Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Καλοκαιρινός πόλεμος, του Δημήτρη Κατσούλα

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, «Πηγές Καλλιθέας»

και  Pane di capo στη Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου στο ύψος του ΙΚΑ & Λεωφόρος Κρεμαστής

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Ιστορίες, και μάλιστα από τα παιδικά μου χρόνια, σπάνια διηγούμαι. Και το κάνω αυτό διότι για μένα αποτελούν μικρά διαμαντάκια που τις έχω καλά φυλαγμένες στην ψυχή μου. Ετούτη εδώ όμως αξίζει να σου την διηγηθώ. Όπως ξέρεις, το χωριό μου είναι ορεινό, μιλάμε για υψόμετρο περίπου επτακοσίων και βάλε μέτρων. Το καλοκαίρι είχαμε από όλων των ειδών τα φρούτα, εκείνο το οποίο μας έλειπε ήσαν τα καρπούζια. Τα λαχταρούσαμε όσο τίποτα άλλο! Ήσαν σαν ένα είδος πολυτελείας ή για να είμαι πιο ακριβής, αποτελούσαν για μας ένα εξωτικό, άπιαστο πράγμα.

Ο μόνος τρόπος – θυμάμαι – προκειμένου να φθάσουν μέχρι το τραπέζι μας ήταν η ανταλλαγή. Και λέγοντας ανταλλαγή εννοώ ότι οι πατεράδες μας θα έπρεπε να δώσουν ένα φορτίο ξύλα χλωροκομμένα προκειμένου να πάρουν δυο τσουβάλια καρπούζια. Τα καρπούζια τότε δεν ήσαν τεράστια σαν τα σημερινά, ήσαν ολοστρόγγυλα και πρασινωπά (ολίγον τι προς το μαύρο). Τα έφερναν λοιπόν οι γονείς μας σε σακιά φορτωμένα στα γαϊδούρια και τα τοποθετούσαμε στην αρχή μέσα στο κασόνι με τα σιτάρια που είχαμε αλωνίσει στα πετράλωνα με τα ζώα, και δροσερά να είναι και όσα ήσαν αγουρωπά να είχαν τα χρονικά περιθώρια να ωριμάσουν. Εμείς τα καμαρώναμε, τα επισκεπτόμασταν πολλές φορές την ημέρα, τα κοιτάζαμε που γυάλιζαν όμορφα στα παιδικά μας μάτια.
Έπιανε τότε η μάνα με το μαχαίρι (κι εγώ ως μοναχοπαίδι που ήμουν παρέα με τους φίλους μου τριγύρω από το τραπέζι ανυπομονώντας) και με κινήσεις χειρουργού που σαν να κρατούσε νυστέρι τεμάχιζε το καρπούζι με ακρίβεια ούτως ώστε οι φέτες του να ήσαν ισόπαχες.

Τη δυνατότητα όμως αυτή (απόκτησης δηλαδή δυο τσουβαλιών καρπουζιών με ανταλλαγή ενός φορτίου ξύλων) δεν την είχαν όλοι οι γονείς των φίλων μου, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνονται στο δικό μας σπίτι αναμένοντας το ξεκοίλιασμα του πολυπόθητου καρπουζιού. Πάντα όμως, όπως και να γινόταν, όλο και κάποιος θα έβγαινε παραπονούμενος και αδικημένος στη μοιρασιά, όπου τότε ξεσπούσε ένας μικρός πόλεμος ανάμεσά μας.
Πριν ή λίγο μετά του Σωτήρος, 6 Αυγούστου, οι μανάδες μας πήγαιναν στον κάμπο – αρκετά χιλιόμετρα μακριά – για να μαζέψουν τα σύκα, μιλάμε περί τα 1965-1968 και για σαράντα έως σαράντα πέντε ημέρες εργασίας έναντι του ποσού των εννιακοσίων δραχμών στην καλύτερη περίπτωση. Έπαιρναν και μας μαζί τους είτε για συντροφιά είτε γιατί δεν είχαμε αλλού να μείνουμε χωρίς την φροντίδα τους ή και ακόμη να διαλέγουμε τις νύχτες τα σύκα κατατάσσοντάς τα στα «πρώτα», στα «δεύτερα» είτε στα «απόσυκα» .

Στα χωράφια λοιπόν εκεί, μαζί με τις ολόκληρες διμοιρίες συκών, υπήρχαν και πολλά καρπούζια τα οποία ανηλεώς λιάζονταν, οπότε τα κυλούσαμε με μανία στο έδαφος και όπως λένε «η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο», ε, για μας ως εκδίκηση εθεωρείτο η καρδιά του καρπουζιού, εκείνο το τρυφερό σημείο που έχει και την μεγαλύτερη νοστιμιά. Τρώγαμε λοιπόν μόνο τις καρδιές τους και το υπόλοιπο μέρος του καρπουζιού το πετούσαμε κατάχαμα α-καρδο όπως ήταν χωρίς να δίνουμε και μεγάλη σημασία.

Πριν ένα χρόνο ακριβώς, έκανα ένα ταξίδι στην Ιταλία όπου παρατήρησα να πουλάνε τα καρπούζια σε ειδικές προθήκες γυάλινες στις άκρες κατά βάση των θαυμάσιων δρόμων της και σε φέτες τέλεια ισόπαχες κομμένες. Γύρισα κι εγώ δεν ξέρω πόσα χρόνια πίσω και έγινα δέκα ετών «ξαναγυρνώντας» στο πατρικό μου να μαλώνω με τα γειτονόπουλα τους φίλους μου για μια φλούδα καρπούζι παραπάνω…

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Το αστέρι της, του Δημήτρη Κατσούλα
181f88054488236c2679da41b7cf6faf_XL_1.jpg
Και μαζί και χώρια, της Αλεξάνδρας Καρακοπούλου-Τσίσσερ
Οι πόρτες, της Έφης Γεωργάκη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.