Πρόσωπα - Αφιερώματα

Η ζωή μου με τον Στρατηγό Γεώργιο Περιφεράκη, της Μαρλένας Σκουλά-Περιφεράκη

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν ευχές, προσπαθώντας να εξευμενίσουν τον νέο χρόνο που φτάνει, για να φέρει ευτυχία και χαρά.

Ένα τέτοιο βράδυ, στο σπίτι μιας φιλικής οικογένειας, γνώρισα έναν ωραίο Εύελπι.

Η στολή του λαμποκοπούσε κάτω από τα φώτα των πολυελαίων και ο ίδιος έμοιαζε με πρίγκιπα των παραμυθιών.

Έμεινα άφωνη κοιτάζοντάς τον με θαυμασμό. Εκείνη τη στιγμή η ζωή μου καθορίστηκε για πάντα.

«όταν μεγαλώσω, θα παντρευτώ αξιωματικό» σκέφτηκα.

Ήμουν εννέα χρόνων και η φαντασία μου κάλπαζε σε κόσμους μαγικούς.

Πέρασαν οχτώ χρόνια, όμως η μορφή του πρίγκιπά μου έμεινε αναλλοίωτη στη μνήμη μου και έλαμπε σαν ανέσπερο φως.

Εντελώς τυχαία, μια μέρα γνώρισα ένα όμορφο παλικάρι, ψηλό, γεροδεμένο, που ήταν υπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού.

Ήταν ο Γιώργος Περιφεράκης από την Κρήτη.

Από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρυσα, ένιωσα μια ιδιαίτερη χαρά να πλημμυρίζει την ψυχή μου και να αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς μου.

Η γνωριμία μας εξελίχθηκε σε σφοδρό έρωτα και από τις δύο πλευρές. Τον έβλεπα να περπατάει δίπλα μου με την ωραία στολή του και έμοιαζε με ημίθεος. Στα χέρια του κρατούσε το κλειδί της ευτυχίας μου και το χαμόγελό του με μετέφερε στ’ ακρογιάλια της αγάπης και της χαράς.

Στις συναντήσεις μας διαπίστωσα τον καλό χαρακτήρα του, τα αληθινά του αισθήματα για μένα, τη σιγουριά και την εμπιστοσύνη που ένιωθα όταν ήμουν δίπλα του.

Ήταν καλόκαρδος, γενναιόδωρος, φιλότιμος. Είχε όλα εκείνα τα προσόντα που χαρακτηρίζουν έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο.

Μου μιλούσε για την οικογένειά του, που έμενε στην Κρήτη, και τον πατέρα του που ήταν απόστρατος αξιωματικός του στρατού.

 

Την ημέρα που γνωριστήκαμε, μόλις είχε γυρίσει από ένα ταξίδι κοντά τους και γι’ αυτό βρέθηκε στην Αθήνα, όπου και συναντηθήκαμε.

«Φαίνεται πως ήταν η ευλογημένη μέρα μου» μου είχε πει.

Μου διηγόταν ιστορίες από τη συμμετοχή του στον εμφύλιο πόλεμο, όπου είχε τραυματιστεί στο πόδι. Μου έλεγε επίσης πως είχε πάει στην Αμερική, μαζί με άλλους συναδέλφους του για μετεκπαίδευση, για ένα χρονικό διάστημα, καθώς και στις μονάδες καταδρομών για εκπαίδευση. Από τις αφηγήσεις του καταλάβαινα ότι ανεξάρτητα από τις συνθήκες είχε μεγάλη αγάπη για τον στρατό και τους συναδέλφους του και εγώ ένιωθα περήφανη για εκείνον.

Όταν μίλησα στους γονείς μου για τη γνωριμία μου με τον Γιώργο και τον ενθουσιασμό που ένιωθα, ούτε ήθελαν να ακούσουν γι’ αυτή μου τη σχέση.

Σκέφτονταν ότι αν με παντρευόταν, θα με έπαιρνε να φύγουμε από την Αθήνα.

Από τότε άρχισαν να ελέγχουν τις εξόδους μου και ήθελαν πάντα να με συνοδεύουν.

Ο Γιώργος υπηρετούσε τότε στο Μουζάκι Θεσσαλίας και επικοινωνούσαμε με γράμματα. Κάποιες φορές ερχόταν Σαββατοκύριακα στην Αθήνα για να συναντηθούμε. Συχνά όμως δεν κατάφερνα να βγω μόνη μου έξω και τα ραντεβού μας αναβάλλονταν.

Βλέποντας αυτή την κατάσταση, ο Γιώργος, παρόλο που ήξερε τις προθέσεις της οικογένειάς μου, ήλθε στο σπίτι μου να με ζητήσει σε γάμο.

