Ανοιχτή πόρτα

Εξάντληση της αναλγησίας του Κράτους σε μια πολύτεκνη μητέρα – Ανοιχτή Επιστολή, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love

Ο Δημήτρης Κατσούλας είναι συνταξιούχος του Ταμείου Νομικών. Παρουσιάζεται: “Εν συντομία λοιπόν, έχουμε και λέμε: Με καταγωγή από την Μεσσηνία, αποφάσισα εν μέσω Πανδημίας COVID-19, να αποχωριστώ την Ελλάδα και να εγκατασταθώ στο Μιλάνο, βρίσκοντας διέξοδο στις αναζητήσεις μου Μουσική και Θέατρο, όπου παραμένουν οι μεγάλες μου Αγάπες. Μότο ζωής: ΥΠΝΟΣ, Ο ΜΙΣΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ|

Δημήτρης Κατσούλας

Μια υπόθεση-γροθιά στο στομάχι, ένα οικογενειακό δράμα, έφθασε στο email μου: «Μεθοδεύτηκε η απόλυσή μου από μεγάλο Δημόσιο Φορέα ενόσω βρισκόμουν σε περίοδο λοχείας, αμέσως μετά την γέννηση του παιδιού μου». Αυτά εν περιλήψει μου γράφει η Κατερίνα, ακολουθώντας μετά η αναλυτική της επιστολή.

Το σύστημα, ως εκ της επιστολής εξάγεται, εξάντλησε όλη του την αυστηρότητα σε μια τυπική ψηφιακή προθεσμία, την οποία προεκάλεσε η ιδία η Υπηρεσία ως ισχυρίζεται, καθώς οι υπάλληλοί της ζήτησαν τους κωδικούς πρόσβασης, πραγματοποίησαν τον χειρισμό και μετά την απέκλεισαν ως εκπρόθεσμη. Η μητέρα ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια της ακλόνητα έγγραφα στοιχεία, προκειμένου να αποδείξει τα καταγγελλόμενά της. Όπως αναλυτικά αναφέρει στην επιστολή της, το ίδιο το παρουσιολόγιο του Φορέα στον οποίο υπηρετούσε, εμφανίζει ότι ενώ εργαζόταν κανονικά την ίδια ακριβώς ημέρα και ώρα, στην πραγματικότητα η μητέρα βρισκόταν στο μαιευτήριο για τοκετό, ήτοι στις 13 Σεπτεμβρίου 2024. Όταν το ανεκάλυψε και ζήτησε εξηγήσεις, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί (ΣΕΠΕ) εξέδωσαν ένα «τυφλό» πόρισμα αρχειοθέτησης της υπόθεσης για να καλύψουν τον Φορέα, αγνοώντας προκλητικά τα στοιχεία.

Δεν πρόκειται για μια απλή επιστολή μιας ακόμα ανέργου. Είναι μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής, η οποία ξεφεύγει από μια στεγνή καταγγελία που έχει έντονο φιλοσοφικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Είναι δε γραμμένη με αξιοπρέπεια, σκοπό έχουσα να αναδειχθεί η θεσμική αναλγησία απέναντι στη μητρότητα, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του κράτους-«αρωγού».

Στόχος της δημοσίευσης αυτής της επιστολής είναι, μέσα από την περιπέτεια της πολύτεκνης Κατερίνας, να εντοπισθούν τα τεράστια κενά που υπάρχουν σήμερα στην προστασία της μητρότητας και τα οποία βιώνουμε στο πετσί μας, με την ελπίδα ότι θα ευαισθητοποιηθούν οι αρμόδιοι προκειμένου να προχωρήσουν σε Νομοθετική ρύθμιση, για να μη την «πατήσει» άλλη οικογένεια στο μέλλον.

Ακολουθεί η Ανοιχτή Επιστολή της μητέρας Κατερίνας προς κάθε αρμοδία Αρχή:

«Όταν το αυτονόητο δικαίωμα στη προστασία της μητρότητας προσκρούει στους μηχανισμούς της γραφειοκρατίας και της εξουσίας»

Λένε πως ο άνθρωπος ως λογικό ον μπορεί να καθορίσει τη μοίρα του, ξεχνούν όμως πως η πλάνη είναι η αποτίμηση της λογικής, μιας και διαφορετικά η λογική δε θα’ χε καμιά δυνατότητα διάκρισης.

