Ανοιχτή πόρτα Εικαστικά Πρόσωπα - Αφιερώματα

Κώστας Παπανικολάου, Το σκιόφως της ποθεινής πατρίδας, του Μάνου Στεφανίδη

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

Pane di capo: Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ), Λεωφόρος Κρεμαστής & «Πηγές Καλλιθέας»

Ο Μάνος Στεφανίδης είναι Ιστορικός Τέχνης και Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ

 

Από ό, τι είναι ξεκάθαρο, να κρατάς μόνο το σκοτεινό

Martin Heidegger

Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω πως η ζωγραφική που είναι άξια του ονόματός της, σήμερα υπερασπίζεται πρωτίστως την τιμή της εικόνας στην εποχή ακριβώς της ακράτειας και της εικόνας και της εικονοποιητικής διαδικασίας. Μιλώ λοιπόν για εκείνη τη ζωγραφική που ενσωματώνει κατά τη λειτουργία της ένα είδος θαύματος μεταμορφώνοντας λόγου χάρη το βερμιγιόν του σωληνάριου σε ανεμώνη ή αίμα ή σημαία σ’ ένα πλοίο όπως ακριβώς ο Χριστός μετέτρεψε σε κρασί το νερό στα πιθάρια. Αυτή η μαγεία, μπορείτε να την πείτε και ποίηση ή μεταφυσική, είναι που με γοητεύει στη ζωγραφική εμπειρία. Πράγματα που συναντάω πολύ συχνά στους πίνακες του Κώστα Παπανικολάου, ένα ιδιάζον αμάλγαμα δηλαδή, ενστίκτου και χειροποίητης σοφίας, οράματος και πεισματικής εμμονής στα θαύματα που εγκυμονεί το φως στη διαπάλη του με το σκοτάδι. Στην αντηλιά και το σκιόφως. Επειδή υπάρχει σχεδόν πάντα στις εικόνες που χτίζει με πειθαρχημένη ακρίβεια ο ζωγράφος μια αντηλιά τοποθετημένη λες για να φωτοδοτεί τα φαντάσματα της μνήμης και όλα εκείνα τα πλάσματα που αναγκάσαμε να ζούνε στο σκιόφως. Είτε αγκαλιασμένα είτε κατά μόνας. Σε αυτόν τον κόσμο το μικρό και μέγα.

Γιατί έτσι γεννιέται η τέχνη: Από τους ακράτητους έρωτες κι από τους αναπόφευκτους θανάτους των ερώτων. Φως και σκοτάδι. Από το τέλος των αγκαλιασμάτων είτε των ανθρώπων είτε των πραγμάτων και από το ειμαρμένο πένθος τους. Και τότε έρχεται η τέχνη να διεκδικήσει το αιώνιο στο όνομα του εφημέριου. Αρκεί να πιστεύεις πως τα πάντα, πράγματα, ιδέες, άνθρωποι, τοπία, θάλασσες και νερά διαθέτουν ένα είδος ψυχής. Ο Σεφέρης το διατύπωσε αλλιώς με το βαρυσήμαντο λόγο του: «Ό, τι πέρασε, πέρασε σωστά». Ούτως ή άλλως, όλα ήταν κι όλα παραμένουν ατελείωτα -ευτυχώς- και στη ζωή και στη ζωγραφική.

Προσωπικά στις εύτακτες, καθαρές συνθέσεις του Παπανικολάου, σε αυτόν τον αρχαϊκό, πρωτόγονο, κλασικισμό ενός ιδανικού κόσμου που ο ίδιος υπερασπίζεται, διαβλέπω την παρουσία των «Κλασικών Εικονογραφημένων» του ’60, αλλά και το μοντάζ του κινηματογράφου που εξιστορεί τις εικόνες του με υπαινιγμούς, gros plan, flashback, βάζοντας το χρόνο και τη ροή του στην υπηρεσία της νοσταλγίας, της ζωηφόρου μνήμης. Ο Παπανικολάου είναι ένας ορεσίβιος που ονειρεύεται τη θάλασσα, ένας χωρικός που μελετά το αστικό τοπίο σαν ηθογραφία, ένας έγκλειστος της ζωής του της ίδιας που ονειρεύεται ένα ταξίδι στα νησιά: το κατάστρωμα του καραβιού για τον Πόρο, ο φράχτης εκείνου του κήπου τα ξύλα του οποίου του δάνεισε ο Bonnard και ο Κόντογλου στο Λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, το μακροβούτι για τον Σταυρό των Θεοφανίων, εκείνο το κοιμητήρι που το βρέχει το ενάλιο κύμα ενώ μια φώκια μοιρολογεί στα βαθιά. Επειδή ο κόσμος παύει να είναι σκοτεινός και απροσπέλαστος όταν τον αφηγούμαστε ενώ τα χρώματα ή οι λέξεις είναι εκείνο το υπερβατικό φως που μπορούν να δουν μόνο άγιοι και καλλιτέχνες.

