Ανοιχτή πόρτα

Ο δολοφονημένος (πρώην) πρωθυπουργός που τάραξε το διεθνές νεοφιλελεύθερο status quo ~ Κωνσταντίνος Μαργέλης

Spread the love

Ο Κωνσταντίνος Μαργέλης συστήνεται: “Γεννήθηκα στον Πειραιά στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Εκεί μεγάλωσα, σπούδασα και εργάστηκα μέχρι πριν μερικά χρόνια, όταν μαζί με τη σύζυγό μου μετοικήσαμε σε ένα ημιορεινό χωριό της Λευκάδας. Η συνέχεια μέλλει να γραφτεί …”

Η δολοφονία

Στις 8 Ιουλίου 2022, ο Σίνζο Άμπε, πρώην (τότε) πρωθυπουργός της Ιαπωνίας και εν ενεργεία (τότε) μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, δολοφονείται την ώρα που προλόγιζε την προεκλογική ομιλία ενός υποψηφίου βουλευτή του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος, σε υπαίθρια πολιτική εκδήλωση στην ιαπωνική πόλη Νάρα. Ο δράστης τον πυροβόλησε από πίσω και από κοντινή απόσταση.

Ο Άμπε ως πολιτικός

Ο Άμπε υπήρξε ο μακροβιότερος Ιάπωνας πρωθυπουργός. Ένας πολιτικός με αρχές, που επηρέαζε τα πολιτικά δρώμενα της χώρας του ακόμα και μετά την αναγκαστική αποχώρησή του από την πρωθυπουργία για λόγους υγείας.

Σύμφωνα με την Washington Post, ο Άμπε προσπάθησε να μετασχηματίσει την Ιαπωνία από μια μεγάλη οικονομία υπό αμερικανική προστασία σε μια πιο φιλόδοξη, διεκδικητική δύναμη με περισσότερη εμπλοκή στα διεθνή δρώμενα.

Η ιδιαίτερη διαχείριση του Covid

Εντύπωση προκάλεσε ο τρόπος διαχείρισης του COVID-19. Υπό τον Άμπε (έως τον Σεπτέμβριο του 2020) αλλά και στη συνέχεια, η Ιαπωνία βασίστηκε σε μια «ήπια» προσέγγιση, για την οποία δέχτηκε επικρίσεις, παρόμοια με αυτή της Σουηδίας, της Ουρουγουάης, της Ταϊβάν και της Ισλανδίας,. Απέφυγε τα lockdowns (δεν συζητάμε καν για πρόστιμα ή συλλήψεις) και έδωσε έμφαση στη συλλογική ευθύνη, στον αυτοέλεγχο και στη στοχευμένη και πολύ επιθετική ιχνηλάτηση των κρουσμάτων προλαμβάνοντας τη περαιτέρω μετάδοση. Οι δε, όποιες κηρύξεις έκτακτης ανάγκης αφορούσαν όχι απαγορεύσεις, αλλά ισχυρές συστάσεις. Όσον αφορά τα εμβόλια, υπήρξε καθυστέρηση υιοθέτησής τους, ενώ όταν εγκρίθηκαν δεν ήταν υποχρεωτικά. Το αποτέλεσμα ήταν η χώρα (όπως και η Σουηδία, η Ουρουγουάη, η Ταϊβάν και η Ισλανδία) να έχει από τα πιο χαμηλά ποσοστά θνησιμότητας παγκοσμίως.

Τα περίφημα “Abenomics”

Τηρώντας τις προεκλογικές του υποσχέσεις για την αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης στη χώρα με το μακράν υψηλότερο παγκοσμίως δημόσιο χρέος (240% του ΑΕΠ), ο Άμπε εφάρμοσε τα περίφημα Αμπενόμικς, τα οποία κατέρριψαν τις νεοφιλελεύθερες μονεταριστικές θεωρίες.