Πόσο ακατανόητο έγινε το αυτονόητο, πόσο δύσκολο το εύκολο, πόσο πολύπλοκο το απλό…(Χρόνης Μίσσιος)

Το δικαίωμα στην προστασία της μητρότητας αποτελεί θεμελιώδη κοινωνική κατάκτηση. Κι όμως, εμφανίζονται περιπτώσεις όπου ένας θεσμικός φορέας, αντί να επιδείξει το κοινωνικό πρόσωπο που οφείλει και να μεριμνήσει για τη συνέχεια της εργασίας μιας μητέρας, επιλέγει μια στάση που αγγίζει τα όρια της απόλυτης αδιαφορίας.

Μέσα στην ευάλωτη περίοδο της λοχείας, σε μια φάση που θα έπρεπε να είναι απόλυτα προστατευόμενη, διακόπτεται μια διαδικασία, εξαφανίζεται ξαφνικά μια σύμβαση, αναιρούνται δεσμεύσεις προάσπισής δικαιωμάτων, αφήνει μια εργαζόμενη πλήρως εκτεθειμένη. Η ασυνέπεια αυτή μεταξύ των διακηρυγμένων κοινωνικών αξιών και της σκληρής διοικητικής πραγματικότητας δημιουργεί ένα πρόσωπο θεσμικά ανάλγητο.

Το αποτέλεσμα τέτοιων πρακτικών είναι οδυνηρό. Μια νέα μητέρα οδηγείται στο έντονο άγχος, στην ψυχική πίεση και στην ανάγκη για ειδική παρακολούθηση. Αυτή η κατάσταση, που γεννιέται από τη συστημική απάθεια, της στερεί τη δύναμη ανταπόκρισης στις καθημερινές υποχρεώσεις απέναντι στο βρέφος και στην οικογένεια. Την ίδια στιγμή, αναιρείται το δικαίωμα στην εργασία σε μια περίοδο που η επιβίωση είναι πιο σημαντική από ποτέ, εγκλωβίζοντας τον άνθρωπο σε ένα απόλυτο αδιέξοδο κάτω από το βάρος μιας βαθιάς αδικίας. Όμως, η μεγαλύτερη σκληρότητα κρύβεται στο γεγονός ότι αυτή η υπηρεσιακή αδιαφορία δεν χτυπά μόνο τη μητέρα. Πλήττει μια νέα ζωή που μόλις ήρθε στον κόσμο. Σε αυτή τη νέα ζωή, η κατάσταση αυτή στερεί το δικαίωμα να μεγαλώσει με ασφάλεια, ηρεμία και τη μητέρα του απερίσπαστη.

Το πραγματικό, ανυπεράσπιστο θύμα μιας τέτοιας διοικητικής προσέγγισης είναι το ίδιο το παιδί. Δεν πλήττεται, λοιπόν, μόνο η εργαζόμενη· κυρίως θυματοποιείται ένα βρέφος, που πριν καλά-καλά αντικρίσει το φως, έρχεται αντιμέτωπο με την ψυχρή σιωπή των εγγράφων και των διαδρόμων της εξουσίας.

Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα μπορούν να καταγραφούν, να ταξινομηθούν και να αρχειοθετηθούν. Οι διαδικασίες είναι αυστηρές, οι φάκελοι πλήρεις και οι κανονισμοί λεπτομερείς. όσο για την τεχνολογία… έχει φτάσει σε τέτοιο απίστευτο σημείο, που κάθε φορέας διαθέτει τεχνητή νοημοσύνη για να απαντάει αυτόματα στα email, αλλά δεν έχει βρει ακόμα τη φυσική νοημοσύνη για να καταλάβει τι σημαίνει άδεια λοχείας! Έχουμε συστήματα που αναγνωρίζουν το πρόσωπό σου στην είσοδο σε χιλιοστά του δευτερολέπτου, αλλά χρειάζονται τρεις συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων και πέντε εγκυκλίους για να αναγνωρίσουν ότι μια νέα πολύτεκνη μητέρα χρειάζεται τη δουλειά της για να επιβιώσει.

Φτάσαμε στο σημείο να διαθέτουμε «έξυπνα» ψηφιακά δίκτυα τα οποία όμως πάσχουν από πλήρη σύγχυση, καθώς το λογισμικό τους αδυνατεί να ξεχωρίσει με σαφήνεια πότε μια αίτηση είναι εκπρόθεσμη και πότε εμπρόθεσμη! Παρακολουθούμε το θέατρο του παραλόγου, όπου ένα ολόκληρο σύστημα κολλάει μπροστά σε δύο ημερομηνίες, χρησιμοποιώντας την τεχνολογική ασάφεια ως βολικό άλλοθι.

