Πόρτα σε ιστορίες/χρονογραφήματα/διηγήματα

Αραιά και που σε θυμάμαι, του Δημήτρη Κατσούλα

Spread the love
  • 19
    Shares

 

Δημήτρης Κατσούλας

Δημήτρης Κατσούλας

Πέρασε μήνας, πέρασε χρόνος, συμπληρώθηκαν δύο αν δεν κάνω λάθος από τότε που έχω να σε δω. Το τηλέφωνό σου σταθερά καταχωρημένο στο δικό μου είναι φορές που το αναζητώ γιατί μου σχηματίζεται η εντύπωση ότι με κάλεσες. Εις μάτην όμως, και καθόλου εδώ που τα λέμε δεν με ενδιαφέρει πλέον. Είναι φορές – συνήθως απογεύματα – που περνώ κάτω από το παράθυρό σου, σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά όπου κι αν έχει παραμείνει ανοιχτό μανταλωμένο μόνο με τα πατζούρια και το εσωτερικό του ανοιχτό, φωνή καμία δεν αποκρίνεται στο κάλεσμά μου. Μάλλον θα ασχολείσαι αυτές τις ώρες με τα κοινοτικά θέματα που εξελέγης σύμβουλος στην νέα διοίκηση του Δήμου που προήλθε από τις τελευταίες εκλογές. Είναι φορές που έχω ανεβεί στο μπαλκόνι σου, έχω κάνει τσιγάρο, έχω πιει νερό δροσερό από την κανάτα που τοποθέτησες εκεί για τους διψασμένους περαστικούς, έχω παραμείνει πάρα πάνω από μισή περιμένοντας να σε δω αλλά εις μάτην να εμφανιστείς, ίσως έχεις σε εκκρεμότητα υποθέτω με  τα πρακτικά της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου και παρέμεινες στο Δημαρχείο μέχρι να τα καθαρογράψεις απόψε.

Έχω νοσταλγήσει τα γεμιστά που έκανες μόνο με κολοκυθοανθούς και ρύζι που αν και με εκπαίδευσες δεν μπόρεσα ποτέ να τα πετύχω, οι δε προσπάθειές μου κατέληγαν πάντα σε κάτι νερόβραστα κολοκύθια με τα οποία σταμάτησα πλέον να πειραματίζομαι. Είναι φορές που σε περιμένω στην πλατεία της πόλης – ξέρεις, εκεί πλησίον όπως μπαίνουμε ερχόμενοι από Αθήνα στο αριστερό μας χέρι – με την προσδοκία πως θα σε πετύχω να πίνεις μπίρα με πλήρες αλκοόλ και να έχεις παραγγείλει και για μένα ένα freddo cappouccino γιατί όπως ξέρεις ούτε μπίρες πίνω ούτε σε γεύματα και δείπνα συμμετέχω απλά και μόνο γιατί μου είναι αρκετό να βλέπω τους συνδαιτυμόνες μου να δροσίζονται στον αφρό τους και να αναλώνονται ή στις πίτσες των δώδεκα κομματίων ή να απολαμβάνουν τα ντόπια παϊδάκια τους ελαφρώς καβουρδισμένα στις ψησταριές. Άλλη φορά έχω επιχειρήσει να μπω στην Τράπεζα που έχεις το γραφείο σου, να σε δω πρωτίστως και δευτερευόντως να σου απαιτήσω χυμό πορτοκάλι πλήρη, ξέρεις μαζί με εκείνα τα μικρά κομματάκια πορτοκαλιού που τον συνοδεύουν και όχι «ορφανό», απαλλαγμένο δηλαδή από αυτά.

