Βιβλίο

Διήγημα: «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» – Οι τροπές του Ήλιου (κεφάλαιο 17ο), του Νίκου Βασιλειάδη

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

Pane di capo: Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ), Λεωφόρος Κρεμαστής & «Πηγές Καλλιθέας»

Νίκος Βασιλειάδης

llll.png

Το «καλοκαιρινό» διήγημα του Νίκου Βασιλειάδη «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» είναι στη διάθεσή των εκλεκτών αναγνωστών του iporta.gr. Εδώ ο πρόλογος

Οι τροπές του Ήλιου

Στη Σύρα σαν παιδί άκουσα και έζησα τα πιο όμορφα παραμύθια. Στην μεγάλη πεζούλα έξω από το σπίτι της γιαγιάς σαν σκιές που ζουν τις νύχτες και λένε τα μυστικά τα αψιθύριστα. Για το Κοκκινόσπιτο που βάφτηκε άλικο από το αίμα των Ρεϊζήδων και γίνανε φάντασμα οι μορφές τους, για το Νησάκι που εκεί πρωτοαντίκρισαν γοργόνα οι κουρσάροι, για τις ζήλειες των Θεών φορτωμένων με πάθη, για τον θάνατο και τον έρωτα που γίνονται ένα κατά πως τους αρμόζει.

Μεγαλώνοντας όμως άρχισα να δίνω περισσότερη σημασία στις γραπτές πηγές για το νησί, δίχως βέβαια να σταματήσω να δείχνω το ίδιο και ίσως περισσότερο ενδιαφέρον για τις προφορικές διηγήσεις παλιών συριανών για το νησί. Ίσως γιατί η προφορική διήγηση είχε ανάμικτο το στοιχείο της αλήθειας, της ιστορικής αλήθειας με την φαντασία και τον θρύλο και γινόταν πάντα έτσι περισσότερο ελκυστική.

Έτσι λοιπόν όταν μπορούσα πια να διαβάσω τον Όμηρο απαλλαγμένος από το απλοϊκό παραμύθι έμαθα με ιδιαίτερη χαρά για την αναφορά του στο νησί όπου ο Απόλλωνας του δίνει το όνομα Συρίη καθώς αυτό είναι λουσμένο στο φως. Ο Όμηρος λοιπόν με το στόμα του Εύμαιου, μας μιλά για μια δίδυμη πολιτεία αναφερόμενος προφανώς στην Ποσειδωνία και τη Φοινική – που σαν ονομασίες έμειναν στις μέρες μας με την σημερινή Ποσειδωνία και τον Φοίνικα – και που ο Απόλλωνας μεταφέρει εκεί όσους έχουν γεράσει και μόνο σαν έφτανε η ώρα να πεθάνουν, έρχονταν με την αδελφή του την Άρτεμη και τους τόξευε με αργυρά βέλη που συμβολικά σημαίνει ότι τους αθανατοποιούσε.

Βέλη που στον Όμηρο χαρακτηρίζονται σαν «ἀγανά» («ἀγανοῖσι βέλεσσιν»), που σημαίνει ήπια, γλυκά, πράα υπονοώντας έτσι τον εύκολο και ήρεμο θάνατο που έχουν οι προς αθανατοποίηση ψυχές οι οποίες έχουν υπερνικήσει τον φόβο θανάτου. Όσοι ασχολήθηκαν με την ιστορία του νησιού δεν μπορούν να μην αναγνωρίσουν σε αυτή την διήγηση του Ομήρου τον θρύλο για το βουνό Γερούσι όπου πήρε το όνομα του επειδή εκεί σύμφωνα με διηγήσεις οι Συριανοί άφηναν τους γέρους να πεθάνουν.