Ο Άμπε προχώρησε σε μελετημένη επιπλέον αύξηση του δημοσίου χρέους, μέσω λογιστικής «εκτύπωσης» νέου χρήματος από την εθνική κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας, καθώς και σε στοχευμένη αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος, κατευθύνοντάς το σε επιλεγμένες δημόσιες επενδύσεις και οικογενειακά επιδόματα. Επίσης, πήρε μέτρα για τη βελτίωση των όρων εργασίας των εργαζομένων έχοντας ως απώτερο στόχο την αύξηση της παραγωγικότητάς τους. Το κυριότερο όμως, επίτευγμα ήταν ότι κατόρθωσε και διέγειρε το εθνικό φρόνημα των Ιαπώνων, τόσο των εργαζομένων όσο και των επιχειρηματιών.

Ουσιαστικά, κατέδειξε ότι αυτό που μετράει στην οικονομική πραγματικότητα μίας χώρας δεν είναι το ύψος του δημοσίου χρέους και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αλλά πρώτον η ποιότητα της παραγωγής της (ισχυρή ιαπωνική βιομηχανία), δεύτερον το μέγεθος της παραγωγής της (τρίτο μεγαλύτερο ονομαστικό ΑΕΠ διεθνώς), τρίτον το εξωτερικό της οικονομικό ισοζύγιο (τρίτο μεγαλύτερο πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παγκοσμίως) και τέταρτον και κυριότερο η ύπαρξη εθνικού νομίσματος και εθνικής κεντρικής τράπεζας (Yen, Bank of Japan).

Abenomics και Modern Monetary Theory (ΜΜΤ)

Παρόλο που η κυβέρνηση Άμπε και η τότε διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας είχαν αρνηθεί ότι εφάρμοζαν την MMT, η χώρα πλησίασε το μοντέλο αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη οικονομία στον κόσμο. Ουσιαστικά, η Ιαπωνία επί Άμπε αποτέλεσε το πλησιέστερο «ζωντανό εργαστήριο» για τους υποστηρικτές της Σύγχρονης Νομισματικής Θεωρίας (ΜΜΤ), η οποία αποτελεί το κόκκινο πανί της νεοφιλελεύθερης μονεταριστικής οικονομικής σχολής που κυριαρχεί στο δυτικό κόσμο.

Σύμφωνα με την νεοφιλελεύθερη μονεταριστική θεωρία, ένα πολύ υψηλό κρατικό χρέος οδηγεί σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας, εκτίναξη των επιτοκίων, υποτίμηση του νομίσματος και τελικά σε χρεοκοπία. Η Ιαπωνία με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στον κόσμο δεν αντιμετώπισε ποτέ κρίση χρέους, ούτε έχασε την πρόσβαση στις αγορές, ούτε εκτινάχθηκαν τα επιτόκια, ούτε υποτιμήθηκε το νόμισμά της.

Επίσης, η νεοφιλελεύθερη μονεταριστική θεωρία υποστηρίζει ότι το μαζικό «τύπωμα» χρήματος για τη χρηματοδότηση δημοσιονομικών ελλειμμάτων οδηγεί νομοτελειακά σε υπερπληθωρισμό. Στην Ιαπωνία παρά το διαρκές «τύπωμα» χρήματος και τα τεράστια ελλείμματα, όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε αύξηση του πληθωρισμού, αλλά για αρκετές περιόδους πάλευε με τον αποπληθωρισμό (πτώση τιμών).

Τι λέει η ΜΜΤ

Η MMT υποστηρίζει ότι το «τύπωμα» χρήματος προκαλεί πληθωρισμό μόνο όταν η οικονομία ξεπεράσει τα πραγματικά παραγωγικά της όρια.  Όταν δηλαδή έχουν ενεργοποιηθεί όλοι οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι. Στην Ιαπωνία, η παραγωγική ικανότητα δεν εξαντλήθηκε ποτέ, επιβεβαιώνοντας εν μέρει τη θεωρία.

