Ανοιχτή πόρτα Κοινωνία - Ελλάδα - Οικονομία Πόρτα στον Πολιτισμό

Εικαστικά, έτος μηδέν;, του Μάνου Στεφανίδη

 

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

Pane di capo: Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ), Λεωφόρος Κρεμαστής & «Πηγές Καλλιθέας»

Ο Μάνος Στεφανίδης είναι Ιστορικός Τέχνης και Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ

Εξ αφορμής του συνεχιζόμενου φιάσκου της Άρτ Αθήνα

Δεν μου αρέσει να γίνομαι μάντης κακών αλλά νομίζω πως διανύουμε το έτος μηδέν των  εικαστικών μας πραγμάτων. Ποτέ άλλοτε, πλην της χούντας, δεν θυμάμαι τέτοια παρακμή σε θεσμικό επίπεδο, κρατικό ή ιδιωτικό. Αφορμή για την σημερινή ιερεμιάδα αποτελεί η καθίζηση, μετά από τόσα χρόνια εντυπωσιακής παρουσίας, της Αρτ Αθήνα η οποία φέτος διανύει την χείριστη οργανωτικά και επικοινωνιακά φάση της, με το μέλλον της να διαγράφεται είτε δυσοίωνο είτε ανύπαρκτο. Η ακατανόητη όσο και άδικη απομάκρυνση του Αλέξη Κανιάρη από την οργανωτική διεύθυνση της Άρτ Αθήνα ήταν η απαρχή των μυρίων κακών που επακολούθησαν. Ο Κανιάρης συκοφαντήθηκε σκαιά, οδηγήθηκε στα δικαστήρια, κι ενώ η δικαιοσύνη τον αποκατέστησε πανηγυρικά ούτε οι επικεφαλής του ΠΣΑΤ ζήτησαν συγγνώμη, ούτε οι ελληνικές γκαλερί άλλαξαν πολιτική και νοοτροπία. Τούτων δοθέντων τα χειρότερα έπονται.

‌ Επειδή, ποτέ άλλοτε η ανυπαρξία των θεσμών αλλά και η έντονη κρίση όλων των παραμέτρων που συγκροτούν όσα ονομάζουμε εικαστική κοινότητα – δηλαδή η αγορά και οι σχολές τέχνης, οι συλλέκτες, τα μουσεία, η επίσημη, πολιτιστική πολιτική κλπ. – δεν έχουν να επιδείξουν τόσο αρνητικές επιδόσεις. Μόλις το 1987(!) έγινε η τελευταία Πανελλήνια, Εικαστική Έκθεση,  η λεγόμενη Πανελλήνια της Μελίνας, δηλαδή πριν από 32 ολόκληρα χρόνια, και έκτοτε άκρα του τάφου σιωπή από πλευράς κρατικής οργάνωσης μιας αντιπροσωπευτικής πανελλήνιας, εικαστικής έκθεσης… Την θέση της πήραν οι ιδιωτικές γκαλερί μέσω του επιτυχημένου θεσμού Αρτ Αθήνα για να φθάσουμε σταδιακά στη σημερινή διάλυση.