Ο φίλος μου Κώστας Παπανικολάου, ζωγράφος μνημών κι εμμονών, των ενσταντέ του φωτός που έχουν φόντο τη μοναξιά, δεν φοβάται ν’ αναμετρηθεί καλλιτεχνικά με τα ιδεολογικά και τα αισθητικά μας στερεότυπα ενώ συγχρόνως υπερασπίζεται και την ζώσα παράδοση και τον εγχώριο Μύθο. Το genius loci. Το αόρατο που όμως υπάρχει… Όχι εκεί ψηλά αλλά εδώ κάτω, βαθιά. Επίσης στο οπτικό μυθιστόρημα του Παπανικολάου χωράνε – πλην του τώρα που πάλλεται λαμπρό και ζοφερό στους πίνακες του εδώ και τώρα – και τα πλάσματα της φαντασίας και της μνήμης, εκείνες οι μορφές των νεκρών φίλων, των δασκάλων, των αγαπημένων που ζούνε μέσα μας, εις πείσμα του θανάτου και μάς βασανίζουνε γλυκά. Μάς ανασταίνουν. «Και την ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιών πολίτην με» ακούμε στο ελληνικό ρέκβιεμ, τη νεκρώσιμη ακολουθία.

Ο Παπανικολάου, ως πρωταγωνιστής πια της σύγχρονης ζωγραφικής μας, εκκινεί από την μικρολεπτομέρεια για να συνθέσει μετά τον μεγάκοσμο που ονειρεύεται ρεμβάζοντας και ανοίγοντας σιγά σιγά το πλάνο. Επειδή οι ιστορίες πρέπει να παραμένουν ανοιχτές, αποσπασματικές, ατελείς, με το τέλος τους στην διάκριση του κάθε συνένοχου θεατή. Το θάμπος και η μαγεία του κόσμου κάτω από ένα φως που δεν τελειώνει ακόμα κι όταν δύει. Ο ζωγράφος συχνά κατοπτεύει τον κόσμο από ψηλά όπως ο Μακρυγιάννης, αλλά όχι αφ’ υψηλού, ενδιαφερόμενος τόσο για το όλον όσο και για τις λεπτομέρειες. Τα χρώματα όσο το δυνατόν με λιτότητα, επίπεδα, με ελάχιστο πλάσιμο, για να μην φτηναίνει η καθαρότητά τους (ούτως ή άλλως, η λαμπρότητα είναι υπόθεση εσωτερικής ματιάς). Όμοια και το σχέδιο, υπαινικτικό χωρίς λεπτομέρειες, ώστε να μην τρομάξουν το αγκαλιασμένο ζευγάρι που φιλιέται, ο Αη Γιώργης και ο δράκοντας, οι πνιγμένοι,  το παιδί που τρέχει με τον αετό του, ο επιβάτης που κοιτά αμέριμνος το ιδεατό τοπίο, τα κορίτσια που παίζουν τένις, τα αγόρια που παίζουν ποδόσφαιρο,  ή η γάτα που γυροφέρνει τα μνήματα κάνοντας παρέα στους πεθαμένους. Έτσι είναι. Η επιτυχημένη ζωγραφική γεννάει κι άλλες εικόνες που ορισμένως δεν είδε καν ο ζωγράφος αλλά που ξεπήδησαν αιφνίδια από την άκρη του τελάρου για να μπουν αργότερα σε μιαν άλλη σύνθεση (εν προκειμένω εδώ μιλάμε για κοντραπλακέ θαλάσσης, δηλαδή ένα σκληρό υλικό που δεν στέργει σε ιλουζιονιστικές λεπτομέρειες ή γλυκασμούς του χρωστήρα). Θα έλεγα πως εδώ το ξύλο αφηγείται από μόνο του τις ιστορίες και τις ελεγείες της φύσης ενώ μια απειλή πάντα καραδοκεί κάπου μακριά. Επειδή αυτά που δεν ζήσαμε μάς βασανίζουν περισσότερο. Σαν ιερόσυλες εικονογραφίες μαρτυρίου και κάθαρσης όπου ο χώρος γίνεται χρόνος στερεοποιημένος. Αφού κάθε θάλασσα δεν έχει μόνο γλάρους, έχει και τους πνιγμένους της.

Επιστροφή σε μια ζωγραφική της αθωότητας; Υπάρχει πια αθωότητα; Κατηγορηματικά όχι. Και όσοι υποκρίνονται τους αθώους, είναι τουλάχιστον βλάσφημοι, αν δεν είναι μπουφόνοι. Τότε; Απλώς πρόκειται για μια κατάδυση σ’ εκείνες τις μνημονικές εικόνες που είναι, για τη συνείδηση του ζωγράφου, άφθαρτες κι ανόλεθρες. Και λοιπόν; Και λοιπόν η ιστορία από την αρχή. Οι πρώτες εικόνες της παιδικότητας -συνειρμοί επί συνειρμών- που θα μας προστατεύουν ως το ποθεινό τέλος. Στην τελευταία ενότητα πινάκων του με κορυφαίο το πολυδιάστατο τρόπτυχο της «Πομπηίας», ο Κώστας Παπανικολάου επιμένει περισσότερο από ποτέ άλλοτε, ότι η δωρικότητα είναι η κατ’ εξοχήν ιδιότητα του δράματος ενώ το πένθος πρέπει να γιορτάζεται. Με όλα τα φώτα αναμμένα…

ΥΓ. Θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμουν πως οι τωρινές ζωγραφιές του Παπανικολάου με τις αναφορές στον Hockney και τον Παπαλουκά, με το αβυσσαλέο φως στ’ αταξίδευτα καράβια, προορίζονται για το Αναγνωστικό της Α’ δημοτικού του μέλλοντος;

Καθαρά Δευτέρα του 2019

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.   

The article expresses the views of the author      

iPorta.gr 

SHARE
RELATED POSTS
Η φτωχομάνα του υποψηφίου, της Τζίνας Δαβιλά
Μεταφοραί: «Ο Δημήτρης», του Δημήτρη Κατσούλα
Απώλεια πυξίδας;, του Γιάννη Πανούση

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.