Στην MMT, η Κεντρική Τράπεζα έχει ως ρόλο τη διατήρηση του κρατικού κόστους δανεισμού χαμηλό, λειτουργώντας ως ο κύριος χρηματοδότης, ενώ μαζί με την κυβέρνηση πρακτικά λειτουργούν ως μία ενιαία οντότητα. Πράγματι, στην Ιαπωνία η Bank of Japan αγόρασε σταδιακά πάνω από το 50% των κρατικών ιαπωνικών ομολόγων. Να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με άλλες χώρες, η συντριπτική τους πλειοψηφία βρισκόταν (και βρίσκεται) σε εγχώρια (ιαπωνικά) χέρια. Ουσιαστικά, η BoJ χρηματοδότησε τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αποδεικνύοντας ότι οι αγορές ομολόγων (τραπεζικοί οργανισμοί – εμφανείς ή σκιώδεις) δεν μπορούν να «τιμωρήσουν» μια χώρα αν η κεντρική της τράπεζα αποφασίσει το αντίθετο.

Ακόμα, σύμφωνα με την MMT η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να εγγυηθεί απεριόριστα το χρέος μιας χώρας που εκδίδει το δικό της νόμισμα, καθώς ένας κυρίαρχος εκδότης νομίσματος δεν μπορεί να ξεμείνει ποτέ από το χρήμα που ο ίδιος εκδίδει.

Επιπλέον, η MMT υποστηρίζει ότι οι φόροι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του κράτους, αλλά μόνο για τον έλεγχο του πληθωρισμού και τη μείωση των ανισοτήτων. Στην Ιαπωνία, όταν αυξήθηκε ο φόρος κατανάλωσης (π.χ. το 2014 και το 2019) επιβραδύνθηκε η υπερθέρμανση της οικονομίας.

Η ομολογία του Άμπε

Ως πρωθυπουργός ο Άμπε (επίσημα) απέρριπτε την MMT για να μην τρομάξει τις αγορές, όμως έπειτα ως βουλευτής και κομματικός ηγέτης, έμμεσα, παραδέχτηκε ότι η στρατηγική του (Abenomics) ήταν στην πραγματικότητα μια μορφή MMT. Μάλιστα, άσκησε έντονη κριτική στις μετέπειτα προσπάθειες του Υπουργείου Οικονομικών να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό. Υποστήριξε ότι η Ιαπωνία έπρεπε να εκδώσει τεράστιες ποσότητες νέου χρέους (κρατικών ομολόγων) για να χρηματοδοτήσει τις αμυντικές δαπάνες της χώρας και την ανάκαμψη από την πανδημία, τονίζοντας ότι «το χρέος δεν αποτελεί πρόβλημα» εφόσον η Κεντρική Τράπεζα αγοράζει τα ομόλογα. Ταυτόχρονα, υποστήριζε ότι το χρέος της Ιαπωνίας δεν αποτελεί θέμα, καθώς η BoJ (που ανήκει στο κράτος) είναι αυτή που κατέχει τα ομόλογα, οπότε ουσιαστικά «το κράτος χρωστάει στον εαυτό του».

Ένας απορρέων προβληματισμός

Κατά τις οικονομικές κρίσεις εξαιτίας της Lehman Brothers και του κορονοϊού, η ΕΚΤ δημιούργησε μέσω των προγραμμάτων QE τρισεκατομμύρια ευρώ σε ψηφιακό χρήμα για να αγοράσει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, δηλαδή από τις τράπεζες. Και αυτό διότι βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών, η ΕΚΤ απαγορεύεται να αγοράζει ομόλογα απευθείας από τις κυβερνήσεις, παρά μόνο από τις τράπεζες (δευτερογενής αγορά). Ουσιαστικά, τη (τρισεκατομμυρίων) χρηματοδότηση των χωρών την έχουν αναλάβει οι τράπεζες (εμφανείς ή σκιώδεις). Η MMT θεωρεί αυτόν τον διαχωρισμό έναν τεχνητό περιορισμό.