Η πρώτη Πανελλήνια, υπενθυμίζω, οργανώθηκε το 1938 στο Ζάππειο και έκτοτε παρουσιαζόταν κανονικά κάθε δύο χρόνια με το κράτος να είναι παρόν και το υπουργείο Παιδείας να προβαίνει σε στοχευμένες, αναλογικά, αγορές. Αργότερα το αντικατέστησε το Υπουργείο Πολιτισμού ενώ η Εθνική Πινακοθήκη, ήδη από την δεκαετία του ’70, διέθετε κάθε χρόνο ένα σημαντικό ποσόν από τον προϋπολογισμό της για να αγοράζει έργα πρωτοεμφανιζόμενων ή και καταξιωμένων καλλιτεχνών ώστε να εμπλουτίζει τις συλλογές της. Πρωταθλητής των αγοραστικών επιδόσεων εκείνη την εποχή, ήταν ο αείμνηστος διευθυντής της Δημήτρης Παπαστάμου. Ο οποίος αγόραζε μάλιστα από τις γκαλερί και σπάνια από συλλογές ή από εργαστήρια ακριβώς για να τονώνει αλλά και τρόπον τινά να ρυθμίζει την αγορά τέχνης. Το καθεστώς αυτό λειτουργούσε απολύτως θετικά, παρά τα – αναπόφευκτα –  μικροσκάνδαλα τα οποία γνωρίζουν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ του Κολωνακίου – προς τους συλλέκτες οι οποίοι διέθεταν έτσι ένα grosso modo επίσημο μέτρο σύγκρισης. Παράλληλα αγόραζαν και οι Τράπεζες με επικεφαλής την Εθνική, την Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και την Αγροτική, την Πίστεως κλπ. Επιπλέον η Εθνική Πινακοθήκη, επί μίαν εικοσαετία περίπου, οργάνωνε κάθε δύο μήνες αναδρομικές εκθέσεις γνωστών και λιγότερο γνωστών καλλιτεχνών δημιουργώντας έτσι ένα ιστορικό corpus, ένα σώμα ιστορίας, μιαν καλλιτεχνική αφήγηση σε ροή. Έτσι οργανώθηκαν αναδρομικές του Νικολάου Λύτρα, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Μιχαήλ Οικονόμου, του Σπύρου Παπαλουκά, του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη, του Γεωργίου Μπουζιάνη, του Γιώργου Γουναρόπουλου, του Αγήνορα Αστεριάδη, του Πολυκλείτου Ρέγκου, της Μπέλλας Ραυτοπούλου, της Αγλαΐας Λυμπεράκη, του Μιχαήλ Αξελού, του Λυκούργου Κογεβίνα, του Άγγελου Θεοδωρόπουλου, του Χρήστου Καπράλου, του Μέμου Μακρή, της Βάσως, του Τάσσου, του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, του Τηλέμαχου Κάνθου, του Αδαμαντίου Διαμαντή, του Γεωργίου Μόσχου, του Άρη Κωνσταντινίδη (!), του Γιώργου Σικελιώτη, του Λευτέρη Κανακάκι, του Κώστα Ηλιάδη, του Κώστα Πλακωτάρη, του Χάρη Βογιατζή, του Παπαζώρζ, του Γιώργου Μαυροΐδη κλπ. Συγχρόνως εκδίδονταν μικροί, περιεκτικοί κατάλογοι. Δυστυχώς η ωραία αυτή παράδοση που μυούσε ειδικούς και κοινό στην νεοελληνική δημιουργία, ζωγραφική, χαρακτική, γλυπτική, σταμάτησε από την Μαρίνα Λαμπράκη, την ταφόπλακα του Ιδρύματος (τη συναινέσει και όλων όσοι συμμετείχαν στα Δ.Σ της ΕΠΜΑΣ αλλά και των υπουργών πολιτισμού, πρωθυπουργών κλπ. που δεν είχαν την ευαισθησία να την απομακρύνουν).

Σήμερα δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά οι πιονιέροι των γκαλερί, η πρώτη γενιά,  είτε έχουν αποσυρθεί είτε έχουν εκλείψει ενώ η δεύτερη γενιά, αμήχανη και εσωστρεφής, αδυνατεί να ακολουθήσει τα βήματά τους. Και βέβαια τιμώ αναμφίβολα τον πολυμέτωπο αγώνα – και σε πολύ αντίξοες πλέον συνθήκες  – που κάνουν ελληνικές γκαλερί ιδιαίτερα αυτές που ιδρύθηκαν μέσα στην κρίση, ιδιαίτατα εκείνες της επαρχίας…

Παράλληλα οι συλλέκτες μοιάζει να απέχουν επιδεικτικά από αγορές έργων τέχνης τιμωρώντας τους εμπόρους και τους καλλιτέχνες για την τις αυθαιρεσίες που είχαν διαπράξει αλλά και τα υπερκέρδη που είχαν σωρεύσει κατά την περίοδο της σπατάλης και της επίδειξης. Απέναντι στις γκαλερί που παρακμάζουν, στην αγορά που είναι ανύπαρκτη, στους καινούριους συλλέκτες που δεν εμφανίζονται, στους παλιούς που αποσύρονται είτε διακριτικά είτε θυμωμένα, στους νέους, διπλωματούχους (!) καλλιτέχνες που αποφοιτούν κατά εκατοντάδες από τις τέσσερις, πλέον, σχολές καλών τεχνών χωρίς κατά βάθος να τους περιμένει κανείς, να τότε έχει ανάγκη κανείς, υπάρχει μια Πολιτεία αδιάφορη, αμέτοχη, θλιβερός θεατής ενός πολιτισμού που αναπτύσσεται – όσο αναπτύσσεται –  ερήμην της.

