Βιβλίο

Διήγημα: «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» – Η Μεταμόρφωση (κεφάλαιο 12ο), του Νίκου Βασιλειάδη

Μόνο στη Ρόδο

Αποστόλου Παύλου 50, Βενετοκλέων, 

Pane di capo: Λεωφόρος Ρόδου-Λίνδου (ύψος ΙΚΑ), Λεωφόρος Κρεμαστής & «Πηγές Καλλιθέας»

Νίκος Βασιλειάδης

llll.png

Το «καλοκαιρινό» διήγημα του Νίκου Βασιλειάδη «…μια μπουκίτσα λουκούμι περγαμόντο…» είναι στη διάθεσή των εκλεκτών αναγνωστών του iporta.gr. Εδώ ο πρόλογος

Η Μεταμόρφωση

Η βόλτα στην Ερμούπολη ήταν μια αγαπημένη απογευματινή συνήθεια. Ήταν μια ευκαιρία να κάνουμε τα ψώνια μας για το σπίτι στην πάντα γεμάτη αγορά και να περάσουμε με την μάνα μου από το μαγαζί του θείου μου για να τον δούμε. Συνήθως κατεβαίναμε με ταξί στην Ερμούπολη, αλλά υπήρχαν και μέρες που μετά από την ενοχλητική επιμονή μου επιλέγαμε να κατέβουμε με τα πόδια μέσα από τα πέτρινα σοκάκια. Μερικά από αυτά ήταν τόσο στενά που αν τύχαινε να συναντήσεις στο διάβα σου κανένα φορτωμένο με εμπορεύματα γαϊδούρι έπρεπε να κολλήσεις στον τοίχο για να μπορέσει να περάσει. Για μένα ήταν ένα εκπληκτικό γραφικό μέρος της πόλης που έσφυζε πάντα από ζωή, κίνηση, κότες που κακάριζαν σκυλιά που γαύγιζαν και χιλιάδες μυρωδιές από τις κουζίνες που είχαν πάντα παράθυρο στον δρόμο. Η πρώτη μας στάση ήταν στην εκκλησία της Μεταμόρφωσης που σε υποδέχεται στην αγκαλιά της με ένα υπέροχο ασπρόμαυρο ψηφιδωτό από θαλάσσια βότσαλα «κοχλάκια» που έφεραν από τη Ρόδο, στον προαύλιο χώρο. Μια πανέμορφη και μεγαλόπρεπη εκκλησία που χτίστηκε στα 1824 από τους κατατρεγμένους Χιώτες και Ψαριανούς που κυνηγημένοι από τους Τούρκους ήλθαν στην Σύρο προσδοκώντας να προστατέψουν τη ζωή και την οικογένειά τους. Με εντυπωσίαζε πάντα αυτή η εκκλησία αφού από πολύ μικρός ακόμη, μανιώδης συλλέκτης της ιστορίας είχα φροντίσει να μάθω πως εδώ σε μια από τις βοτσαλωτές αυλές της αντήχησε και καταγράφηκε για πρώτη φορά το όνομα «Ερμούπολη» που ο Λουκάς Ράλλης, και οι κάτοικοι έδωσαν στην πόλη που έχτισαν. Αντικείμενο της περιέργειάς μου αλλά και της έφεσής μου στην ιστορία επίσης αποτελούσαν δύο κολόνες των τοξοστοιχιών, κρυμμένες από το τέμπλο, όπου έλεγαν πως είναι δύο ακατέργαστοι κίονες που μεταφέρθηκαν από τα ερείπια της Δήλου στο νησί. Θυμάμαι πολλά καλοκαίρια, Αύγουστο μήνα, κάθε φορά που ξημέρωνε του Σωτήρος να πηγαίνουμε στην λειτουργία όπου παρευρισκόταν όλη σχεδόν η Ερμούπολη ντυμένη στα καλά της. Μετά την λειτουργία μαζί με τους άρτους και τα πεντανόστιμα λουκούμια που οι κατασκευαστές τους δώριζαν να μοιραστούν για την γιορτή, ο ίδιος ο Δεσπότης από μεγάλα καλάθια περνώντας να φιλήσεις το χέρι του και να πάρεις την ευχή του μοίραζε και τα πρώτα σταφύλια του καλοκαιριού. Μια συμβολική πράξη που συμβολίζει την προσφορά στον Θεό των καρπών της γης και ιδίως του καρπού που μας δίνει το κρασί, που ο Χριστός ευλόγησε στην Κανά, για να τονίσει την εν Χριστώ μεταμόρφωση του κόσμου.