Η τελική απορία

Σε μία χώρα με σχεδόν ανύπαρκτη εγκληματικότητα (μόλις 9 θάνατοι από όπλα το 2018 έναντι 39.740 στις ΗΠΑ), ένα πρώην μέλος του ιαπωνικού πολεμικού ναυτικού και τότε άνεργος, αποφάσισε ένα πρωί να δολοφονήσει όχι εκείνον που πίστευε ότι ήταν αρχηγός της θρησκευτικής οργάνωσης που θεώρησε πως ευθυνόταν για την οικονομική καταστροφή της οικογένειάς του, ούτε ένα σημαντικό της στέλεχος, μα ούτε καν ένα απλό της μέλος. Αλλά κάποιον που νόμιζε ότι συνδεόταν με την οργάνωση. Ο οποίος έτυχε (;) να είναι ο μακροβιότερος Ιάπωνας (τότε πρώην) πρωθυπουργός, ο οποίος και εφάρμοσε τα συστημικά «επικίνδυνα» Abenomics.

Κωστής Μαργέλης

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2026

Υ.Γ.

Η θεμελιώδης Συνθήκη της Ε.Ε.

Το 1992, η Ευρωπαϊκή Ένωση με την Συνθήκη του Μάαστριχτ υιοθέτησε ένα μοντέλο οικονομικής και νομισματικής πολιτικής το οποίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη λεγόμενη μονεταριστική θεωρία (Monetarism – Monetary Economic Theory). Ιδρυτής της θεωρίας είναι ο Milton Friedman, ο δεύτερος πιο δημοφιλής οικονομολόγος του 20ου αιώνα μετά τον άλλο διάσημο οικονομολόγο τον John Maynard Keynes. Ο Friedman βραβεύτηκε το 1976 με το νόμπελ οικονομίας, ενώ κατά τη δεκαετία του 1980 αποτέλεσε οικονομικό σύμβουλο του προέδρου των ΗΠΑ Ronald Reagan.

Για την ιστορία να αναφέρουμε το 1991 περίπου 400 οικονομολόγοι διαφορετικής οικονομικής φιλοσοφίας, είχαν με επιστολή τους τότε διατυπώσει ενστάσεις, αναφέροντας ότι η επιχειρηματολογία που βρισκόταν πίσω από τα κριτήρια σύγκλισης αντλούνταν από τις μονεταριστικές θεωρίες, οι οποίες κατά τη γνώμη τους δεν ήταν αποδεκτές από όλους τους οικονομολόγους, καθώς έρευνες διάσημων οικονομολόγων όπως των Akerlof, Dickens, Perry, Barro, Saral, Stanners έδειχναν πως οι προτάσεις εκείνες δεν είχαν επιβεβαιωθεί, ενώ τόνιζαν ότι μία υπέρβαση του δημοσιονομικού ορίου ακόμα και σε περιόδους ύφεσης ήταν σχεδόν απαγορευμένη (εφημερίδα Εξουσία, 11/06/1997). Πόσοι, όμως, από εμάς ενημερώθηκαν για αυτή την επιστολή;

Ο Μονεταρισμός

Με βάση τη θεωρία οι οικονομικοί κύκλοι ύφεσης και ανάπτυξης, όπως και ο ρυθμός αύξησης ή πτώσης των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών (ο λεγόμενος πληθωρισμός) ερμηνεύονται ως ένα καθαρά νομισματικό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι ο ρυθμός αύξησης ή μείωσης της ποσότητας χρήματος που «κυκλοφορεί» στην οικονομία μίας χώρας, δηλαδή η αγοραστική δύναμη του πληθυσμού της (εισοδήματα και χρηματικές καταθέσεις), επηρεάζει δυναμικά την πορεία της οικονομίας και του πληθωρισμού.

Η ύπαρξη μίας Κεντρικής Τράπεζας σε μία χώρα γίνεται εξ ανάγκης αποδεκτή, καθώς ο Friedman ήταν θεωρητικά αντίθετος. Κατόπιν, παρατηρεί ότι θα πρέπει να παραμένει ανεξάρτητη από κυβερνητικές επιρροές και να θέτει ως στόχο την επίτευξη μίας σταθερά ελεγχόμενης αύξησης της προσφερόμενης ποσότητας χρήματος μέσα από το διατραπεζικό σύστημα.