Πολλά έργα τέχνης πωλούνται πια στο ένα δέκατο τουλάχιστον της αρχικής αξίας τους καθώς παλαιές συλλογές διαλύονται και νέες δημιουργούνται. Και αυτό στην σπάνια περίπτωση που θα υπάρχει αγοραστής! Ιδιαίτερα όσοι ζωγράφοι έκαναν limit up και διατηρούσαν waiting list  το ’80 και το ’90, σήμερα τρέμουν κάθε αναγγελλόμενη δημοπρασία. Τρέμουν την σίγουρη κατρακύλα των έργων τους. Κυρίως επειδή οι «συλλέκτες» ή οι πραγματικοί συλλέκτες, πανικόβλητοι πλέον και καχύποπτοι προς οτιδήποτε καλλιτεχνικό, δίνουν τα έργα που διαθέτουν όσο όσο. Χιλιάρικο το κομμάτι ( sic )! Sic transit gloria κλπ. ( Όσοι είναι πραγματικοί καλλιτέχνες ή συλλέκτες ξέρουν την συνέχεια ). Και βέβαια τεράστιο είναι το ζήτημα της επάνδρωσης των σχολών καλών τεχνών σήμερα. Πριν από λίγα μόλις χρόνια δίδασκαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη οι Τέτσης, Κεσσανλής, Κοντός, Μολφέσης, Μυταράς, Λάππας, Παπαγιάννης, Ρένα Παπασπύρου, Πατρασκίδης, Μπότσογλου, Ψυχοπαίδης, Λαζόγκας, Θεοφυλακτόπουλος, Μορταράκος, Φωκάς, Κατζουράκης κλπ. Σήμερα ποιά είναι τα αντίστοιχα μεγέθη; Σήμερα ελλείπει δραματικά αυτό που ονομάζουμε καλλιτεχνική ατμόσφαιρα ενώ περισσεύουν ο πανικός και η παραίτηση. Συνήθως από τους καλύτερους …

Σημείωση : Τα σύννεφα της δύσης  δημιουργήθηκαν για να δοξάζουν την αθανασία του Tiepolo . Όπως και ορισμένες βροχερές θάλασσες για να υπερασπίζονται την φήμη του Turner. Τελικά ο Θεός φιάχνοντας τον κόσμο, τον έπλασε με πηλό σαν γλύπτης και τον έντυσε με χρώματα σαν ζωγράφος. Ο Θεός φαίνεται πως  δημιούργησε κατ’ αρχάς τους καλλιτέχνες και έπειτα  ξεκουράστηκε. Οι καλλιτέχνες μετά ανέλαβαν όλα τα υπόλοιπα.

ΥΓ. Φοβού εκείνη την ζωγραφική που ακυρώνει το βλέμμα στο όνομα μιας αφηρημένης έννοιας. Φοβού εκείνη την τέχνη που πολιτικολογεί. Είναι εκ του πονηρού αφού κάθε έργο είναι πολιτικό.

O συλλέκτης μιλάει μέσω των επιλογών του. Ιδιαίτερα όταν τις εκθέτει ή τις δημοσιεύει. Απ’την άλλη η κόσμια έκφραση της όποιας αντίρρησης είναι πολύτιμη για τον αναγκαίο διάλογο και βοηθάει ακόμη κι αυτούς που νομίζουν ότι βλάπτονται από αυτόν. Ιδιαίτερα όταν ισχύει παντού η συνωμοσία της σιωπής και ο μονόλογος των μετρίων. Δείτε τι έγινε στη φετινή Μπιενάλε. Με ανύπαρκτους καλλιτέχνες αλλά και θεωρητικούς. Με αποθέωση του κυρίαρχου συστήματος και της κομματικής καμαρίλας.

Τέλος σιχαίνομαι τον συλλέκτη – βεζύρη με τους καλλιτέχνες – χανουμάκια γύρω του – ιδιαίτερα όταν ο συλλέκτης είναι επιπλέον και χοντρός – αλλά και τον καλλιτέχνη – θεό που οι πάντες, φιλότεχνοι, κριτικοί, συλλέκτες, ιστορικοί κλπ. οφείλουν μόνον να τον αποθεώνουν. Η αλήθεια πονάει αλλά και σώζει. Αν μάς ενδιαφέρει η ιστορία και το αύριο. Αν αγαπάμε αληθινά τη τέχνη.

Φωτογραφίες: Δημήτρης Κούκος, Μανόλης Χάρος, Χρήστος Αντωναρόπουλος, Εικαστικός Κύκλος Σιαντή, Καπράλος, Βάσω, γκαλερί Ρώμα.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the views of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
iporta.gr_panousis.jpg
Επί των (κ)τύπων των (φ)ήλων, του Γιάννη Πανούση
Ποιος έχει τα κότσια;, του Δημήτρη Μπρούχου
Kostis A. Makris
Τι δεν μπορεί να αλλάξει ένας σεισμός, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.