Και πότε θυμήθηκαν να το πουν αυτό; Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο απόλυτης διοικητικής σιωπής! Χρειάστηκαν δώδεκα ολόκληρους μήνες βαθιάς πνευματικής περισυλλογής και μελέτης για να καταφέρουν να επεξεργαστούν μια ημερομηνία.

Την ημερομηνία όμως δεν την ανακάλυψα εγώ· οι ίδιοι την έδωσαν, οι ίδιοι καθοδήγησαν τη διαδικασία, και οι ίδιοι προσφέρθηκαν με περισσή «ευγένεια» να πάρουν τους δικούς μου προσωπικούς κωδικούς πρόσβασης για να εισέλθουν στο ηλεκτρονικό σύστημα!

Οι ίδιοι, λοιπόν, ανέβασαν τα έγγραφα, οι ίδιοι κατασκεύασαν και εξέδωσαν το ψηφιακό πρωτόκολλο, κάνοντας μια καθόλα δική τους «φτιαχτή» διεκπεραίωση.

Παρακολουθούμε, δηλαδή, το απόλυτο διοικητικό ανέκδοτο: η ίδια η υπηρεσία μπαίνει με τους κωδικούς του πολίτη, φτιάχνει και σφραγίζει μια αίτηση μέσα στο σύστημά της, και έναν χρόνο μετά, κοιτάζοντας το χαρτί που η ίδια δημιούργησε, αναφωνεί με δικαστική αυστηρότητα ότι η πράξη της ήταν… εκπρόθεσμη!

Αυτό θυμίζει απόλυτα το Σπήλαιο του Πλάτωνα, που οι άνθρωποι που κάθονται στο σκοτάδι βλέπουν σκιές επειδή κάποιοι άλλοι πίσω από την πλάτη τους κινούν τα είδωλα.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η Διοίκηση επέλεξε να κοιτάζει τις “σκιές” των ψηφιακών της καταχωρήσεων, σβήνοντας με μία μονοκοντυλιά την περίοδο προστασίας της μητρότητας που απορρέει από τον νόμο.

Σε αυτή τη σύγχρονη “σπηλιά”, οι ίδιοι οι υπάλληλοι του φορέα ήταν εκείνοι που κινούσαν τα νήματα: τον Δεκέμβριο χειρίστηκαν τους προσωπικούς μου κωδικούς πρόσβασης, καθοδηγώντας την ψηφιακή διαδικασία ανανέωσης, για να έρθουν εκ των υστέρων σαν διοίκηση να επικαλεστούν το δικό τους αποτέλεσμα ως “εκπρόθεσμη αίτηση”.

Αρνήθηκαν να βγουν στο φως της αλήθειας και να αντικρίσουν την πραγματικότητα, όπως είχαν πράξει και τρεις μήνες νωρίτερα, όταν εμφάνιζαν εικονικές υπογραφές εργασίας στο παρουσιολόγιο την ίδια ακριβώς ημέρα και ώρα που εγώ βρισκόμουν στο μαιευτήριο φέρνοντας στον κόσμο το παιδί μου.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται,

“από τη συμπεριφορά και τα συμφέροντα του καθενός εξαρτάται η μοίρα όλων μας”.

Αν αυτό ισχύει, τότε η ποιότητα των θεσμών κρίνεται τελικά από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύουν τους πιο ευάλωτους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη μητρότητα και τα παιδιά. Σε μια εποχή που η πληροφορία ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός και γυρίζει τον πλανήτη σε δευτερόλεπτα, οι πρωτοκολλημένες αιτήσεις και τα επείγοντα emails φαίνεται πως ταξίδευαν με γαϊδουράκι στους διαδρόμους των γραφείων.

Είναι πραγματικά για γέλια και για κλάματα: το σύστημα χρειάζεται έναν ολόκληρο χρόνο για να απαντήσει σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, σε ένα πρωτοκολλημένο έγγραφο, σε συνεχείς οχλήσεις είτε τηλεφωνικά είτε προσωπικά για να κλείσεις ένα ραντεβού να μάθεις τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά επικαλείται την «ταχύτητα» και την «εγκυρότητα» των διαδικασιών του μόνο όταν πρόκειται να δικαιολογήσει τα δικά του σφάλματα!