Ως εκ τούτου, η θεωρία απορρίπτει τη χρήση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, δηλαδή δεν θεωρεί ορθή την ύπαρξη ελλειμμάτων στον δημοσιονομικό προϋπολογισμό ενός κράτους. Αντίθετα, δίνεται μεγάλη σημασία στην τήρηση ενός σφιχτού κρατικού δημοσιονομικού προϋπολογισμού, στον περιορισμό του δημοσίου χρέους, καθώς και στη ρύθμιση του επιπέδου των επιτοκίων δανεισμού του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, αντιτίθεται σε κρατική παρέμβαση που εκδηλώνεται με νόμους που θέτουν όρια στη λειτουργία της αγοράς ή με την παρουσία κοινωφελών κρατικών επιχειρήσεων.

Τα κύρια εργαλεία παρέμβασης για την εξισορρόπηση μίας οικονομίας αποτελούν τα λεγόμενα μέτρα οικονομικής λιτότητας, όπως η αύξηση των φορολογικών εσόδων, η μείωση των μισθών και των συντάξεων, η περικοπή των κρατικών εξόδων ακόμα και στους τομείς της υγείας, της πρόνοιας και της παιδείας, οι αποκρατικοποιήσεις τυχόν επιχειρήσεων που τελούν υπό δημόσιο έλεγχο και ο περιορισμός του μεγέθους των δημοσίων επενδύσεων.

Ο Κεϋνσιανισμός

Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται η Κεϋνσιανή θεωρία η οποία σε περιόδους ύφεσης υιοθετεί την άνοδο των δημοσίων επενδύσεων και δαπανών, ώστε να καλυφθεί το υπάρχον έλλειμμα ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και τη μείωση της φορολογίας. Τα τυχόν αυξημένα δημοσιονομικά ελλείμματα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης προβλέπεται ότι θα καλυφθούν από τα πλεονάσματα που θα επέλθουν κατά την μετέπειτα εποχή της οικονομικής ανάπτυξης.

Η θεωρία δοκιμάστηκε με επιτυχία κατά την δεκαετία του 1930 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Roosevelt και αποτέλεσε το περίφημο “New Deal”, που οδήγησε τις ΗΠΑ στην έξοδο από την περιβόητη βαριά οικονομική κρίση του 1929-1931, κατά την διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν περίπου 23 χιλιάδες αυτοκτονίες στις ΗΠΑ.

Επιγραμματικά τα οικονομικά μέτρα που πάρθηκαν τότε ήταν α) η ανάκτηση του ελέγχου της έκδοσης χρήματος από την κυβέρνηση και η αποδέσμευση της δημιουργίας του μέσα από τον χρηματοοικονομικό τραπεζικό μηχανισμό, β) η εγκατάλειψη της σύνδεσης της προσφοράς του χρήματος με τον χρυσό, γ) η πραγματοποίηση δημοσίων δαπανών με σκοπό την τόνωση της οικονομίας και την καταπολέμηση της ανεργίας, δ) η μείωση των επιτοκίων τραπεζικού δανεισμού, ε) η διάσωση των υπό κατάρρευση τραπεζών με την κρατική κεφαλαιακή ενίσχυσή τους, στ) η μεταρρύθμιση της τραπεζικής νομοθεσίας, ζ) η προστασία των τραπεζικών καταθέσεων από το κράτος, η) η βελτίωση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος.

