μεϊντάνης  είναι Απόφοιτος Κλασσικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ,  καθώς και του Kings College και Birkbeck Collegeτου Πανεπιστημίου τού Λονδίνου. 

 

Oh, tempora, ohmorons!” Οι σύγχρονες προσταγές αήθειας και οι κακόχρονες επιταγές ευήθειας

 Δόλιες σκοπεύσεις των καιρών και ανεμώλιες σκοπιμότητες  των καιροσκόπων

Φαίνεται πως έχουν «ξεφύγει» τελείως. Αλλά, αν αυτό προστάζουν «οι Καιροί και τα Ήθη», όσο παράλογα και ανήθικα κι αν γίνονται, αυτό θα κάνουν όσοι τούς υπηρετούν.

Εν αντιθέσει με άλλες χώρες και κοινωνίες της Δύσης, στις οποίες έχουν ισοπεδωθεί τα πάντα και έχει εμπεδωθεί στο έπακρο η κατάργηση κάθε ανθρωποποιού αξίας και κάθε ιδανικού, με την επιβληθείσα κατίσχυση του απολυτοποιημένου «δικαιωματισμού», η Ελλάδα, και η ελληνική κοινωνία, (φαίνεται πως) αποτελούν ακόμα «εμπόδιο» στην πλήρη εφαρμογή του Μοντέλου, αφού οι παραδόσεις και οι μακραίωνοι εθισμοί των Ελλήνων ήταν, και είναι πάντα, ανθρωποκεντρικοί, με υπέρτατο διακύβευμά τους την Ελευθερία του Ανθρώπου. Εξάλλου, Ελληνισμός και Ορθοδοξία -όχι ως θρησκεία θεσμικά δομημένη ή ως θρησκόληπτος δογματισμός, αλλά ως δυναμική Πίστεως στην αναζήτηση νοήματος- είναι, εκτός από άρρηκτα συνυφασμένα στην πολιτισμική έννοια και διάστασή τους, μάλλον και τα μόνα εναπομείναντα, και εδραία, ερείσματά μας μέσα στις συγκαιρινές μας θύελλες.

Γι’ αυτό ίσως η ελληνική κοινωνία «έπρεπε» να αλλοτριωθεί, κυρίως τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια. Από το συμπλεγματικό «ανήκομεν εις την Δύσιν», στον «κοινωνικό μετασχηματισμό» που επαγγέλθηκε με την τόσο ρηξικέλευθα εκθεμελιωτική «Αλλαγή» και διεκπεραίωσε ο ευφυέστατος Δημοκόπος της σοσιαλεπώνυμης ηροστράτειας λαίλαπας, εκ παραλλήλου πάντοτε με τις χάλκινες ιδεολογίες και τις εμφυλιοπολεμικές κενολογίες του αρνησιπάτριδος μαρξιστικού διεθνισμού -ένα τριπλό κοινωνικό «κεφαλοκλείδωμα»- επί σειρά δεκαετιών, λειτούργησαν έτσι, ώστε να καταστεί η κοινωνία αυτή όσο το δυνατόν «δυτικότερη» και «δυτικότροπη» γινόταν. Αλλά και πάλι, υπάρχουν, εξακολουθούν να υφίστανται κατά έναν παράδοξο τρόπο, ψυχοπνευματικές αντιστάσεις, βαθιά ριζωμένες και ισχυρές.

Ο Νεοέλληνας, και κατ’ επέκταση η κοινωνία στην οποία αυτός είναι ενταγμένος, έχει αλλοτριωθεί σε μέγιστο βαθμό. Την ψυχή του όμως, με την σιωπηλά ασπαίρουσα και ανυπότακτη ποιότητά της, δεν την έχει χάσει. Αυτό αποδεικνύει αψευδώς η πραγματικότητα, ακριβώς επειδή είναι σήμερα τόσο οριακή στις εντάσεις και πιέσεις που ασκεί.  Έτσι, φαίνεται πως η Ελλάδα όχι μόνον ως τόπος, αλλά κυρίως ως τρόπος βίου, ως «έννοια», βρίσκεται στο στόχαστρο, και με τόσους καλοπληρωμένους και προβεβλημένους ελληνόφωνους νεογενίτσαρους ως «πέμπτη φάλαγγα» στο εσωτερικό της. Παιδεία, Γλώσσα, Ιστορία, Θρησκευτική Πίστη, Οικογένεια, Ελευθερία, όλα βάλλονται, διαβάλλονται, προσβάλλονται ανηλεώς – και μεθοδευμένα.

