Βιβλίο

Διήγημα: «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» – Εκεί που κατοίκησες και σε κατοίκησαν (κεφάλαιο 19ο), του Νίκου Βασιλειάδη

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

Pane di capo: Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ), Λεωφόρος Κρεμαστής & «Πηγές Καλλιθέας»

Νίκος Βασιλειάδης

llll.png

Το «καλοκαιρινό» διήγημα του Νίκου Βασιλειάδη «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» είναι στη διάθεσή των εκλεκτών αναγνωστών του iporta.gr. Εδώ ο πρόλογος

Εκεί που κατοίκησες και σε κατοίκησαν

Και όμως, σε εκείνο το μπαλκόνι της μικρής εκκλησιάς πρωτοβρήκα το νόημα της Ζωοδόχου πηγής. Μπρος την πηγαία ζωή. Κατάλαβα πως είναι η ζωή μας ατενίζοντας τη διπολική γη με τους δυο λόφους – στον έναν δεσπόζει ο Σαν Τζώρτζης, στον άλλον η Ανάσταση. Η Απάνω Μεριά της, γεμάτη ξερολιθιές, άγρια, δύσβατη, πολύχρωμα σπιτάκια φωλιασμένα στον βράχο, παραδομένη ηθελημένα ίσως, σ’ έναν άλλο χρόνο που κυλά βραδύτατα λες για να κρατήσει το αντίβαρο αυτό που δεν θα τη «βυθίσει» σε μια δυσανάγνωστη και σαρωτική παγκοσμιοποιημένη εξέλιξη. Και από την άλλη στην κάτω στην πόλη, επαύλεις και καρνάγια, ο μεγαλειώδης Άγιος Νικόλαος και ο ταπεινός Άγιος Νικόλαος των Πτωχών, ο ταρσανάς γεμάτος από καΐκια που άραξαν για λίγο εδώ για να επιδιορθωθούν, να γιατρέψουν λαβωματιές, να γυρέψουν μέχρι να ξανοιχθούν ξανά στις θάλασσες. Καραβομαραγκοί, κατάρτια και γερανοί σαν τεράστιες λόγχες να σκίζουν τον ουρανό για να καρφωθούν στα φεγγάρια, οι καμπυλότητες των καραβιών, το λίκνισμα μιας βάρκας στο μουράγιο.

Στον δρόμο για το Μάννα στην άκρη των άγονων δρόμων τα φρύγανα, η κάπαρη και το θυμάρι, τα σαμιαμίδια, τα μούσκλια και τα σαλιγκάρια. Μια άλλη οπτική που δεν ιστορείται εύκολα. Πώς να ιστορήσεις με λέξεις εκείνη την λάμψη στον ορίζοντα που δεν ήταν ούτε από το αργόσυρτο δειλινό ούτε από το λιγότερο αιφνίδιο χάραμα. Να ήταν αποτέλεσμα μονάχα της δικής μου φαντασίας. Τα σχήματα που έφτιαχναν οι σκιές, ή ακόμα και η λάμψη του ήλιου στην οροφή ενός άσπρου αυτοκινήτου που μπορούσε να σηκώσει μέσα μου ένα στιγμιαίο πετάρισμα της καρδιάς που όμοιό του δεν είχα ξανανοιώσει.

Όλες εκείνες οι εικόνες, όπως μια καφεκόκκινη τραχιά πλαγιά γεμάτη από θυμάρι ή κάποια χρώματα , σαν το μεθυστικό μοβ που σπάει από ένα κόκκινο της τερακότας σ’ ένα ηλιοβασίλεμα. Τα μάτια που συνηθίζουν κάτω από αυτό το απέραντο ψηφιδωτό των απαλών σαν μπαμπάκι λευκών αέρινων σύννεφων γεμίζοντας το τοπίο με μια καθαρότητα μονάκριβη βάφοντας την πόλη καθαρή και φωτισμένη απ’ το γκριζόασπρο φως που της χαρίζει ο ήλιος.
Μια φευγαλέα ζωγραφιά ιστορημένη για πάντα στο μυαλό μου σαν μια αμυδρή και σκονισμένη περίληψη, από εικόνες που έχουν συνταράξει την ύπαρξή μας, αποτυπωμένη σαν φθαρμένη κόπια παλιάς ασπρόμαυρης ταινίας. Εκείνο το απόκρυφο αμάλγαμα από χρόνο κι από φως που έβλεπα να εκτείνεται μέσα σε κάθε λεπτό της ημέρας από τη στιγμή που σηκωνόμουν το πρωί και στεκόμουν στην βαριά γαλάζια ξύλινη πόρτα της κουζίνας και κατοικούσε σ’ έναν ονειρικό χρόνο όπου το παρελθόν και το μέλλον εκτυλίσσονταν ταυτόχρονα.

Μια ολόκληρη πόλη που ονειρευόταν τον εαυτό της με όλα της τα κτίρια, καινούργια και παλιά, όλους τους ασφάλτινους και τους λιθόστρωτους δρόμους, όλα της τα ρολόγια και τα καμπαναριά, όλες της τις πινακίδες και τα μνημεία και τα αγάλματα, κάθε κομμάτι της να συσπάται ανάμεσα στην πραγματική της υπόσταση και στην ονειρική της ζωή όπου περνούσε μέσα απ’ όλες τις μορφές του παρελθόντος της, η ιστορία της εκτυλισσόταν σε ένα ασταμάτητο ντελίριο…

Ένας καφές που κατέληξε σε τραπέζι γιομάτο με λογής καλούδια, καρπούζι, φραγκόσυκα, κρασί και φεύγεις προς τα πίσω, ενώνοντάς το σήμερα με το χθες, με το άθραυστο νήμα της ατομικής σου ιστορίας από μπλεγμένα μυστικά που σου γεννούν εικόνες των τοπίων που κατοίκησες και σε κατοίκησαν, μην ανήκοντας πουθενά, χωρίς να σου ανήκει τίποτα.

Όλα αυτά που έζησαν και που άλλοι τραγούδησαν καλύτερα απ’ όσο εγώ ιστόρησα, σαν το τραγούδι των Πυξ Λαξ Το δάκρυ της λιακάδας (Πνιγμένος Άγγελος), «Κρύος αέρας, το στόμα της ξερό, ψηλά οι γιακάδες και τα χέρια στο σακάκι όποιος κοιτάζει μες στα μάτια τον καιρό χάνει τον κόσμο αλλά βρίσκει την Ιθάκη».

Μια Ιθάκη που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παύουν να αναζητούν, αλλά σπάνια τη βρίσκουν. Σεργιάνι μες στις γειτονιές που έπαιζες παιδάκι. Κυνηγητό με τις σκιές. Όσων χαθήκαν μες στο χθες ζητώντας μιαν Ιθάκη»…

Με το 19ο κεφάλαιο ολοκληρώθηκε το διήγημα του Νίκου Βασιλειάδη «…μια μπουκίστα λουκούμι περγαμόντο…» για τον νησί του, τη Σύρο.

ΕΔΩ  τα δημοσιευμένα κεφάλαια του διηγήματος

SHARE
RELATED POSTS
Gerotasos
«Ὅλα γιά καλό» τοῦ Γιάννη Μακριδάκη, τοῦ Τάσου Γέροντα
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ του Ρος ΜακΝτόναλντ, του Άγγελου Κουτσούκη
Το τραγούδι των Γλυκόλογων, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.