Πόρτα στην Ιστορία

Η πείνα (αληθινή ιστορία, μία από τις τόσες), της Μαρίας Γεωργαλά

Η Μαρία Γεωργαλά  είναι MSc Επικοινωνιολόγος/  Πιστοποιημένη Σύμβουλος Σταδιοδρομίας (GCDF)/ Corporate Advisor & Trainer 

mgg2.jpg

Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη. Στο τέλος πληροφορίες

Δύο  οικογένειες. Δύο αδερφάδων.

Τρία κορίτσια από τη μια και τρία από την άλλη.

Η μια  αδελφή,  εργάτρια να συντηρεί το σπίτι. Μικρασιάτες  πρόσφυγες. Ο  άντρας της,   αδύναμος,   οι κακουχίες τον αποτελείωσαν. Ήρθαν μαζί  το  ’20, στον Πειραιά, μετά στην πρωτεύουσα. Κάτι είχαν σώσει. Πολλά είχαν χάσει.

Η άλλη αδελφή -καλοστεκούμενος ο άντρας- δε χρειάστηκε ποτέ  να δουλέψει.

Η Μικρά Ασία έστειλε και ο καθείς έφτιαξε το κύκλο του για να χορεύει μέσα.

Ένα στενό χώριζε τα δυο σπίτια.

Ο χειμώνας του ‘41 θέριζε με  πείνα, τη χώρα.

Οι Ναζί τα τρόφιμα, έλεγε η μάνα μου, η κόρη της εργάτριας, τα έστελναν στη Γερμανία.

Οι Άγγλοι εμπόδιζαν να μπαίνει φαγητό στη πόλη. Η Αθήνα σώριαζε σε κάρα τους νεκρούς της. Κάθε μέρα τους παράχωνε δίχως κεριά και  λιβάνια. Και αυτό πονούσε  πιο πολύ εκτός απ’ όλα τ’ άλλα.

Της είπαν ‘’έλα εσύ, μαζί με τη μικρή αυτή τη φορά’’

Δε έφτανε πάντα για όλους.

‘’Τουλάχιστον τα παιδιά’’ είχε πει η αδελφή στην αδελφή.

Πήρε τη μικρή από το χέρι,  μεσημεράκι . Πολύ κρύος ο χειμώνας του 41.  Η  μάνα τους  μοδίστρα,  είχαν από το παλιό,  πάντα κάτι  καινούργιο  και ζεστό να φορέσουν.

Χτυπήσαν τη πόρτα και γρήγορα ανέβηκαν στο δεύτερο όροφο που ήταν  η σάλα.

Σκεπασμένα τα παράθυρα με σεντόνια στις χαραμάδες να μη βγει η μυρωδιά του φαγητού  παραέξω.

Μυρίζει κάτι σαν  κρέας. -‘’Έχετε κρέας;’’

Είχαν και  πατάτες και  χαρουπόψωμο και  λαδωμένα χόρτα.   Έκλεισε σφικτά τα μάτια της.

Η μυρωδιά χορταίνει. Όταν λιμοκτονείς,   η μυρωδιά χορταίνει.

‘’Φάε’’,  τη σκούντησε, η μικρή. Το έφεραν.

Μια πιατέλα, μύριζε κάπως. Το μοίρασαν. Δεν την ένοιαζε το πώς έγινε η μοιρασιά. Μια μπουκιά έκοψε  από το δικό της και το έδωσε στη μικρή.  Να φάει έστω λίγο παραπάνω.

‘’Φάε’’,  της είπε η  θείος αυστηρά.

‘’Τι είναι’’,  ψέλλισε;

Οι ξαδέλφες την κοίταξαν με έκπληξη.

‘’Φάε παιδί μου …’’

Έσκυψε η μικρή ξαδέλφη. ‘’Χελώνα είναι. Πολύ νόστιμη. Αν δε τη θες ….’’

Έπεσε με τα μούτρα στο μικρό κομμάτι. Το έγλειψε  το πιάτο.

 

Όπου κι αν βλέπαμε χελώνα, τα επόμενα τα χρόνια, τα δικά μας, σταματούσε και  την κοιτούσε επίμονα.

Με ευγνωμοσύνη και  μετάνοια ταυτόχρονα

Ο χειμώνας του 41,  θέρισε  κόσμο  στην Αθήνα.

Για το φωτογραφικό υλικό: Τον χειμώνα του 1941-42, όταν η πείνα έπληξε την Αθήνα, ο φωτογράφος Δημήτρης Χαρισιάδης φωτογράφισε τους Αθηναίους με φανερά τα σημάδια της πείνας και της κακουχίας. Σκοπός του ήταν η διοχέτευση αυτού του υλικού στο εξωτερικό, ώστε να επισπευστεί η χορήγηση επισιτιστικής βοήθειας. Το 1943 το υλικό αυτό συμπεριλήφθηκε στο λεύκωμα Σούπα του παιδιού και ΙΚΑ Πειραιώς. Οι φωτογραφίες είναι από αυτό το λεύκωμα. Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

SHARE
RELATED POSTS
Αικατερίνη Κορνάρο: η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου, της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου
Η Ελλάδα του 1740 με τα μάτια ενός εμπόρου- Α΄μέρος
Συγκινιέσαι;, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.