Όσοι είχαμε τη δυνατότητα και την επιθυμία να ζήσουμε σε δυτικές κοινωνίες, για σπουδές και για εργασία, ζώντας εκεί αντλήσαμε ό,τι μπορέσαμε να κρίνουμε ως πιο ουσιαστικό από τα θετικά χαρακτηριστικά και τις παραμέτρους της ζωής των κοινωνιών αυτών. Ανάλογα με τις ανάγκες και τις προδιαθέσεις μας, τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες μας, αφομοιώσαμε, στο μέτρο του δυνατού για καθέναν μας, στοιχεία του τρόπου ζωής, ζήσαμε την ευταξία και την ευρυθμία που διαμορφώνει και κατοχυρώνει με ρητές και άρρητες διατάξεις ο επί αιώνες νοησιαρχικός εξορθολογισμός των ενστίκτων και η τελεσφόρος χρησιμοθηρική σκοπιμότητα της οργανωμένης με συγκεκριμένα δεδομένα και δεσμεύσεις καθημερινής ζωής, δεδομένα και δεσμεύσεις που ανέκυψαν ως αποτελέσματα, ή ως συνέπειες, των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών και των κοινωνικών καταστάσεων μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε και δομήθηκε ο δυτικός τρόπος του βίου. Και κατανοήσαμε τελικά, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, με τον πιο απτό τρόπο, την ανάγκη να τεθεί ένα ερώτημα: τί είναι αυτό που συγκροτεί την καισαρική διαφορά ανάμεσα σε δύο μορφές, σε δύο τρόπους, του «κοινωνικώς ζην».

Τη διαφορά ανάμεσα στην «κοινωνία της Ανάγκης-Χρείας» και στην «κοινωνία του Αληθούς» συγκροτεί ο τρόπος προσέγγισης του υπαρκτικού νοήματος, για το οποίο ενστικτωδώς διψά ο άνθρωπος. Και οι δύο μορφές κοινωνίας έχουν θετικά και αδυναμίες, αφού αυτό άλλωστε συμβαίνει με την ίδια την ανθρώπινη φύση. Η Γλώσσα, ως το πιο χαρακτηριστικό μέσο αντίληψης και έκφρασης του κόσμου γύρω μας, αναδεικνύει τη θεμελιακή αυτή διαφορά, αφού η κάθε γλώσσα δεν περιγράφει απλώς, αλλά δηλώνει και θεμελιώνει το νόημα, την ουσία, τα οποία εκφράζουν τις ανάγκες και τις σκοπεύσεις ζωής και πράξης κάθε λαού. Κάθε λαός είναι η γλώσσα του. Γι’ αυτό και ο Λένιν είχε πει πως, αν θέλεις να υποτάξεις έναν λαό, αρκεί να καταστρέψεις τη γλώσσα του. Τη δυνατότητά του, δηλαδή, να σκέφτεται, να κατανοεί, και να εκφράζεται.

Άλλο λοιπόν σημαίνεται, υποδηλώνεται με τη λέξη «society», που προέρχεται από το λατινικό societas, associate, ήτοι «συν-εταιρίζομαι», γίνομαι/είμαι συν-έταιρος με τον άλλο για την επίτευξη κάποιου σκοπού (χρησιμοθηρική διάσταση και οργάνωση της ζωής για την αντιμετώπιση των υλικών κυρίως αναγκών του βίου) και άλλο με τη λέξη «κοινωνία», από τις λέξεις κοινώς+ων, ήγουν «υπάρχω από κοινού με τον άλλο», «συν-υπάρχω», βρίσκομαι σε Σχέση με τον συν-άνθρωπο, αφού η αλήθεια, την οποία αναζητώ ως ελεύθερα σκεπτόμενο όν, υπάρχει όταν κοινωνείται μέσω της γλώσσας ως του κατεξοχήν οργάνου επι-κοινωνίας. Άνθρωποι «άγλωσσοι» είναι ουσιαστικά άνθρωποι «ά-σχετοι».

