Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Καλοκαίρι στα χνάρια των γυμνών σου ποδιών, του Δημήτρη Κατσούλα

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Ίσως είναι το ότι ζεις πλάι στη θάλασσα γι αυτό και η πεθυμιά σου για το νερό είναι  σήμερα μεγάλη.  Ίσως να είναι ακόμη και οι θερμοκρασίες που μπερδεύτηκαν καθ’ οδόν αν και τα καλοκαίρια έχασαν πλέον την αποστολή τους να είναι ζεστά,  μπορεί ακόμα και η φροντίδα σου για να διαφυλάξεις αυτόν τον χώρο καθαρό και όπως του ταιριάζει έχοντας ως παράδειγμα κάτι περυσινές ασχήμιες που διεπράχθησαν από μερικούς «προσκεκλημένους» κανίβαλους του δημάρχου της πόλης μας όπως θυμάσαι, γι αυτό και σήμερα ξύπνησες νωρίς.  Χωρίς παπούτσια σε βλέπω να κατεβαίνεις το δρομάκι ανάμεσα από τις δάφνες με το λευκό πλατύγυρο καπέλο σου στο κεφάλι ενώ εγώ ήδη έχω φθάσει και σε περιμένω στην αμμουδιά επιστρέφοντας από την εργασία μου. Περπατάς ξυπόλυτη σύριζα  της ακροθαλασσιάς ψάχνοντας κάποιον ίσκιο κοντά στον μακρόσυρτο φράχτη που έχουν σχηματίσει οι αγγελικές μπλεγμένες με βουκαμβίλιες, κουμαριές, ιβίσκους, δενδρολίβανους και αρμυρίκια. Ακολουθώ τα βήματά σου προσπαθώντας να πατώ μέσα στις μικρές λακκούβες που αφήνουν τα γυμνά σου πόδια πάνω στην άμμο. Θυμήθηκα ξέρεις, εκείνο το ίδιο παιχνίδι που παίζαμε το χειμώνα με τις λακκούβες που ήσαν γεμάτες με λάσπες ανηφορίζοντας προς το σπίτι από το διπλανό σοκάκι πλάι στο στέκι του Ηλία όπου τώρα παραμένει κλειστό. Είναι ευτύχημα μου λες – καθότι εγώ πατώ στα χνάρια σου που αφήνουν τα γυμνά σου πόδια στην άμμο – ότι οι εποχές όποιες και να ‘ναι  αυτές ποτέ δεν μας χαλάνε τα χατίρια για παιχνίδια, πάντα θα είναι εδώ να μας συντροφεύουν ενώ εγώ με αγωνία σκουπίζω τον ιδρώτα μου για να μη χάσω τα βήματά σου όπως σε ακολουθώ. Ξαπλώνουμε κάτω από τον παχύ ίσκιο μιας αγγελικής η οποία είναι «στεφανωμένη» με μια πυκνή κλάρα βουκαμβίλιας «αγκαλιασμένη» με κάτι λευκούς ιβίσκους ως «παράνυφους».

Ησυχία επικρατεί εδώ αγναντεύοντας τη θάλασσα κι απ’ τα μάτια σου αρχίζουν να κατεβαίνουν βροχές ενώ εγώ απλώνω τη χούφτα μου για ομπρέλα. Ο θόρυβος της βροχής των ματιών σου αρχίζει σιγά σιγά να μειώνεται, είναι σαν να τον ρουφάει η θάλασσα ή μπορεί κιόλας να τον άφησες πίσω στην πόλη, κάτι για το οποίο ποτέ δεν θα μπορέσω να καταλάβω ποιο από τα δυο συμβαίνει τελικά. Σιγή δεν ακούγεται παρά μόνο ο ήχος που κάνουν τα δάχτυλά σου στην προσπάθειά σου να στρίψεις τσιγάρο για τους δυο μας. Το παιχνίδισμα των δαχτύλων σου, αυτές οι μικρές αλλά ερωτότροπες κινήσεις σου είναι σαν να μου λες «μείνε κοντά μου, σε χρειάζομαι για τη φωτιά σου καλέ μου…». Το τσιγάρο τελείωσε, μπαίνουμε στη θάλασσα κι αρχίζουμε να κολυμπούμε πλάι πλάι παιχνιδίζοντας με το νερό. Τα μαλλιά σου από τον ήλιο κοκκινίζουν καθώς και μερικές φακίδες στο πρόσωπό σου που απέκτησες σχετικά τελευταία σαν ζωγραφιές γίνονται εμφανείς οι οποίες σε κάνουν πιο όμορφη ταξιδεύοντάς με σε κάποιο ξεχασμένο χάρτη πάνω στον οποίο είναι τυπωμένα σημάδια όμοια με αυτά που στολίζουν το πρόσωπό σου. Αρχίζει να φυσάει νοτιάς και τα μικρά κύματα που ξεκινούν να ορθώνονται μοιάζουν με υποσχέσεις που έχουν ως προορισμό τη στεριά προκειμένου να ξεθυμάνουν επάνω της. Εμείς, ανάλογα με τον κυματισμό προσαρμόζουμε και τις κινήσεις μας προσέχοντας πάντα τα κεφάλια μας να τα διατηρούμε όσο πιο πολύ μπορούμε κάτω από το νερό σε μια άσκηση συνήθειας και αντοχής για το επερχόμενο Φθινόπωρο όταν τότε οι απαιτήσεις της ζωής γενικώς θα είναι τέτοιες όπου θα πρέπει να αντιπαρέλθουμε τις όποιες αντιξοότητες. Άφησε το Φθινόπωρο μου λες, τώρα είναι καλοκαίρι κι όπως γνωρίζεις καλά πάντα αναπολώ τις στιγμές πριν εκείνες τελειώσουν. Τώρα δώσε μου χαρά, τώρα βοήθησέ με να επιπλεύσω πάνω στα χέρια σου και στο όσο νερό κουβαλούν οι χούφτες σου, μου ζητάς, γελώντας με πάταγο. Οι φόβοι σου, μου λες, είναι τώρα δυο μικρά νοτισμένα βότσαλα που βρήκαμε κάπου εκεί χωμένα στην άμμο και πρέπει να τα πετάξουμε μαζί ξανά πίσω στη θάλασσα, στο φυσικό τους περιβάλλον.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

  The article expresses the views of the author  

 iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Κοιτάζοντας για τελευταία φορά, του Νίκου Βασιλειάδη
Ο Χάρος και η πλώρη, του Χάρου Χάρου
Μάνα, ανάμεσα μας κυκλοφορούν μασκαράδες, του Δημήτρη Κατσούλα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.