Ανοιχτή πόρτα ΕΥ ΖΗΝ Πόρτα στην Ιστορία

Αμπελάκια (Α’ Μέρος), της Δήμητρας Παπαναστασοπούλου

Είχα να πάω στα Αμπελάκια από τα χρόνια της εφηβείας μου. Πολλές φορές στα προηγούμενα χρόνια τα διάβαινα από την απόσταση της Εθνικής οδού, αλλά τα πέντε χιλιόμετρα που τα χωρίζουν από αυτή, δεν τα έκανα. Ωστόσο, πάντα ήταν στο μυαλό μου, πάντα μιλούσα γι’ αυτά στους φίλους μου.

Τον προηγούμενο μήνα αποφασίσαμε να κάνουμε μια εκδρομή κι αυτή τη φορά μπήκαν στο πρόγραμμα.

Το γραφικό χωριό, σκαρφαλωμένο στις βορειοδυτικές πλαγιές του Κίσσαβου, με απόκρημνες χαράδρες να το ζώνουν, βρίσκεται μια ανάσα από την Κοιλάδα των Τεμπών- ένα από τα ωραιότερα τοπία που συναντά κανείς στην Εθνική οδό Λάρισας-Θεσσαλονίκης. Σήμερα ζει στη σκιά του παρελθόντος, της ιστορίας του, και το μόνο παρήγορο είναι οι επισκέψεις μικρών και μεγαλύτερων μαθητών. Αρχές χειμώνα, όπως το επισκεφθήκαμε, οι ταβέρνες του ήταν κλειστές και η εγκατάλειψη φανερή, παρά τα καλοδιατηρημένα σπίτια. Το καλντερίμι, οι απότομες ανηφόρες και κάποια σκαλοπάτια, μας είχαν ανοίξει την όρεξη. Η μυρωδιά του φρέσκου, ψημένου ψωμιού μας σταμάτησε έξω από τον παραδοσιακό φούρνο και δεν μετανιώσαμε για τις μικρές αγορές μας.

Δεν είναι γνωστό πότε πρωτοεμφανίστηκε ως οικισμός, ωστόσο στα μεσαιωνικά χρόνια είχε ζωή, ήταν κομμάτι του φρουρίου της κοιλάδας των Τεμπών και μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς (1393) πολλοί ανέβηκαν ως εκεί από την πεδιάδα. Απόκτησαν το όνομά τους, από τα αμπέλια που καλλιεργούνταν, αρκετές δεκαετίες αργότερα(1454), όταν ένας Τούρκος τιμαριούχος συγκέντρωσε άπορους χωρικούς με σκοπό να καλλιεργήσουν τη γη του. Ένα επίσημο έγγραφο απογραφής και φορολογικής καταγραφής της Θεσσαλίας (το χειρόγραφο του Maliyeden Mudevver) το αναφέρει.

Έχοντας αποκτήσει κάποια προνόμια αυτοδιοίκησης, οι Έλληνες κάτοικοι των Αμπελακίων ασχολούνταν με την υφαντουργία, τη μεταξουργία, τη νηματοβαφήκαι την αμπελοκαλλιέργεια για δικό τους λογαριαμό, υποχρεωμένοι μονάχα στην καταβολή φόρου υποτέλειας στους κατακτητές.

Όπου υπάρχει πολιτισμός, υπάρχουν και σχολεία. Στα Αμπελάκια από το 1749 ιδρύθηκε ένα σημαντικό σχολείο, το επονομαζόμενο Ελληνομουσείο, λειτουργώντας αρχικά στον πρόναο της εκκλησίας που στις μέρες μας είναι θεμελιωμένη η Αγία Παρασκευή. Λειτούργησε κάμποσες δεκαετίες και έκλεισε κάποια χρόνια μετά την πτώχευση της Κοινής Συντροφίας, δηλαδή του Συνεταιρισμού (1812). Έγινε τόσο ονομαστό, ώστε κλήθηκαν και δίδαξαν σ’αυτό αρχαία ελληνικά, φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες διάσημοι Έλληνες διδάσκαλοι όπως ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Άνθιμος Γαζής, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νεόφυτος Δούκας και ο Κωνσταντίνος Κούμας.

Από τα πολλά αρχοντικά των προηγούμενων αιώνων, σήμερα διατηρείται- γίνονται σοβαρές εργασίες αναπαλαίωσης αυτόν τον καιρό- το τριώροφο του Γεωργίου Σβάρτς (ή Μαύρου), χτισμένο μεταξύ 1787 και 1798. Ένα σπουδαίο και ιδιαίτερο κτίσμα, κατοικία του Σβάρτς, αλλά και έδρα της διάσημης Κοινής Συντροφίας των Αμπελακίων, στο ισόγειο του οποίου (κατώι) στεγάζονταν το ταμείο και το θησαυροφυλάκιο.

