Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Η λίμνη, της Μαρίας Γεωργαλά

Spread the love

Η Μαρία Γεωργαλά  είναι MSc Επικοινωνιολόγος-GCDF, Πιστοποιημένη Σύμβουλος Σταδιοδρομίας – Mentor Επιχειρηματικότητας Global Career Development Facilitator

mgg2.jpg

Μια φορά και ένα καιρό, σ’ ένα μακρινό τόπο, όπου υπήρχαν μονάχα σαλιγκάρια και βατράχια, που έκλαιγαν όλη μέρα γιατί δεν είχαν μία λίμνη, πήγε και εγκαταστάθηκε ένα  ξύλινο σπουργίτι, αποκύημα της φαντασίας μιας μικρής αράχνης, που την σκότωσε ένας μάγος, όταν μπλέχτηκε μέσα στη γενειάδα του.

Το ξύλινο σπουργίτι ήταν δυστυχισμένο γιατί δεν υπήρχε κανένας να το ακούει που τραγουδούσε. Αυτός ήταν ένα λόγος.  Ένας άλλος λόγος  θα ήταν, ότι το σπουργίτι δεν ήξερε να τραγουδά . Αλλά αυτό θα το απασχολούσε, μόνο αν υπήρχε κάποιος να το ακούσει.  Επίσης, δεν είχε ιδέα, αν τα ξύλινα σπουργίτια  μπορούν να τραγουδήσουν, οπότε ούτε  γι’ αυτό το λόγο  ήταν  δυστυχισμένο , αφού δεν το ήξερε.

Ένα πρωινό,  που στην αρχή ήταν όλα πολύ χαρούμενα, για να μπορέσουν έπειτα να ευχαριστηθούν τη απογευματινή θλίψη τους , έγινε κάτι το  ανεπάντεχο.  Όπως συμβαίνουν τα ανεπάντεχα.  Αναπάντεχα. Το ξύλινο σπουργίτι , άρχισε να σκάβει με το μικρό του ράμφος, με μανία και προσήλωση μέχρι  που ανακάλυψε μια λίμνη.

Αυτό το γεγονός χαροποίησε πολύ τα βατράχια, λιγότερο τα σαλιγκάρια  και άφησε εντελώς αδιάφορο το ξύλινο σπουργίτι, καθώς η ανακάλυψη του, εκείνη την ώρα δεν του πρόσφερε τίποτα. Τότε, ήρθε η επόμενη ώρα ,καθώς ο χρόνος  φέρνει κάτι επόμενο, γιατί έτσι έχουμε συμφωνήσει όλοι να πιστεύουμε, αν και πολλές φορές ο χρόνος μπορεί να φέρνει κάτι προηγούμενο, αλλά  εμείς το νομίζουμε επόμενο, και τηρούμε με αυτόν τον τρόπο τις συμφωνίες που έχουμε κάνει και δεν φαινόμαστε ανακόλουθοι.

Ήρθε λοιπόν από την προηγούμενη παράγραφο , η ώρα της αποδημίας, αλλά τα ξύλινα σπουργίτια συνήθως δεν έχουν να πάνε πουθενά, όταν τα άλλα πουλιά φεύγουν και πόσο μάλλον, όταν  μόλις έχουν ανακαλύψει μια λίμνη, που  ακόμη  και αν τους είναι εντελώς αδιάφορη,  χαίρονται  που η ανακάλυψή τους συνεισέφερε στην ευτυχία   των  βατραχιών  και λιγότερο  των σαλιγκαριών.

Αφού η ώρα περνούσε και δεν είχε που να πάει, το ξύλινο σπουργίτι κοίταξε τον εαυτό του στη λίμνη.  Προσεχτικά έσκυψε για να μη το παρασύρει μέσα στα νερά το βάρος από το ξύλινο ράμφος του, γιατί το ήταν ξύλινο, δεν σήμαινε ότι δεν  είχε  στοιχειώδεις γνώσεις βαρύτητας.

Είδε τότε κάτι που το συνεπήρε και έμεινε ακίνητο για μερικά χιλιάδες χρόνια, μέχρις ότου η λίμνη έγινε ηφαίστειο και τα σαλιγκάρια πετρόψαρα και οι βάτραχοι κραυγές και θεατρικά έργα. Τι έβλεπε λοιπόν με τόση αιώνια περισυλλογή;

Μια αράχνη μικρούλα, μπλεγμένη στα γένια, ενός τρομερού και φοβερού μάγου, πάλευε να ξεφύγει ,γιατί ήθελε να προστατέψει όχι μόνο το σώμα της, αλλά και το μυαλό της, ,αφού εκεί μέσα είχε φυλαγμένη την εικόνα ενός ξύλινου σπουργιτιού, που κοιταζόταν σε μια ηφαιστειογενή λίμνη.

Ο χρόνος -ξέρετε ποιος-, ο συμφωνημένος,  κύλησε πάλι,  η λίμνη ζεστάθηκε πολύ, το ξύλινο σπουργίτι θυμήθηκε, χωρίς να θυμηθεί πώς,  ότι η φωτιά καίει το ξύλο και αποφάσισε να μάθει να πετάει. Μάζεψε την αράχνη από τη λίμνη,  την καθάρισε από τα γένια του μάγου , και αφού σκέφτηκε “τώρα θα πετάξω” , πέταξε ψηλά, επαναστατώντας στην βαρύτητα. Έγινε το πρώτο ξύλινο αποδημητικό σπουργίτι .

Έπειτα  από πολλά χρόνια, σ΄ έναν άλλο  τόπο, όπου μόνο σαλιγκάρια και λυπημένοι βάτραχοι κατοικούσαν,   χωρίς να έχουν μια λίμνη, μια μικρή αράχνη , αποκύημα της φαντασίας ενός ξύλινου  σπουργιτιού, που έπεσε στον καύσωνα μιας εποχής και κάηκε, ήρθε και εγκαταστάθηκε  και έπλεξε με τον ιστό της μια αραχνένια λίμνη.

Κάθε φορά, που κοιταζόταν μέσα στο νερό της, η λίμνη   διαλυόταν και  η αράχνη την  έφτιαχνε από την αρχή, και τα σαλιγκάρια, που δεν την είχαν  πολύ ανάγκη, κάθε φορά χαιρόντουσαν, ενώ τα βατράχια, ήταν μόνιμα λυπημένα, που μια είχαν και μια δεν είχαν λίμνη.

Και έζησαν όλοι καλά ή και λιγότερο καλά ή και καθόλου.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Το ριζότο του Αλέξη…, του Γιώργου Αρκουλή
Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες. Αγάπες μου, έκλεισα τη χώρα, του Νίκου Σταθόπουλου
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ! Περιστέρια-σερβιτόροι στις Ελληνικές παραλίες!, του Κωστή Α.Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.