Ένας «παραμυθένιος» πράγματι θάνατος που πουθενά αλλού σε όλη την ελληνική γραμματεία δεν νομίζω να έχουμε συναντήσει ποτέ μας. Ο πιστός λοιπόν χοιροβοσκός του Οδυσσέα, που έκανε κάθε προσπάθεια για να διατηρηθεί η περιουσία του κυρίου του κατά τη διάρκεια της εικοσάχρονης απουσίας του, καθώς αφηγείται την ιστορία του και την καταγωγή του από την Σύρο μας αποκαλύπτει πως ήταν βασιλόπουλο, γιος του Κτησία, βασιλιά της Σύρου. Όταν ήταν μικρός, είχε για παραμάνα μια γυναίκα φοινικικής «καλής και ένδοξης καταγωγής». Κάποτε λοιπόν έμποροι Φοίνικες που ήρθαν στη Σύρο να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους, την έπεισαν να τους ακολουθήσει για να τη μεταφέρουν με τα καράβια τους στους γονείς της. Αυτή δέχτηκε και μαζί της πήρε και το μικρό βασιλόπουλο. Κατά το ταξίδι όμως η παραμάνα πέθανε από ξαφνική ασθένεια και οι έμποροι φοίνικες την έριξαν στα κύματα. Οι καιρικές συνθήκες αργότερα οδήγησαν το πλοίο στην Ιθάκη όπου οι έμποροι πούλησαν για σκλάβο τον μικρό Εύμαιο στο Λαέρτη, τον πατέρα του Οδυσσέα. Ο Λαέρτης τον έκανε χοιροβοσκό.

Μόλις ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη μετά το δεκάχρονο ταξίδι του, ύστερα από συμβουλή της θεάς Αθηνάς πήγε και συνάντησε πρώτο αυτόν τον Εύμαιο στην καλύβα του θέλοντας να μάθει λεπτομερώς όλα τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν κατά την απουσία του. Τις ίδιες ημέρες επέστρεψε στην Ιθάκη και ο Τηλέμαχος από τη Σπάρτη και την Πύλο. Ο Εύμαιος τον υποδέχθηκε με πατρική στοργή και τον άφησε να πάει να αναγγείλει στην Πηνελόπη το χαρμόσυνο γεγονός. Στην καλύβα του Ευμαίου, με τη θεϊκή επέμβαση της Αθηνάς έγινε η αναγνώριση Τηλεμάχου και Οδυσσέα. Μετά από αυτά, ο Εύμαιος οδήγησε τον Οδυσσέα μεταμφιεσμένο σε φτωχό ζητιάνο στο παλάτι, για να ξεγελάσει τους μνηστήρες, και τον παρουσίασε στην Πηνελόπη. Ο θρύλος λέει πως μετά τον θάνατο των μνηστήρων και αφού ο Οδυσσέας έμεινε πια να ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια στην Ιθάκη του, επέτρεψε σαν ανταπόδοση στον πιστό του χοιροβοσκό Εύμαιο να γυρίσει στην πατρίδα του, όπου ο Εύμαιος αφού γύρισε τελείωσε την ζωή του στο Κίνι.

«Υπάρχει κάποιο νησί, που ονομάζεται Συρίη, μπορεί ακουστά να το ‘χεις, πάνω από την Ορτυγία, εκεί που είναι του Ήλιου οι τροπές. Δεν θα το πεις νησί πολύκοσμο, μα εύφορο που τρέφει βόδια και πρόβατα, κι είναι κρασότοπος και βγάζει πολύ σιτάρι. Ποτέ ο λαός εκεί δεν πείνασε, μηδέ τον βρήκε αρρώστια κακιά, απ᾿ αυτές που τους δύστυχους θνητούς βασανίζουν. Μονάχα, σα γεράσουν οι άνθρωποι στη χώρα τούτη, ζυγώνουν η Άρτεμη κι ο Απόλλωνας με το αργυρό τόξο και τους χτυπούν ανένιωστα με απόνετες σαΐτες και πεθαίνουν. Υπάρχουν δυο πολιτείες κι όλα τα έχουν μοιράσει στα δύο. Και στις δύο ο πατέρας μου ήταν βασιλιάς, ο Κτήσιος, ο γιος του Ορμένου».

(Συνεχίζεται αύριο…) ΕΔΩ  τα δημοσιευμένα κεφάλαια του διηγήματος

SHARE
RELATED POSTS
Τα Δεδομένα της Ζωής μας, Άρης Μαραγκόπουλος, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ
Η συγγραφέας Τίτσα Πιπίνου και «ο Ιππότης με το τριαντάφυλλο», της Τζίνας Δαβιλά
Δημήτρης Σῖμος: Τά βατράχια, τοῦ Τάσου Γέροντα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.