Αυτό φανερώνει στη διττή του διάσταση ως γεγονότος η Ελληνική γλώσσα. Ά-σχετος δεν είναι μόνον αυτός που δεν σχετίζεται, αλλά και αυτός που δεν γνωρίζει. Αυτός που δεν έχει πρόσβαση στη γνώση, μιας και η γνώση -σε όποια μορφή της- υφίσταται μέσω της Σχέσης, και την προϋποθέτει. Αυτή η «κοινωνία αληθείας» δεν είναι έκγονη κάποιας συμφωνημένης, και αποδεκτής από κοινού, τυπικής συνθήκης, κατάστασης (λατιν. conditio), αλλά έκφραση και, ουσιαστικά, ανταπόκριση σε μια πρωτογενή ψυχοπνευματική ανάγκη. Η ικανοποίηση των υλικών αναγκών προκύπτει και επιτυγχάνεται στο πλαίσιο της κοινωνίας – δεν προϋπάρχει ως το κατεξοχήν γενεσιουργό αίτιό της. Δεν είναι ο αυτοσκοπός του Κοινωνικού Γεγονότος.

Το νόημα για τον άνθρωπο, στον κοινωνικό του ρόλο και τη δράση-διάδρασή του με τους άλλους, είναι ένα κατόρθωμα διαρκές, μια πολύτροπη πορεία εν εξελίξει, για την από κοινού ανα-ζήτηση του Ουσιώδους. Όσον και αν, ειδικά σήμερα, έχουν αυτονομηθεί τα «σημαίνοντα», οι έννοιες, από τα «σημαινόμενά» τους, τη σημασία τους, που έχει χαθεί μέσα στη στρέβλωση λόγων και πράξεων… Όπως με στρεβλωμένες αρθρώσεις δεν μπορείς να κινηθείς ελεύθερα ούτε να περπατήσεις δίχως να πέσεις, έτσι και χωρίς άρθρωση λόγου δεν μπορείς να σκεφτείς και να μιλήσεις ελεύθερα, χωρίς «άρθρωση» εν-νοήματος ζωής δεν μπορεί να ζήσεις «κατ’ ουσίαν» και «κατ’ αλήθειαν».

Για να αληθεύει κάτι, πρέπει να επι-βεβαιώνεται από την κοινή-κοινωνούμενη «εμπειρία». Εκείνος που μένει μόνος, που ιδιωτεύει, ο ιδιώτης, έχει τη δική του μεμονωμένη-απομονωμένη, την υποκειμενική, και εξαιτίας αυτού διαρκώς υποκείμενη σε σφάλμα, αντίληψη του κόσμου. Συχνά σφάλλει, γι’ αυτό και στις γλώσσες του δυτικού κόσμου ο ανόητος, o μη έχων ορθή κρίση, και συνακόλουθα ορθή αντίληψη των πραγμάτων, λέγεται «idiot»(«ηλίθιος»). Στην «κοινωνία τού Αληθούς», αντιθέτως, όπως ανιχνεύεται ήδη στη χαραυγή, αλλά και στην ανέλιξη του Ελληνικού Φιλοσοφικού Στοχασμού (Ηράκλειτος, Δημόκριτος, Αριστοτέλης), ισχύει, αλλά και επιδιώκεται, ως βασική δομική αρχή του πολιτικού βίου η «συνύφανση» της ετερότητας του κάθε ανθρώπου με την ιδιαιτερότητα της συλλογικής οντότητας: η προσωπική του καθενός συνεισφορά ως συμμετοχή στο από κοινού εν-νοούμενο και υφιστάμενο ως αληθινό-πραγματικό («…όταν πάντες ομολογούσι και έκαστος επιμαρτυρεί» – όταν όλοι, συγκροτώντας σύνολο, αποδέχονται κάτι <ως αληθές> και καθένας ως μέλος του συνόλου το επι-βεβαιώνει από την προσωπική του πλευρά-εμπειρία).

Ο ελεύθερος άνθρωπος ενεργεί ως πρόσωπο. Η ελευθερία του Προσώπου δεν αναιρείται μέσα στο απρόσωπο πλήθος των Ατόμων, γιατί τα πρόσωπα συνθέτουν ένα ενεργά υφιστάμενο σύνολο, είναι μια «ολότητα»-πληρότητα με τη δυναμική της συν-λογικότητας (συν+λόγος), του κοινού, και κοινώς προσβάσιμου, λόγου-σκέψης. Άξονας νοήματος της συλλογικότητας στέκει η υποκειμενική αλήθεια του κάθε ανθρώπου ως ετερότητας στην αντικειμενική της επαλήθευση-επιβεβαίωση.