Και εδώ ακριβώς αναρωτιέται κανείς, πώς γίνεται να περισσεύει ο άνθρωπος ανάμεσα σε τόσα χαρτιά, ψηφιακά πρωτόκολλα και οθόνες υπολογιστών. Γιατί όταν ο άνθρωπος αρχίζει να περισσεύει και να λογίζεται ως ένα απλό νούμερο, τότε είναι φανερό πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις διαδικασίες και στην τεχνολογία, αλλά στον τρόπο που επιλέγουμε να τις αντιλαμβανόμαστε και α τις αποτυπώνουμε εμείς στο χρόνο.

Έναν χρόνο που οι “σοφοί” μας τον μετράνε με δύο ταχύτητες: με ταχύτητα Formula 1 όταν πρόκειται να σε πετάξουν έξω από το σύστημα, και με ταχύτητα χελώνας σε χειμερία νάρκη όταν πρέπει να σου δώσουν μια βεβαίωση προϋπηρεσίας! Η να εκδώσουν μια απόφαση! Κατάφεραν το αμίμητο: να εγκλωβίσουν τον χρόνο σε ένα διοικητικό ρολόι που χτυπάει “εμπρόθεσμα” μόνο για τα δικά τους συμφέροντα και κολλάει “εκπρόθεσμα” στην πλάτη του πιο ευάλωτου.

Έχουμε, λοιπόν, θεσμούς που αναβαθμίζουν διαρκώς τα πληροφοριακά τους συστήματα, αλλά όταν πρόκειται για την κοινωνική τους ενσυναίσθηση, το λογισμικό τους παραμένει απελπιστικά αναχρονιστικό, αφήνοντας την ουσιαστική ανάγκη ακάλυπτη πίσω από μια βιτρίνα τεχνοκρατικής τελειότητας.

Και η αδικία αυτή σφραγίζεται από τη στάση εκείνων που είχαν καθήκον να ελέγξουν και να υπερασπιστούν. Εκεί, όπου οι επίσημοι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Πολιτείας μετατρέπονται σε απλούς επικυρωτές της εργοδοτικής διαχειριστικής αυθαιρεσίας, εκδίδοντας πορίσματα στα τυφλά, χωρίς καν να ψηλαφήσουν τα πραγματικά περιστατικά.

Εκεί, όπου οι θεσμοθετημένοι προστάτες των εργαζομένων, τα συλλογικά αναχώματα που γεννήθηκαν για να κρατούν όρθιο τον αδύναμο, απλώς στρέφουν το βλέμμα αλλού και σου γυρίζουν την πλάτη.

Έτσι, γεννιέται το…

«Σύνδρομο της Κασσάνδρας»:

όσο κι αν φωνάζει κανείς, όσο κι αν διεκδικεί το δίκιο του, η αλήθεια προσκρούει σε τοίχους τυφλής γραφειοκρατίας που αρνούνται να ακούσουν.  «Ίσως γι’ αυτό ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραφε πως αδικημένος δεν είναι μόνο εκείνος που δεν έχει δίκιο, αλλά κυρίως εκείνος που, ενώ έχει δίκιο, δεν ακούγεται. Και τίποτε δεν είναι πιο οδυνηρό για μια κοινωνία από το να συνηθίζει να μην ακούει τις φωνές των πιο ευάλωτων μελών της».

Μόνο οι αποξενωμένες εξουσιαστικές δομές αφήνουν πίσω τους τέτοια υποκρισία και συντρίμμια. Είναι τραγικό, ένας Δημόσιος φορέας σε περίοδο Δημοκρατίας που οφείλει να αποτελεί φάρο παιδείας και να διδάσκει αλτρουισμό, ανθρωπισμό και πολιτισμό, να μετατρέπεται τελικά σε υπόδειγμα εγωισμού, απάθειας και ηθικής αναλγησίας.

Εκεί όπου θα έπρεπε να καλλιεργείται η κοινωνική ευαισθησία, επιβάλλεται η πιο στυγνή αδιαφορία απέναντι στην ίδια τη ζωή και τον άνθρωπο.