Οι γονείς μου τον υποδέχτηκαν ψυχρά.  Τότε, αποφασίσαμε να κλεφτούμε και να παντρευτούμε, κάτι που συνηθιζόταν στην Κρήτη. Έτσι και έγινε.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1955, φύγαμε με ταξί για το χιονισμένο Μουζάκι Θεσσαλίας.

Φτάσαμε μόλις είχε αρχίσει να ξημερώνει και το χωριό το είχε αγκαλιάσει το χιόνι. Η παγωνιά περόνιαζε τα κόκαλα. Ο Γιώργος χτύπησε την ξύλινη εξώπορτα του σπιτιού που έμενε και μας υποδέχτηκε η σπιτονοικοκυρά του. Εκείνος της εξήγησε τι συνέβαινε και η γυναίκα προθυμοποιήθηκε με χαρά να μας περιποιηθεί.

Ακούγοντας τη φασαρία, ξύπνησαν οι τρεις έφεδροι ανθυπολοχαγοί που νοίκιαζαν από ένα δωμάτιο στο ίδιο σπίτι.

Άκουσαν τα νέα και ενθουσιάστηκαν. Ήθελαν να βοηθήσουν και υπάκουαν στις εντολές της σπιτονοικοκυράς που έστειλε τον έναν στα Τρίκαλα να αγοράσει τα στέφανα και τον άλλον να φωνάξει τον παπά, για να συζητήσουν με τον Γιώργο για την ώρα του γάμου. Με τον τρίτο πήγανε να αγοράσουν ένα διπλό κρεβάτι με στρώμα και άλλα σχετικά.

Μετά, η ίδια έστρωσε το κρεβάτι με τα δικά της νυφικά σεντόνια και έριξε κουφέτα και ρύζια. Το μεσημέρι όλα ήταν έτοιμα.

Την ώρα του γάμου, στην εκκλησία είχαν μαζευτεί όλοι οι κάτοικοι του χωριού. συγγενείς και φίλοι τους από άλλα χωριά που είχαν ειδοποιηθεί για το πρωτόγνωρο γεγονός.

Το ίδιο βράδυ, μας είχε καλέσει για φαγητό στο σπίτι του ο δάσκαλος που ήταν Κρητικός. Χαϊδεμενάκης, λεγόταν. Είχε καλέσει και τους τρεις εφέδρους αξιωματικούς. Τα φαγητά ήταν θαυμάσια και οι οικοδεσπότες πολύ περιποιητικοί. Μετά το φαγητό, οι ανθυπολοχαγοί που κρατούσαν μαζί τους μουσικά όργανα, έπαιξαν και όλοι μαζί τραγουδήσαμε, αφήνοντας έξω τις έννοιες και τις ταλαιπωρίες της ζωής.

Οι γονείς μου, όταν έμαθαν πως παντρευτήκαμε, αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με τη θέλησή μου και σιγά σιγά να αποδεχτούν το τετελεσμένο.

Ο Γιώργος, επειδή παντρεύτηκε χωρίς την άδεια της στρατιωτικής υπηρεσίας, όπως συνηθιζόταν, πέρασε από Στρατοδικείο γι’ αυτό του το παράπτωμα.

Συνήγορος υπεράσπισης ανέλαβε ο πατέρας μου, που ήταν δικηγόρος.

Ευτυχώς, ο Γιώργος αθωώθηκε «λόγω πλήρους συγχύσεως και διατάραξης συνειδήσεως».

Μείναμε στο Μουζάκι οκτώ μήνες και μετά ο Γιώργος πήρε μετάθεση για την Αθήνα για δύο χρόνια. Τότε αποκτήσαμε την κόρη μας, την Εβίτα, που ολοκλήρωσε την ευτυχία μας.

Στη συνέχεια ακολούθησαν μεταθέσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπου περάσαμε ευχάριστα γιατί η αγάπη κυριαρχούσε ανάμεσά μας, καθώς και η συνεννόηση για τα μικρά και μεγάλα θέματα που αντιμετωπίζαμε.

Τότε μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ ιστορικά μέρη της χώρας μας και να πληροφορηθώ από κοντά ότι είχε γραφτεί για το καθένα, ενώ συγχρόνως έγραφα ποίηση.

Ο Γιώργος με αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, όπως κι εγώ το ίδιο. Έγινε ένας σπουδαίος οικογενειάρχης και ένας τρυφερός πατέρας για την κόρη μας.

Όπου και αν υπηρέτησε ο σύζυγός μου, οι ανώτεροί του τον εκτιμούσαν και οι υφιστάμενοί του τον σέβονταν.

Κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974), οι Συνταγματάρχες της Χούντας τον αποστράτευσαν.