    Πρόσωπο είσαι όταν βρίσκεσαι στραμμένος προς τον Άλλον (προς+όψ, δηλ. όμμα, βλέμμα, είμαι στραμμένος, βλέπω, προς τον άλλον, βλέπω τον άλλον ως «έτερον» πρόσωπο). Ως άτομο είσαι «μη-ων», αδιαφοροποίητος μέσα σε μια μάζα ομοειδών ατόμων. Ο ατομοκεντρισμός του δυτικού κοινωνικού μοντέλου, με τα υψηλά επιτεύγματα αποτελεσματικότητας στην οργάνωση του βίου, χάνει κάθε λειτουργικότητα και νόημα, αν αναιρεθεί με όποιον τρόπο η χρησιμοθηρικά διαρθρωμένη δομή του. Πίσω από τη δομή αυτή μορφάζει ατιθάσευτη η απόλυτη αλλοτρίωση του ανθρώπου ως όντος, η οριστική απώλεια (αυτ)επίγνωσης της υπόστασής του. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που έχει αλλοτριωθεί σε «άτομο» χειραγωγείται και, τελικά, υποτάσσεται πολύ εύκολα.

Μπορεί να γίνει αυτό σήμερα σε πλανητική κλίμακα, όπως φαίνεται να το απεργάζεται η λεγόμενη Παγκοσμιοποίηση, ο «δούρειος ίππος» μιας Νέας Οργάνωσης του Κόσμου και του Ανθρώπου; Εν πολλοίς έχει ήδη γίνει πραγματικότητα, στην οποία εκόντες-άκοντες μετέχουμε όλοι μας. Το ανεπίγνωστο της «συμμετοχής» μας στην αλλοτρίωση είναι η μεγάλη απειλή – και η μεγάλη πρόκληση. Κατεξοχήν παράδειγμα, ο καταναλωτισμός, που έχει καταστεί σκοπός και νόημα της ύπαρξής μας, δηλαδή η παγκυριαρχία των απαιτήσεων ικανοποίησης του ενστίκτου. Εξού και η κυριαρχία του χρήματος σε βάρος και της στοιχειωδέστερης ελευθερίας του ανθρώπου.

Πώς μπορεί η εκάστοτε εξουσία (και όσο πιο διεφθαρμένη-διεστραμμένη είναι, τόσο κτηνωδέστερα) να διεγείρει, να ερεθίσει στο έπακρο, και τελικά να ελέγξει το ένστικτο, ώστε να καθυποτάξει τον άνθρωπο; Με δύο απλούς στη στόχευσή τους τρόπους. Την τρομοκρατική επιβολή του φόβου ή την έντεχνη υποβολή της ηδονής. Με τη θώπευση και την υπερτροφική ανάπτυξη της υλικής διάστασης τής ανθρώπινης φύσης. Σήμερα, είμαστε πια όλοι, «έμφοβοι καταναλωτές».

Γι’ αυτό και στο πλαίσιο κάθε ολοκληρωτισμού διώκεται μανιασμένα η δυναμική της Πίστεως, της πίστεως ως εμπιστοσύνης (εν+πίστη+ων, κατά τους Αρχαίους Έλληνες, της ύπαρξης στην ελευθερία τής αυτόβουλης επιλογής της για «άνοιγμά» προς κάτι «άλλο», έτερο, υπέρτερό της), όπως εκφράζεται από το θρησκευτικό -στην ευρεία έννοια της λέξης- συναίσθημα. Διώκεται και εξοβελίζεται, παντί τρόπω, κάθε δυνατότητα «μεταφυσικής» αναφοράς του ανθρώπου, προσπάθειας για αναζήτηση νοήματος της ύπαρξής του πέρα από το πεπερασμένο της θνητής, υλικής φύσης του. Έτσι, είτε με τον φόβο του «απειλούμενου ατόμου», είτε με την ηδονή του «ατόμου-καταναλωτή», επιτυγχάνεται ο εγκλωβισμός του ανθρώπου στην άλογη κυριαρχία του ενστίκτου. Σήμερα, η διελκυστίνδα φόβου-ηδονής σφίγγει ολοένα και περισσότερο.