Κατεβαίνοντας στην αγορά, στα μανάβικα περνάγαμε πρώτα από τα κρεοπωλεία, αγοράζοντας τον αγαπημένο μου μεζέ, πεντανόστιμα λουκάνικα με μάραθο, που κρέμονταν σε αρμαθιές στις προθήκες των μαγαζιών. Μετά σειρά είχε το παντοπωλείο με την παράξενη χαρακτηριστική μυρωδιά που ανέδυαν οι παστοί μπακαλιάροι, τα ρύζια, τα φασόλια και οι φακές από πελώρια τσουβάλια στην σειρά μπροστά από τον πάγκο, τα βαρέλια με την φέτα και τα πίσω ψηλά ράφια γεμάτα από κουτιά τσίγκινα γεμάτα με φυτίνη, κονσέρβες και πελτέδες κάθε χρώματος και για κάθε γούστο. Ανασύρω από την μνήμη το μαραθοτυράκι, το τυρί του Σαν Μιχάλη τις παστελαριές και την σάλτσα συριανής ντομάτας που ψώνιζε η μάνα μου όσο εγώ χάζευα τις τσίγκινες διαφημίσεις με τα προϊόντα που κέρδιζαν χιλιάδες βραβεία σε Εκθέσεις, εγγύηση για την ποιότητά τους. Μετά τα ψώνια, μια βόλτα από το φαρμακείο του Κωβαίου, ένα φαρμακείο, που έμαθα ως ήταν το πρώτο στην Ελλάδα, που με άφηνε πάντα άφωνο καθώς μπορούσα για ώρες ολόκληρες να χαζεύω τα παλιά σύνεργα στα απείραχτα-κομψοτεχνήματα ξύλινα ράφια με τα φάρμακα από μιαν άλλη περασμένη εποχή. Η επίσκεψη στα εμπορικά της Ερμούπολης τελείωνε πάντα στο μαγαζί του θείου μου όπου έβρισκα την ευκαιρία να την κοπανήσω και να πεταχτώ στην πλατεία για να παίξω στα κανόνια μπροστά από το άγαλμα του Μιαούλη, μέχρι να έρθει η μητέρα μου και να αρχίσω την γκρίνια για το παγωτό που μου υποσχέθηκε σε ανύποπτο χρόνο και δήθεν τώρα είχε ξεχάσει. Μετά από μια απολαυστική βουτιά σε μια γρανίτα φράουλα και με γεμάτες τις τσάντες στα χέρια ένα ταξί θα μας έφερνε πίσω στο σπίτι της γιαγιάς όπου θα πέταγα τα καλά μου ρούχα και σχεδόν μισόγυμνος θα ξεχυνόμουν στα σοκάκια του Συνοικισμού για να βρω τις παρέες μου. Μέρες όπου τα πάντα, οι εικόνες, οι μυρωδιές, τα χρώματα, υπήρξαν και θα συνεχίσουν να είναι ολοζώντανες παραπομπές σε έναν μαγικό κόσμο όπου το απλό και το απέριττο μπορούν και κρύβουν έναν ατελείωτο πλούτο.

(Συνεχίζεται αύριο…) ΕΔΩ  τα δημοσιευμένα κεφάλαια του διηγήματος

 

SHARE
RELATED POSTS
Αποταμιεύοντας…, του Στάθη Παναγιωτόπουλου
«Στά ἴχνη τοῦ Κοπέρνικου» σχολιασμός, του Τάσου Γέροντα
Kostis A. Makris
«Μια ζωή ψαρεύοντας», Eκδόσεις Ίκαρος:Το βιβλίο που διάβασα, του Κωστή Α. Μακρή

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.