Στενοχωρηθήκαμε πάρα πολύ, αλλά ο Γιώργος κατάφερε να βρει δουλειά στην εταιρεία ΞΕΚΤΕ και να μείνει εκεί μέχρι την κατάρρευση της δικτατορίας το 1974.

Τότε επανήλθε στον Στρατό και έφτασε μέχρι τον βαθμό του Αντιστρατήγου οπότε αποστρατεύθηκε.

Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και τη Σχολή Επιτελών.

Υπηρέτησε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού (ΓΕΣ) για δύο χρόνια και διετέλεσε διοικητής της Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων (ΣΑΣ) στη Θεσσαλονίκη για επίσης δύο χρόνια.

Όταν αποστρατεύτηκε, λόγω ηλικίας, εργάστηκε στην υπηρεσία Ιστορίας Στρατού για λίγα χρόνια και στη συνέχεια ήταν καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας στη Σχολή Ευελπίδων για 15 χρόνια.

Αγαπούσε πολύ τη διδασκαλία, φερόταν πατρικά στους Ευέλπιδες και καμάρωνε για τις επιτυχίες τους. Τους ενεθάρρυνε να συζητούν μαζί του όποτε είχαν κάποιο πρόβλημα ή χρειάζονταν κάποια συμβουλή και αυτό τον έφερε κοντά σε πολλούς από τους μαθητές του.

Οι Ευέλπιδες τον αγαπούσαν και σε μια δεξίωση που έγινε στη Σχολή και σατιρίζανε τους καθηγητές τους, όταν έφτασαν στο όνομά του, τον κάλεσαν να ανέβει στην έδρα που υπήρχε στην αίθουσα και του παρέδωσαν ένα βραβείο, ομοίωμα του αγαλματιδίου των ΟΣΚΑΡ, που στη βάση του έγραφε: «Στον πατέρα που έχει τα περισσότερα παιδιά στον κόσμο».

Όταν παντρεύτηκε η κόρη μας και αποκτήσαμε τον εγγονό μας Γιώργο, νιώθαμε πανευτυχείς.

Ο σύζυγός μου μιλούσε συνεχώς γι’ αυτόν στους φίλους μας. Τον πήγαινε περίπατο, στο σινεμά όταν μεγάλωσε αρκετά, και τα καλοκαίρια, μαζί πηγαίναμε στον Άγιο Ανδρέα, στο παραθαλάσσιο θέρετρο Αξιωματικών Στρατού της Αττικής, όπου απέκτησε ―κατά δήλωσή του― τις πιο όμορφες αναμνήσεις.

Στο σπίτι μας στην Αθήνα, έρχονταν συχνά άνθρωποι γνωστοί αλλά και άγνωστοι και ζητούσαν να μιλήσουν στον Στρατηγό, για να τους συμβουλέψει σ’ ένα θέμα τους, που είχε σχέση με τα παιδιά τους που υπηρετούσαν ή επρόκειτο να υπηρετήσουν στον στρατό.

Εκείνος, με υπομονή, ακουμπούσε στο πρόβλημά τους και τους συμβούλευε όσο μπορούσε καλύτερα.

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε που έφυγε απ’ τη ζωή, κι όμως, ακόμα συναντώ ανθρώπους που μου μιλούν με σεβασμό και αγάπη για τον ευεργέτη τους, τον Γιώργο Περιφεράκη. Και τότε, τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα.

Ήταν ένας άντρας που ρίζωσε στις καρδιές όλων εκείνων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν.

Σ’ αυτόν ταιριάζει η φράση: «Πόσο ωραίος είναι ο άνθρωπος όταν άνθρωπος είναι».

Από τότε που έφυγε, η ψυχή του σίγουρα θα μοσχοβολάει θυμίαμα.

Πάνω στον τάφο του υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα που γράφει:

«Αυτός ο άνθρωπος

ήταν θεμέλιο λευτεριάς

βωμός λατρείας

μα κάποτε

η άδολη ψυχή του

πέταξε ψηλά

στον ουρανό».

22 Απριλίου 2018

Η κα Μαρλένα Σκουλά-Περιφεράκη είναι Λογοτέχνης και έχει παραχωρήσει τα ποιήματά της στην Πόρτα.

08035e6c-724d-4f8a-a19d-6c9670338cef.jpg

 

SHARE
RELATED POSTS
14632536_10153966077892844_1753843094_o.jpg
Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: μια “αιρετική” διάλεξη, του Φώτη Χατζηδιάκου [Δήμαρχος Ρόδου]
Ο Σπύρος Σεραφείμ απαντά στον Προυστ για την Πόρτα
2cf6603.jpg
Μπορίς Νεμτσόφ: ο άνθρωπος που έβλεπε επί χρόνια το σημείο της εκτέλεσής του, της Μαρίας Καρχιλάκη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.