Ανοιχτή πόρτα Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Η Κυριακή των νεκρών μου, του Δημήτρη Κατσούλα

Θυμάμαι, παλιά το Πάσχα το γιορτάζαμε στα Μεσσηνιακά χωριά με ιδιαίτερο τρόπο .

Κανένας δεν έψηνε αρνί σουβλιστό γιατί το θεωρούσε ως τη μεγαλύτερη βάρβαρη πράξη προς τα ζώα, οπότε το περνούσαμε ή με κάνα ταψί κρέας στο φούρνο οι ολιγότεροι  ή  μεγαλόπιτες, χορταρόπιτες, βαμβακόπιτες, ψημένους καρπούς από ξυλοκερατιές  και κρασί . Πολύ κρασί .Χρόνια αγνά, χρόνια ατόφια και σύμφωνα με τις παραδόσεις του τόπου μας . Δεν παρεξέκλινε ουδείς . Μετά άλλαξαν οι εποχές, ήρθαν αλλιώς τα πράγματα, παρεισέφρησε ο πολιτισμός, αλλά και πάλι και μέχρι και σήμερα το σουβλιστό αρνί αποφεύγεται εν πολλοίς. Μόνο στο φούρνο .

Το Πάσχα περνούσε, και την άλλη Κυριακή – του Θωμά δηλαδή – είχαμε έθιμο να ξαναζωντανεύουμε τους νεκρούς μας. Μαζευόμασταν στα νεκροταφεία και στρώναμε τραπεζομάντιλο κεντητό όπου επάνω εκεί απλώναμε τα τουρσιά μας, τα παστωτά ρεβύθια μας, τα λούπινα, τις αγγιναροσαλάτες μας, τα κουμούτσια μας, τις ελιές μας  και τα κρασιά μας και το ρίχναμε στο φαγοπότι, στην κουβέντα και στα αστεία. Μετά αρχίζαμε με ένα τραγούδι βαρύ της τάβλας, συνεχίζαμε με ένα κλέφτικο και όταν ερχόμαστε στα ντουζένια  και στο τσακίρ κέφι μας, συνεχίζαμε με τον τσάμικο ανάμεσα στα μνήματα κι επάνω στην έξαψη του χορού φανταζόμασταν τα χαμένα αγαπημένα μας πρόσωπα όπως κάποια γιαγιά, έναν θείο, κάποιον παππού, έναν ξάδελφο  που πήγε αδικοχαμένος, να σηκώνει το μάρμαρο, να μπαίνει ανάμεσα μας στηριγμένος στους ώμους μας και να σέρνει  τον χορό. Προς το απόγευμα και πριν ο ήλιος δύσει ξαναέμπαινε στον τάφο του, τον σκεπάζαμε με την ταφόπλακα του γιατί ήταν πολύ άτακτος και ομαδόν φεύγαμε ανεβαίνοντας την ανηφόρα για επιστροφή στο χωριό, με την υπόσχεση όμως ότι του χρόνου θα το επαναλαμβάναμε .

Θα πρέπει να ήταν εκεί γύρω στα 1970 που το επαναλάβαμε για στερνή φορά . Εν τω μεταξύ οι νεκροί πλήθυναν, γέμισαν τα νεκροταφεία . Αραιά και που επισκέπτομαι το χωριό, ανάβω και κάνα κερί στη μνήμη τους κι όλο λέω ότι θα πάω έστω και μόνος την Κυριακή του Θωμά, έτσι για να αραδιάσω μερικές μαυρομάτικες χαραγμένες ελιές με λάδι και ξύδι, καμιά ντομάτα, μια νταμιζάνα κρασί  και με ένα πρόσφορο παραγγελία από το φούρνο και διαβασμένο από τον παπά, κι έτσι κι έρθω στο κέφι ν’ αρχίσω τα δικά μου ζεϊμπέκικα που ξέρω – διαφορετικά από αυτό και για άλλους λόγους που έκανα καταμεσής της Εθνικής οδού εκεί κοντά στην Κακιά Σκάλα κάποτε χορεύοντας το “Μια στάση εδώ” ανάμεσα στα αυτοκίνητα – αλλά τελικώς όλο το αμελώ και δεν το κάνω και περιορίζομαι μόνο σε αυτά εδώ τα κειμενάκια .

Από την πλευρά όμως – των νεκρών μου – αυτοί με επισκέπτονται κάπου – κάπου στον ύπνο μου αλλά είναι κατάμαυροι από την πείνα και με σακκουλιασμένα τα μάτια τους με κοιτούν σιωπηλοί, οπότε πετάγομαι από το κρεβάτι και τρέχω ν’ ανοίξω τον υπολογιστή με την αίσθηση του χαμένου, του μάταιου. Ναι, του μάταιου .

Είναι τώρα εδώ και τέσσερις δεκαετίες όπου οι αγαπημένοι μου νεκροί πεινούν και τουρτουρίζουν κάτω από το παγωμένο μάρμαρο και άντε να τους χορτάσω τώρα εγώ με τις κούφιες λέξεις μου .

(Ανεπίκαιρο; Ποτέ !)

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.  

The article expresses the views of the author

iPorta.gr


Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.
The article expresses the views of the author iPorta.gr

Βιβλίο: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΔΕΚΑ ΠΡΑΞΕΙΣ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙ

SHARE
RELATED POSTS
Ουσιαστική Παλιγγενεσία, του Κωνσταντίνου Παΐδα
Ευγνωμοσύνη και άγνοια, του Κωστή Α.Μακρή
Ο κύριος ΤΙΠΟΤΑ, του Γιώργου Πίτσου

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.