Πέτρινο, εντυπωσιακό δείγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, σε σχήμα Γ, με τον τρίτο και τελευταίο όροφο να προεξέχει και να φωτίζεται από μια σειρά παραθύρων, στολισμένων με χρωματιστά τζάμια στη στέψη τους, διαθέτει εξαιρετική ξύλινη εσωτερική επένδυση, πλούσια τοιχογραφία και εξαιρετικές ξυλόγλυπτες οροφές.

Στον υπερυψωμένο χώρο λειτουργούσε η αίθουσα συνεδριάσεων του Συνεταιρισμού, στον πρώτο όροφο (μεσιακό) διέμενε η οικογένεια του Σβάρτς τους χειμωνιάτικους μήνες, ενώ ο τρίτος και τελευταίος (ξάνωγο) χρησίμευε για τη θερινή διαμονή, εκμεταλλευόμενοι τα μεγάλα ανοίγματα και την κυκλοφορία του δροσερού αέρα.

Το Δημόσιο το αγόρασε το 1965 και έκτοτε λειτουργεί ως μουσείο.

Η εσωτερική του ερήμωση με συντάραξε. Στην αρχή θεώρησα ότι οφειλόταν στις εργασίες και στο πήγαινε- έλα των εργατών, αλλά σε σχετική μου ερώτηση, ο φύλακας εξεπλάγη. «Δεν υπάρχουν έπιπλα» μου είπε. «Τα έχω δει με τα μάτια μου» απάντησα. Έμεινε ενεός να με κοιτά ψελλίζοντας «δεν είναι δυνατόν, οι κληρονόμοι τα πήραν το 1970». Έληξα το θέμα πικραμένη, λέγοντάς του ότι όπως και σήμερα, και τότε τα σχολεία έκαναν εκπαιδευτικές εκδρομές- σε μια τέτοια τα είδα κι εγώ.

Τι κρίμα, σκεφτόμουν γυρίζοντας και φωτογραφίζοντας τους γυμνούς, σκονισμένους χώρους. Κανείς δεν σκέφτηκε να φωτογραφίσει το χώρο με τα λιγοστά, αλλά χαρακτηριστικά του έπιπλα, να μεγενθύνει τις φωτογραφίες και να τις κρεμάσει, να βλέπουν οι επόμενες γενιές πώς ήταν το αρχοντικό…

Ο Γεώργιος Μαύρος ή Σβάρτς ή Σφράτς ή Σφράτσης (1738-1818) γεννήθηκε στα Αμπελάκια. Ο πατέρας του, σύμφωνα με τον Γιάννη Κορδάτο, ήταν βαφέας των διάσημων κόκκινων νημάτων και μεγαλέμπορος στην Αυστρία, τη Γερμανία και στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης. Ο Γεώργιος, ζώντας στην Βιέννη, έμαθε τη δουλειά από τον πατέρα του, εργάστηκε ως έμπορος και επέστρεψε στα Αμπελάκια πολύ αργότερα, για να οργανώσει τον Συνεταιρισμό. Διετέλεσε πρόεδρος του συνεταιρισμού ως το τέλος, ως την πτώχευση. Γνωρίζοντας την γερμανική, εμπορευόταν με Γερμανούς και Αυστριακούς μεγαλεμπόρους και ήταν εκείνοι που τον αποκαλούσαν Σβάρτς, μεταφράζοντας το όνομά του στη γλώσσα τους. Πέθανε άδοξα στη Βιέννη, όντας φυλακισμένος για χρέη, λόγω της χρεωκοπίας του Συνεταιρισμού.

Φίλες και φίλοι, στο β΄μέρος θα μιλήσουμε για τον Συνεταιρισμό. Ως τότε, να είστε όλοι καλά!

Δήμητρα Παπαναστασοπούλου

27294531_2108761429164511_1219004466_n.jpg

Το άρθρο απηχεί τις απόψεις του συντάκτη του.

The article expresses the view of the author

iPorta.gr

SHARE
RELATED POSTS
Η δύναμη ανάμεσα στα πόδια της, του Δημήτρη Κατσούλα
Μέγας Κωνσταντίνος, του Κώστα Χατζηαντωνίου
Σελίδες ημερολογίων: Το δωμάτιο ταξιδεύει πάντα νύχτα, της Δέσποινας Κοντάκη

Leave Your Reply

*