Ανοιχτή πόρτα ΕΥ ΖΗΝ

Θήρα ανοιγμένη του καλοκαιριού, του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη

Spread the love
  • 40
    Shares

Είχε πια αρχίσει να βραδιάζει για τα καλά, η αναπνοή της θάλασσας κρατούσε ολόγιομο το ασήμι του φεγγαριού στο πρόσωπό της, κι ήταν σαν ευγενική αντίστιξη στα φώτα που πήραν ν’ ανάβουν μετά το καθημερινό θαύμα του ηλιοβασιλέματος. Θαρρούσα πως δεν είχα ξαναδεί έτσι, μέσα σε μιαν τέτοια σαγήνη καλοκαιριάς, το θνήσκον φως του μακροχαίτη Ηνίοχου της Ελλάδας.

Μέρες τώρα που το νησί τούτο μ’ αγκάλιαζε με την ομορφιά και την αρχοντιά του, με οδηγούσε με τον δικό του τρόπο σε όψεις και ξάγναντα που ήταν δώρημα και δύναμη για τις αισθήσεις και αφορμή αποκάλυψης μιας τόσο αφειδώλευτης ωραιότητας, με δίδασκε για πρώτη φορά τη δική του λυτρωτική ελπίδα, της ματιάς του λεύτερου ανθρώπου στον κόσμο. Είχε μιαν άλλη δικαιοσύνη τούτος ο τόπος, πέρα από το φθαρτό και το εφήμερο. Μιαν απλότητα που έφερε μέσα της το απόλυτα αληθινό και άμεσο.

Κάθε δειλινό, έβγαινα έξω δίχως βιάση, διψώντας τη δροσερή ανάσα του απόβραδου, έβγαινα για να δοθώ πάλι και πάλι σε τούτο το νησί, κι ήταν σα ν’ αναζητούσα να ξαναγνωρίσω έναν πιο άρτιο άνθρωπο μέσα στην ψυχή μου. Κάποιον που ήξερα πως έμενε μέσα μου σιωπηλός, περιμένοντας. Σκέψη συνεσταλμένη, αισθήσεις διεσταλμένες στη μέθη της πλησμονής που γέμιζε καί την καρδιά καί τον νου μου. Λίγες φορές, θαρρώ, μπόρεσα να βρεθώ τόσο κοντά στην ευτυχία.

Γύριζα με αργό βήμα στα καλντερίμια, στους δρόμους, έπαιρνα ν’ ανεβαίνω τους “καραβολάδες”, όπως τούς λένε οι ντόπιοι, κι όταν κουραζόμουν, έβρισκα πάντα ένα ποτήρι δροσερό νερό, κι έπινα έπινα, και σκιρτούσαν το κορμί και η επιθυμία, τίμια και ανεχόρταγα για το ατελεύτητο μαγνάδι στην ψυχή, που ήταν το άγγιγμα, και το όνειρο, της Ελλάδας του Αιγαίου…

Και μια φορά, ξεθαρρεμένος μέσα στο αποσπερνό φως απ’ την πολλή ευτυχία και τη νοσταλγία για μια νιότη που δε μου δόθηκε, αποτόλμησα να μιλήσω, να μιλήσω σιωπηλά στη θάλασσα, ξέροντας πως με τον τρόπο της θα μ’ άκουγε:

“Και δυο δάκρυα

ν’ αφήσεις

στην απλωσιά της θάλασσας

φτάνουν

για να ματώσει ο ήλιος”.

9 Αυγούστου 2018,

ΟΚωνσταντίνος Μεϊντάνηςείναι Απόφοιτος Κλασσικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, του King’s College και Birkbeck College του Λονδίνου και πιανίστας. Ζει μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας και εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Το πρώτο βιβλίο με κείμενα ποίησης και πρόζας φέρει τον τίτλο «Δειλινές αποχρώσεις σ’ ένα δάκρυ. Αφορμές και αναβαθμοί μιας παλίνδρομης πορείας». 

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

  • 40
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Τα απερίσκεπτα “Χρόνια Πολλά”, η μελαγχολία και η Τέχνη, του Άρη Μαραγκόπουλου
Θεωρίες συνωμοσίας, ιός και σπανακόρυζο, του Κωστή Α.Μακρή
Σάν σήμερα τό 1901: Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, τοῦ Τάσου Γέροντα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.