Είναι φορές που σε περιμένω στην πόρτα του σπιτιού σου για να σε βοηθήσω να ανεβάσεις ή εκείνο το καρότσι που είναι τίγκα γεμάτο από τη λαϊκή ή τις φορές που από το σούπερ μάρκετ αγκομαχείς να το τραβήξεις. Προσφέρομαι να ξεκρεμάσω μερικές σακούλες που κρέμονται πέριξ και σε εμποδίζουν ξαλαφρώνοντάς σε από το βάρος. Εάν υπάρξουν και φορές που δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω σε αυτά σου ζητώ συγγνώμη αλλά εσύ θέλω πάντα να γελάς. Μη με χαρακτηρίσεις όμως ανεπρόκοπο γιατί στη θέση αυτών των προϊόντων εγώ έχω ήδη αρχίσει να παράγω τα δικά μου, κάτι νομίζω είναι και αυτό. Άλλες φορές κι ενώ εγώ την έχω αράξει στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου, με συγχωρείς που έχω την απαίτηση να λάβεις τη θέση του οδηγού εσύ, ν΄ανοίγεις ραδιόφωνο, να επιλέγεις σταθμούς καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Και μέσα σε όλο αυτό το στροφομάνι με τις χωμάτινες διαδρομές, σε όλες αυτές τις απαιτήσεις μου υπάρχουν και φορές που τα μάτια μου βουρκώνουν να ξέρεις, γιατί μου λείπεις. Είναι στιγμές όπου καθ’ ον χρόνο οι φωτογραφίες σου προβάλλουν στην οθόνη είναι σαν να φωνάζουν λέγοντάς μου ότι η ομοιότητά μας σε πολλά σημεία ταυτίζεται, φαινόμαστε όμοιοι, υποθέτω ίσως ότι από τις συναντήσεις μας ταυτιστήκαμε, έτσι λέει και η παραϊατρική που έχει βάση όμως: με όποιον έρχεσαι σε συχνή επαφή του μοιάζεις κιόλας. Πάντως, κι εσύ εδώ που τα λέμε δεν αντέχεις, τα μάτια σου τρέχουν βροχή που δεν νοιάζομαι να την συγκρατήσω με τις χούφτες μου αν και απέχουμε μερικά εκατοστά μέσα στο αυτοκίνητο αλλά την αφήνω να μουσκέψει το τιμόνι που κρατάς και με νεύρα να πετάξεις έξω από το παράθυρο τα ακουστικά που σε απομονώνουν.

Ερχόμενος ενίοτε στην Αθήνα, να ξέρεις ότι ποτέ δεν κατεβαίνω την Μουστοξύδη προς την Λεωφόρο Αλεξάνδρας, κι αυτό σου το έχω δηλώσει και το ξέρεις σίγουρα. Επίσης, στην Πατησίων όταν μπαίνω από Ομόνοια δεν σταματώ πουθενά, την τραβώ ευθεία και όπου με βγάλει. Κι αυτό σου το έχω πει και το θυμάσαι φαντάζομαι, το κάνω διότι πολλοί δρόμοι από την πρωτεύουσα ή χάθηκαν εντελώς – για ποιο λόγο δεν γνωρίζω – ή στους χάρτες δεν αναγράφονται πια κι εγώ είμαι αναγκασμένος να κάνω κύκλους σαν τον γύρο του θανάτου που διοργανώνεται ακόμα σε επαρχιακές πόλεις. Ένας δεύτερος λόγος αποφυγής του κέντρου της πόλης πρέπει να ξέρεις ότι είναι κι αυτός που κουβαλώ τις φωτογραφίες σου φοβούμενος μη τυχόν ζωντανέψουν και πεταχτούν επάνω οπότε το τρακάρισμα το έχω σίγουρο.

Και, ξέρεις κάτι; Δεν είναι το ότι μεσάνυχτα απόψε στριφογύρισες για λίγο στο μυαλό μου. Το θέμα είναι ότι θες δεν το θες μόνιμα θα με κουβαλάς εντός σου.

* Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του. 

  The article expresses the views of the author  

 iPorta.gr

  • 19
    Shares
SHARE
RELATED POSTS
Πάμε να δούμε τα χιόνια, κουμπάρε, της Ματίνας Ράπτη-Μιληλή
Πολίτικη πολιτική πατατοσαλάτα, του Αλέξανδρου Μπέμπη
Τέσσερις μέρες χάνονται στη νύχτα, τέσσερις νύχτες λιώνουν τον καιρό σαν όνειρο, του Νίκου Βασιλειάδη

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.