Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Η Ζωή εν Τάφω, του Νίκου Βασιλειάδη

Spread the love

Νίκος Βασιλειάδης

llll.png

 

Όταν είμαστε μικρά παιδιά, παιδιά του Δημοτικού Σχολείου, ξεχυνόμαστε πρωί πρωί Παρασκευής με το που έβγαινε ο ήλιος στην δημοσιά και στα χωράφια πάνω από την Λαλακιά για να μαζέψουμε λουλούδια, άνθη, κατακόκκινες παπαρούνες, κλέβαμε από τους κήπους τα πρώτα μπουμπούκια από τα τριαντάφυλλα του Απριλίου πιστεύοντας πως έχουν μαγική δύναμη, αν είναι κλεμμένα από ξένους κήπους. Αφού τα μαζεύαμε όλα σε ένα μεγάλο καλάθι, θα τα πηγαίναμε στην εκκλησία για να στολίσουμε, κυρίως τα κορίτσια που ανελάμβαναν το έργο αυτό, τον επιτάφιο. “Ανεδήσω γαρ στέφανον ύβρεως, ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσιν” Το ξύλινο κουβούκλιο στο οποίο θα ακουμπούσε ελαφρά τα πανάχραντο σώμα του Χριστού έπρεπε να ταφεί κάτω από ένα βουνό με λουλούδια, ροδοπέταλα, πασχαλιές και μικρά τριαντάφυλλα, ζουμπούλια, ανεμώνες, μαργαρίτες, άσπρα, μωβ, κίτρινα και μπλε λουλουδάκια του αγρού, κρίνοι, άνθη λεμονιάς και βιολέτες.

Πριν μεσημεριάσει , αφού είχαν ψαλεί οι Ώρες και ο Εσπερινός, γινόταν η αποκαθήλωση και το σώμα του Χριστού ακουμπούσε στον στολισμένο Επιτάφιο. Τότε όλα τα παιδιά , τραγουδώντας το μοιρολόι «Σήμερα μαύρος ουρανός», μεγάλα και μικρά, περνάγαμε τρεις φορές κάτω από το ιερό Κουβούκλιο. Η Εκκλησία θα έμενε ανοικτή και ο κόσμος, ερχόταν κοπάδια-κοπάδια, να προσκυνήσει τον πάνσεπτο Τάφο του Χριστού. Στο σπίτι η ατμόσφαιρα θυμάμαι ήταν διαφορετική. Ποτέ δεν στρώναμε τραπέζι. Λίγα μαρούλια σε μια πιατέλα με ξύδι και νερόβραστα φασόλια κείτονταν στο τραπέζι της κουζίνας για όποιον ήθελε να βάλει κάτι στο στόμα του. Δεν θυμάμαι ποτέ τον πατέρα μου να έχει φάει κάτι την Μεγάλη Παρασκευή. Καμμιά δουλειά δεν γινόταν στο σπίτι και απαγορευόταν οτιδήποτε έχει να κάνει με εργαλεία και δη με σφυριά και πρόκες.

Θυμάμαι πόσο ένοχος και άσχημα ένοιωσα μια χρονιά που προσπαθούσα να φτιάξω μία γέφυρα με ξύλα και με πρόκες για να περνούν το φανταστικό ποτάμι του κήπου – εκεί που έτρεχε το νερό της βρύσης – οι μικροί μολυβένιοι μου στρατιώτες. Η Γιαγιά μου μου είχε πει, με αυτά σταυρώσαν το Χριστό και σύ τώρα καρφώνεις; Πόσο ένοχος και πόσο μετανοιωμένος ένοιωσα εκείνη την στιγμή παραλληλίζοντας τον εαυτό μου με κάποιον από εκείνους τους σκληρούς και απάνθρωπους στρατιώτες που μπόρεσαν να καρφώσουν τα χέρια του Χριστού. Αναρωτιόμουν. Και αν ακόμη δεν ήξεραν, δεν ένοιωσαν τίποτα όταν τα έπιασαν στα δάκτυλά τους; Και όταν είχε νυκτώσει, πηγαίναμε πια όλοι στην εκκλησία.

Μετά την Ακολουθία γινόταν η έξοδος της ιεράς Λιτανείας κάτω από τους ήχους της λυπημένης καμπάνας, στα φρεσκοασβεστωμένα δρομάκια του συνοικισμού. Μπροστά από τον επιτάφιο ένας άντρας να κρατά το σταυρό με ένα στεφάνι από λουλούδια και λευκές λωρίδες υφάσματος, και να ακολουθούν τα ξύλινα κοντάρια με αναρτημένα αντικείμενα – σύμβολα από τη σύλληψη ως τη Σταύρωση του Χριστού (τα 30 αργύρια, το σφουγγάρι, τα αγκάθινο στεφάνι, ο κόκκινος χιτώνας. Έπειτα, η εικόνα της Παναγίας. Μια απόκοσμη πένθιμη πομπή που διάβαινε τα στενά δρομάκια…

Η μυρωδιά απ’ το θυμίαμα έσμιγε με το αγιόκλημα, την πασχαλιά και τον φρέσκο ασβέστη …Καθώς η πομπή περνούσε από τα σπίτια, οι νοικοκυρές έραιναν με λουλούδια και αρώματα (ακόμη μπορώ να θυμηθώ αυτό το υπέροχο άρωμα λεμόνι να πέφτει στο μέτωπό μου και να ευωδιάζουν όλα γύρω μου) , ενώ η χορωδία έψελνε τους ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής.