Και, υπάρχει ένα συντελεσμένο ιστορικό προηγούμενο. Η υποταγή και η αλλοτρίωση του ανθρώπου σε άτομο έχει ήδη συμβεί, σε μια πρώτη μορφή μεγάλης εδαφικής και χρονικής κλίμακας, ήδη από τις αρχές του 20ου  αιώνα: με τη δημιουργία-κατασκευή της Σοβιετικής Ένωσης, του λεγόμενου «Υπαρκτού Σοσιαλισμού», αυτού του μοντέλου «κοινωνίας» που έφτασε σε πρωτοείδωτα επιτεύγματα κτηνώδους απανθρωπίας, μέχρι την οριστική και ολοσχερή κατάρρευσή του, το 1989. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε την απαρχή μιας Νέας Εποχής. Αυτής, τα αρχικά στάδια της οποίας διανύουμε, και ζούμε σήμερα…

Τόσο ο λεγόμενος «Υπαρκτός Σοσιαλισμός», όσο και ο σημερινός «Φιλελεύθερος Καπιταλισμός» είναι ουσιαστικά δύο όψεις της ίδιας Απανθρωπίας. Της ίδιας άρνησης προς την υπαρξιακή-υπαρκτική ελευθερία του ανθρώπου. Όταν δεν υπάρχει -και, το κυριότερο, δεν επιτρέπεται να υπάρχει- κάτι πέρα από το πεπερασμένο της ύλης το οποίο να λειτουργεί ως λυτρωτική καταφυγή για την ασθμαίνουσα ψυχή, τότε όλα είναι «περι-ορισμένα», «έγκλειστα», γιατί είναι στεγανώς πεπερασμένα. Αυτός είναι στη φύση του ο Ιστορικός Υλισμός, ειδικά της σημερινής, τεχνολογικά πολυδύναμης εποχής μας.

Ο Ιστορικός Υλισμός είναι το υπέρτατο Δόγμα της απόλυτης τύφλωσης απέναντι στην Αλήθεια – και την προσπάθεια πρόσληψής της ως νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Αρνείται την ελευθερία του Ανθρώπου. Την καταργεί, και επιβάλλει τη σταδιακή «μετασκευή» του σε α-πρόσωπο άτομο. Σε μονάδα δίχως δυνατότητα ετεροαναφοράς, γνώσης, επικοινωνίας. Αυτή είναι η Εικόνα στην Εποχής της Οθόνης. Όλα διαμεσολαβούνται ηλεκτρονικά, και ο άνθρωπος είναι ο άβουλος απο-δέκτης, δίχως δυνατότητα προσωπικής συμ-μετοχής, με φιμωμένη τη δημιουργική του ετερότητα (προσωπικότητα).

Από την ηλικία του Νηπιαγωγείου, λοιπόν, επιδιώκουν αυτό που κανονικά πρέπει να γίνεται πρώτα στο πλαίσιο της οικογένειας, η οποία ως θεσμός αλλά και ως το «πρώτο κοινωνικό κύτταρο» αποτελεί, πάλι σε αντίθεση με τις κοινωνίες της Δύσης, ένα από τα κατεξοχήν χαρακτηριστικά και συλλογικά βιώματα της ζωής των Ελλήνων, όσο και αν έχουμε αλλοτριωθεί ως λαός και ως κοινωνία. Αλλά επιδιώκεται η διαπαιδαγώγηση ή η χειραγώγηση; Και με ποιόν τρόπο, ως ποιόν βαθμό; Μιλώντας, και προβάλλοντας θεωρίες, για «έμφυλες ταυτότητες» ίσως;

Στόχος, για μια ακόμα φορά, η ανθρώπινη ψυχή. Στην πιο αγνή και αδιαμόρφωτη χρονικά στιγμή της, η ψυχή του μικρού παιδιού. Διαπαιδαγώγηση με ενστάλαξη ίσως και λίγου από το εκμαυλιστικό αφιόνι του ενστίκτου. Και επιδίωξη, όπως φαίνεται, η «προπαρασκευή» και, μακροπρόθεσμα, η «κατασκευή» πρόθυμων υποτακτικών.

Ένα νέο «παιδομάζωμα»;…

   Αρχές Μαΐου 2020

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 30
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Στενά τα περιθώρια…, του Γιώργου Αρκουλή
Στην Ελλάδα η δεύτερη ευκαιρία δεν λειτουργεί και έτσι συνεχίζουν να συνωστίζονται στο περιθώριο περαστικοί σαν τον Ζακ, του Άγγελου Παπαδημητρίου
Η Κανεμού Τοραλάικ που δεν έγινε φίλη μου, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.