Το δίλημμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Από την εποχή της Αντιγόνης του Σοφοκλή, η ανθρώπινη συνείδηση βρέθηκε αντιμέτωπη με το ίδιο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η τυπική νομιμότητα συγκρούεται με το ηθικό χρέος απέναντι στον άνθρωπο; Η Αντιγόνη δεν αψήφησε απλώς μια διαταγή. Υπερασπίστηκε την ιδέα ότι υπάρχουν αξίες ανώτερες από κάθε διοικητική απόφαση. Ότι χωρίς ανθρωπιά, ακόμη και ο πιο άρτιος νόμος μετατρέπεται σε μορφή αδικίας.

Λησμόνησαν οι ταγοί του πνεύματος το χρέος τους; Ξέχασαν τα λόγια του Αποστόλου Παύλου από την Προς Ρωμαίους Επιστολή (Κεφάλαιο 15, στίχοι 1-3):

«Ὀφείλομεν δὲ ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν, καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν. ἕκαστος ἡμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τὸ ἀγαθὸν πρὸς οἰκοδομήν· καὶ γὰρ Χριστὸς οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν, ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ’ ἐμέ.»

Δηλαδή ότι οι ισχυροί έχουν καθήκον να σηκώνουν τα βάρη των ανίσχυρων και όχι να κοιτάζουν την αυτοϊκανοποίησή τους.

Γιατί οι προσβολές, οι αδικίες και η σκληρότητα που δείχνουν οι άνθρωποι απέναντι στους αδύναμους, δεν σταματούν εκεί· αντηχούν τελικά ως ύβρις απέναντι στον ίδιο τον Δημιουργό, ο οποίος ταυτίζεται με κάθε πάσχουσα ύπαρξη.

Η πιο βαριά εγκατάλειψη δεν έρχεται από εκείνους που βρίσκονται απέναντί σου. Έρχεται από εκείνους που σε έκαναν να πιστέψεις ότι μπορείς να τους εμπιστευτείς. Από εκείνους που γνώριζαν τις δυσκολίες, την ευαλωτότητα της στιγμής, την αγωνία μιας εγκυμοσύνης και αργότερα την ευθύνη ενός νεογέννητου παιδιού, και σε διαβεβαίωναν ότι δεν θα είσαι μόνος. Σου έδωσαν λόγους να ελπίζεις, να αισθάνεσαι ασφαλής, να πάρεις αποφάσεις ζωής βασισμένος στην εμπιστοσύνη που οι ίδιοι καλλιέργησαν.

Και όταν ήρθε η στιγμή που αυτή η εμπιστοσύνη δοκιμάστηκε, βρέθηκα αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που μέχρι τότε αγνοούσα. Πρακτικές και χειρισμοί που θεωρούσα αυτονόητο μέρος της προστασίας και της στήριξης που μου είχε υποσχεθεί ο θεσμός, εμφανίστηκαν εκ των υστέρων με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Σαν όσα είχαν προηγηθεί να μην είχαν ποτέ υπάρξει. Σαν η εμπιστοσύνη που μου ζητήθηκε να δείξω να είχε αξία μόνο όσο εξυπηρετούσε τους άλλους και όχι όταν ήρθε η ώρα να προστατεύσει εμένα.

Το τίμημα δεν ήταν μόνο επαγγελματικό ή οικονομικό. Ήταν η αγωνία της επιβίωσης, ο φόβος για το αύριο, η αβεβαιότητα για το πώς θα προστατεύσεις τα παιδιά σου και θα προσφέρεις στο νεογέννητο παιδί σου την ασφάλεια που έχει ανάγκη. Ήταν η σταδιακή φθορά της ψυχικής και σωματικής αντοχής ενός ανθρώπου που είδε την ελπίδα να μετατρέπεται σε ανασφάλεια και την εμπιστοσύνη σε απογοήτευση.

Γιατί καμιά φορά οι πράξεις, αλλά και οι σιωπές, δεν αφήνουν μόνο διοικητικά ή οικονομικά αποτυπώματα· αφήνουν σημάδια βαθύτερα, εκεί όπου δοκιμάζονται η αξιοπρέπεια, η εμπιστοσύνη και η δύναμη ενός ανθρώπου να συνεχίσει να ελπίζει. Εκτός κι αν τελικά η μητρότητα είναι κάτι που όλοι τιμούμε στα λόγια, αλλά δυσκολευόμαστε να στηρίξουμε στην πράξη.

Γιατί όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην πιο πάνω επιστολή του αν θέλεις να κάνεις το καλό, οφείλεις να το κάνεις σωστά, έντιμα και μέχρι τέλους. Το «καλό» που εκδηλώνεται αποσπασματικά κινδυνεύει να απωλέσει την ουσία του, μεταβαλλόμενο σε μια τυπική, θεσμική διαδικασία που στερείται πραγματικού κοινωνικού αντικρίσματος.