Το λαμπρό Κουβούκλιον, στους ώμους έξι ναυτικών να προχωρεί λικνιζόμενο πολλές φορές στα σκαλοπάτια σαν κάποιο μυστικό απόκοσμο καράβι , και ο κόσμος να ακολουθεί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κρατώντας στα χέρια του σκούρες πένθιμες λαμπάδες. Σε όλα τα παράθυρα και τις πεζούλες των σπιτιών, πήλινα θυμιατήρια και αναμένα φανάρια έκαναν την ατμόσφαιρα απόκοσμη, εξωπραγματική.

Επιστρέφοντας στην Εκκλησία, ο επιτάφιος σηκωνόταν ψηλά στην είσοδο του Ναού και ο κόσμος που τον συντρόφευσε πέρναγε από κάτω του μπαίνοντας μέσα στον Ναό. Ήταν η στιγμή που πρώτοι εμείς, τα παιδιά, θα δίναμε την παραδοσιακή μας μάχη. Η μεγάλη επική σκηνή της διαρπαγής των λουλουδιών πιστεύοντας πως όταν αφαιρεθούν από τον Επιτάφιο, μετά τη λήξη της τελετής, έχουν μια δύναμη μαγική. Σαν φυλαχτά. Κάποια κορίτσι μάλιστα πίστευαν πως αν τα έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους θα δουν στον ύπνο τους ποιον θα παντρευτούν.

Εμείς τα αγόρια τα παίρναμε και τα χώναμε στις τσέπες πιστεύοντας πως αν τύχει και συναπαντηθούμε με κάποιο πνεύμα στα σκοτεινά σοκκάκια του συνοικισμού αργά το βράδυ το μαραμένο αλλά μαγικό λουλούδι από τον Επιτάφιο θα δράσει αποτρεπτικά και θα διώξει τον βρυκόλακα. Άλλοι πάλι είχα ακούσει τα λουλούδια του Επιτάφιου τα φύλαγαν και μετά την Κυριακή του Θωμά, την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα, θύμιαζαν με αυτά τα ζωντανά τους προφυλάσσοντάς τα απ’ το κακό το μάτι ή όπως η γιαγιά μου, τα τοποθετούσαν ευλαβικά στο εικονοστάσι.

Η νύχτα της περιφοράς του Επιταφίου, η Μεγάλη Παρασκευή ήταν ότι ωραιότερο κι ιερότερο θυμάμαι Ο θρήνος του Επιταφίου κι η προσμονή της Ανάστασης σαν ένα παράλογο και μαγικό συμβάν που γυρεύαμε να έρθει να δώσει ένα άλλο νόημα εκείνες τις μέρες των διακοπών του Πάσχα, εκείνες τις μοσχοβολιστές ανοιξιάτικες νύχτες. Ο κόσμος που βάδιζε αμίλητος πίσω στην ουρά της περιφοράς του Επιτάφιου, όσοι ανεπαίσθητα έσκυβαν το κεφάλι ψιθυρίζοντας το «Ζωή εν Τάφω», όχι απαραίτητα πιστοί, όχι απαραίτητα όσοι δεν παρέλειπαν τις Κυριακές να τρέχουν στις εκκλησίες, στις εικόνες, κάνοντας γονυκλισίες. Ήταν όμως εκεί, ακόμη και αυτοί που στην ζωή τους ίσως αγνόησαν τα δόγματα και τώρα αντιλαμβάνονται τα νοήματα, έχοντας μέσα τους την γνώση του πεπερασμένου- όπως ένα κύτταρο ξέρει ότι οφείλει να ζήσει για μια ανάσα και να πεθάνει στο όφελος ενός μεγάλου ακατανόητου οργανισμού.

Όλοι όσοι στα μύχια της ψυχής τους αντίθετα με την λογική θέλουν να πιστέψουν και να ελπίσουν στο Μετά. Να βρίσκονται εκεί και να υμνούν τον Επιτάφιο, ψιθυριστά. Σεβόμενοι την πίστη των άλλων και μη αγνοώντας τη δική τους κοπιώδη και σπαρακτική αναζήτηση.

Καλή Ανάσταση.

17.04.2020, Μ.Παρασκευή

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Δημήτρης Κατσούλας
Έγνοια, του Δημήτρη Κατσούλα
11805980_1612074449065268_1929602863_n.jpg
Θέλω να πω κι εγώ τον πόνο μου, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Πεθαίνουν οι λέξεις;, του Μάνου Στεφανίδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.