Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Νύχτες οπλισμένες, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Αν θυμάμαι καλά, θα πρέπει να ήταν τότε που ήμουν μικρό παιδί, τότε που κοιμόμασταν στρωματσάδα στο κάτω σπίτι μας με το τζάκι – κατώγι το λέγαμε – γιατί το επάνω το είχαμε μόνο για καμιά επίσκεψη συγγενούς ή και για την αποθήκευση του σιταριού, του κριθαριού και της βρώμης μέσα στα κασόνια. Ναι, για ‘κείνες τις νύχτες μιλάω που εσύ σακάκι δεν έβγαζες ποτέ ούτε και στον ύπνο σου ακόμη και πάντα το χέρι σου το είχες χωμένο σε κείνη την τσέπη κρατώντας σφιχτά  το φονικό, τη χειροβομβίδα. Ξέρεις…, σήμερα το έμαθα, από τη μάνα. Το έχει παράπονο, μου είπε, γιατί ούτε σε ‘κείνη είχες πει κάτι σχετικό με αυτό, από τη μάνα της το έμαθε και ‘κείνη, μου είπε, όταν πια εσύ είχες πεθάνει. Το έκρυβες πολύ καλά το μυστικό, ποτέ και κανένας δεν αντιλήφθηκε ότι εσύ κοιμόσουν κάθε βράδυ αγκαλιά με τη χειροβομβίδα. Και τώρα που αρχίζει να φέρνει σβούρες το μυαλό μου, ναι, ναι, σε σχηματίζω σιγά σιγά στον νου μου. Αν και τα χρόνια από τότε είναι πολλά που πέρασαν, αν και εγώ μεγάλωσα πλέον και ωρίμασα, δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω γιατί μου φαίνεσαι πολύ πιο ψηλότερος από ότι στην πραγματικότητα ήσουν, από όσο βέβαια σε θωρούσα σαν πιτσιρικάς που ήμουν.

Ξέρεις κάτι ρε παππού; Λέω να περάσω κάποια μεσάνυχτα από τον Άη Γιώργη εκεί που ξεκουράζεσαι αιωνίως, να σε πάρω από το χέρι κι όπου κουραστείς να σε φορτωθώ στην πλάτη  για να πάμε παρέα να μου δείξεις πού τελικά την έχεις κρυμμένη εκείνη τη χειροβομβίδα. Όλο το σπίτι το έψαξα, το αναποδογύρισα σχεδόν τρεις φορές,  ακόμη και τις τρύπες του ερεύνησα μέσα κι έξω αλλά τίποτα δεν βρήκα, από σένα περιμένω να μου αποκαλύψεις πού τελικά την έχεις καταχωνιάσει. Και…, ξέρεις γιατί τόσο επιμένω; Επιμένω, διότι οι νύχτες άρχισαν να τσουλώνουν τα αυτιά τους, να γίνονται σταθερά όλο και πιο άγριες, υπερβολή δεν θα ‘ταν αν σου ‘λεγα ότι καταντούν πολλές φορές ανυπόφορες, και ψάχνω από κάπου κι εγώ να κρατηθώ. Σκέφτομαι ρε παππού ότι η περόνη της θα ήταν για ‘μένα το στήριγμα που θα μου ταίριαζε γάντι. Ξέρεις…, θέλω να την κρατώ ασφαλισμένη στα χέρια μου κι όταν φθάσω στο αμήν να απελευθερώσω τον κρίκο της και με μία μόνο κίνηση να κάνω τις κατάμαυρες νυχτιές να λάμψουν. Όπως σε μια νέα ειρηνική και μονίμως  φωταγωγημένη Ιερουσαλήμ ονειρεύομαι στα πηχτά σκοτάδια γύρω μας να χύσω άπλετο το φως.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

  The article expresses the views of the author  

 iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Κατευόδιο, του Γιώργου Αρκουλή
Βραδιά ποίησης στην Καισαριανή, του Γιώργου Αρκουλή
Καλώς ήρθες στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο, του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.