Αν δεν προστατεύσεις τον αδύναμο την ώρα που λυγίζει, αν δεν ολοκληρώσεις την πράξη της δικαιοσύνης, τότε η προσφορά εκμηδενίζεται. Οι αποσπασματικές μέριμνες συχνά λειτουργούν ως ένα επιφανειακό προπέτασμα που αφήνει την ουσιαστική ανάγκη ακάλυπτη.

Ξέχασαν, φαίνεται, τον αρχαίο μύθο της Σφίγγας· εκεί που ένα ολόκληρο τέρας γκρεμίστηκε και καταστράφηκε όταν λύθηκε ο γρίφος με μία και μόνο λέξη. Και η λέξη αυτή ήταν

«ο Άνθρωπος».

Αυτή τη λέξη που οι απρόσωπες διοικητικές δομές συχνά προσπερνούν, αλλά είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει το σκοτάδι και να μας μεταφέρει στο φως, γεννώντας μια άλλη κοινωνία. Μια κοινωνία θεμελιωμένη στο διαχρονικό και πολύτιμο «Εμείς», μακριά από τη στενή, αυστηρά τεχνοκρατική προσέγγιση που παραβλέπει την ανθρώπινη διάσταση.

Μια προσέγγιση που απορρέει από την ψευδαισθητική αίσθηση παντοδυναμίας, η οποία συχνά συνοδεύει την άσκηση μιας απρόσωπης θεσμικής εξουσίας και την ασφάλεια που παρέχει η θέση ενός αξιώματος.

Ένα «Εγώ» που κοιτάζει τον καθρέφτη των γραφειοκρατικών του τίτλων, τυφλό όμως μπροστά στο δάκρυ και την αγωνία του διπλανού του. Αυτό το «Εγώ» γεννιέται μέσα από τη συστημική αποξένωση. Εκεί όπου οι άνθρωποι παύουν να λογίζονται ως ψυχές και μετατρέπονται σε απλούς αριθμούς πρωτοκόλλου, σε αναλώσιμα κόστη και ληγμένες συμβάσεις.

Είναι το «Εγώ» της απόλυτης κυνικότητας, που θεωρεί τη δική του ευμάρεια και επιβίωση ως το μοναδικό κέντρο του σύμπαντος, οχυρωμένο πίσω από νομικά παραθυράκια και σφραγίδες ηθικής απάθειας, βαφτίζοντας τη δειλία ανάληψης των ευθυνών που απορρέουν από τέτοιες επιλογές ως δήθεν «αντικειμενική αδυναμία» και

«τυπική διαδικασία».

Πρόκειται για την απόλυτη φυγομαχία: τη στιγμή που συγκεκριμένες υπηρεσιακές επιλογές, η άτυπες πρακτικές η εκδοθείσες υπογραφές και αποφάσεις δημιουργούν το αδιέξοδο, επιλέγει να νίπτει τας χείρας του.

Έτσι, το βάρος των σφαλμάτων μετατίθεται άδικα στην πλάτη του πιο ευάλωτου, μέσα από μια στάση που αρνείται πεισματικά να κοιτάξει στα μάτια τις συνέπειες αυτών των πράξεων.

Αυτή η άρνηση ανάληψης της ευθύνης είναι που απογυμνώνει πλήρως την εξουσία. Φανερώνει ότι πίσω από τον θεσμικό μανδύα και τις αυθαίρετες αποφάσεις αποκλεισμού, δεν υπάρχει ίχνος ηγετικής ακεραιότητας, παρά μόνο η ανάγκη για αυτοπροστασία.

Έτσι, η στάση αυτή επιβιώνει χωρίς τύψεις, οχυρωμένη στην ψευδαίσθηση ότι αν σιωπήσει ή αν κρυφτεί πίσω από αναπάντητα πρωτόκολλα, η αδικία που προκάλεσε θα πάψει να υφίσταται.

Όμως, αυτή η στενή νοοτροπία ξεχνά πως η ιστορία δεν γράφεται από τους κυνικούς, αλλά από εκείνους που αντέχουν να παραμείνουν Άνθρωποι.

Όσο κι αν οχυρώνεται πίσω από τους τοίχους της αδιαφορίας, παραμένει μικρή, φτωχή και απομονωμένη, καταδικασμένη να καταρρεύσει όταν το «Εμείς» αποφασίσει να υψώσει ανάστημα και να διεκδικήσει το φως που του στερούν.

Αν αυτή η επιστολή έχει κάποιο νόημα, δεν βρίσκεται στην αναζήτηση μιας προσωπικής δικαίωσης. Βρίσκεται στην ελπίδα ότι η εμπειρία αυτή θα συμβάλει, έστω και ελάχιστα, ώστε καμία άλλη μητέρα να μη βρεθεί στο μέλλον αντιμέτωπη με την ίδια ανασφάλεια και τον ίδιο φόβο. Η προστασία της μητρότητας δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο. Οφείλει να αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση μιας κοινωνίας που θέλει να αποκαλείται δίκαιη.

Ίσως γι’ αυτό παραμένουν τόσο επίκαιρα τα λόγια του Νίκου Γκάτσου:

«Πάντα σ’ αυτόν τον κόσμο θα ’ρχεται Παρασκευή Μεγάλη και κάποιος θα σταυρώνεται για να σωθούν οι άλλοι.»

Αν η δική μου δοκιμασία μπορέσει να γίνει αφορμή για μια ουσιαστικότερη προστασία της μητρότητας, τότε ίσως ο πόνος να αποκτήσει ένα νόημα μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Όταν ο Διογένης περιφερόταν μέρα μεσημέρι με ένα αναμμένο φανάρι αναζητώντας “άνθρωπο”, δεν το έκανε επειδή γύρω του υπήρχε ερημιά σωμάτων. Το έκανε ως μια πράξη έσχατης ηθικής αναζήτησης, αρνούμενος να δεχτεί ότι ανάμεσα στο πλήθος δεν υπήρχε ούτε ένας που να διαθέτει τα απαραίτητα ηθικά χαρίσματα και να στέκεται στο πραγματικό ύψος της ανθρώπινης ιδιότητας του.

Με αυτό το ίδιο “φανάρι” ανά χείρας απευθύνω και εγώ σήμερα αυτή την επιστολή. Δεν αναζητώ μια στείρα γραφειοκρατική διεκπεραίωση, αλλά την ουσία της ανθρώπινης και θεσμικής ευθύνης.

Κι εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θα ακούσουν, όχι μόνο για να κρίνουν μια υπόθεση, αλλά για να αναρωτηθούν αν μέσα από αυτήν μπορεί να αναδειχθεί ένα κενό που αξίζει να καλυφθεί. Αν μπορεί να ενισχυθεί η προστασία της μητρότητας. Αν μπορεί να προστατευθεί έστω και μία γυναίκα ή ένα παιδί στο μέλλον.

Γιατί η αξία μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πώς αντιμετωπίζει τους ισχυρούς, αλλά από το πώς στέκεται δίπλα στους πιο ευάλωτους όταν εκείνοι έχουν πραγματικά ανάγκη.

Οφείλουμε έναν καλύτερο κόσμο στα παιδιά μας. Γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει από νέες ιδέες, αλλά από υγιείς ιδέες. Και υγιείς ιδέες γεννιούνται μόνο όταν ο πόνος του άλλου γίνεται και δικός μας πόνος.

«Ίσως γιατί, όπως έγραψε κάποτε ο Γιάννης Ρίτσος, το χρέος μας δεν είναι να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο, αλλά να τον σμίξουμε.»

Μόνο τότε το «Εγώ» γίνεται «Εμείς», μόνο τότε η μεγαλύτερη δύναμη δεν είναι η εξουσία, αλλά η ανθρωπιά.

Αικατερίνη Μπλερίνα Πάσσα,

Πρώην εργαζόμενη σε Δημόσιο Φορέα ως ΙΔΟΧ, πλήρους απασχόλησης, βάσει Ενιαίου Μισθολογίου.

Μια πολύτεκνη Μητέρα – υπερήφανη για την οικογένειά μου, ταπεινή απέναντι στη ζωή, ανυποχώρητη απέναντι στην αδικία. αλλά ακόμα με βαθιά, ακλόνητη πίστη στον Άνθρωπο».

SHARE
RELATED POSTS
Η φάρσα με τα γλυπτά του Παρθενώνα, του Μάνου Στεφανίδη
“Ιππότες” της Νέας Αντεπίθεσης, του Γιάννη Πανούση
Αυτοί που δεν βγάζουν selfies, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.