Ο θεμελιωτής αυτής της θεωρίας John Maynard Keynes, διαπίστωσε εκείνη την εποχή την απροθυμία όσων διέθεταν μία οικονομική ευχέρεια να προβούν σε οποιαδήποτε μορφής επένδυση, την αδυναμία των τραπεζών να ενεργοποιήσουν επενδυτικά τα υπάρχοντα χρηματικά διαθέσιμα κεφάλαια και επίσης την σημαντική απόκλιση που είχε σχηματιστεί μεταξύ των εργατικών εισοδημάτων και αυτών των εισοδηματιών. Η οικονομία των ΗΠΑ είχε τότε υποπέσει σε μία σπειροειδή, χρόνια και έντονα καθοδική πορεία, με κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας, μεγάλες μειώσεις μισθών, και κατά συνέπεια δραματική πτώση της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών.

Το μέγεθος της συμβολής των οικονομικών ιδεών του Keynes στην ανάταση της οικονομίας των ΗΠΑ αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας από τα μέσα του 1930 έως περίπου τα μέσα του 1970 περικλείεται στη φράση του προέδρου των ΗΠΑ Richard Nixon, ο οποίος το 1971 είχε δηλώσει ότι «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί».

Το κομβικό σημείο στην θεωρία του Keynes βρίσκεται στην παραδοχή ότι η ελεύθερη αγορά υπάρχει ενδεχόμενο να εισέλθει σε μία ύφεση από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει από μόνη της, αλλά ακόμα κι αν κατορθώσει να ξεφύγει τότε αυτή η πορεία θα είναι εξαιρετικά επίπονη και η χρονική της διάρκεια απροσδιόριστη. Η φράση του Keynes ότι «μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί» υποδηλώνει ότι αν μία οικονομία αφεθεί να επανέλθει με τις δικές της δυνάμεις σε κατάσταση ισορροπίας τότε μέχρι να τα καταφέρει θα έχουμε αποδημήσει εις Κύριον.

Ο Keynes είχε χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «το να σκάβουμε τρύπες στο έδαφος θα αυξήσει όχι μόνο την απασχόληση αλλά και το εθνικό προϊόν από προϊόντα και υπηρεσίες.» Στη συνέχεια όμως, είχε τονίσει ότι «δεν είναι λογικό μία κοινωνία να παραμείνει εξαρτημένη από τέτοιες σπάταλες μορφές καταπράυνσης όταν αντιληφθεί τις επιρροές από τις οποίες εξαρτάται μία αποτελεσματική για την οικονομία ζήτηση», διευκρινίζοντας έτσι ότι η υπέρμετρη δημοσιονομική επέκταση από την πλευρά του κράτους δεν πρέπει να συνεχίζεται όταν η οικονομία έχει επανέλθει σε αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Ο Keynes ήρθε αντιμέτωπος με τις ιδέες των κλασικών φιλελεύθερων οικονομολόγων περί αλάνθαστης ελεύθερης αγοράς, όμως σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε υπέρμαχος του κρατισμού και των μόνιμων ή των ανεξέλεγκτων δημοσιονομικών παροχών. Οι οικονομικές διαπιστώσεις του και οι προτάσεις του βελτίωσαν το οικονομικό σύστημα, κυρίως σε περιόδους υφέσεων. Με την πάροδο των ετών όμως, οι ιδέες του παρερμηνεύτηκαν σημαντικά με συνέπεια σε αρκετές χώρες να πραγματοποιηθούν υπέρογκες δημόσιες δαπάνες, ανεξέλεγκτες κρατικοποιήσεις επιχειρήσεων και γενικότερα να επικρατήσει μία λανθασμένη διαχείριση των οικονομικών πόρων.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα τα οποία διήρκησαν για αρκετά χρόνια, με συνέπεια να υπερθερμανθούν οι οικονομίες, να επέλθει υπερπληθωρισμός και τελικά να επανεμφανιστεί η οικονομική νωθρότητα. Έτσι, από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, οι ιδέες του Keynes τίθενται στο περιθώριο και την σκυτάλη παρέλαβε ο μονεταρισμός, ο οποίος επικρατεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι και σήμερα.

Η νέα θεωρία

Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε μία νέα οικονομική και νομισματική θεωρία, η λεγόμενη Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (Modern Monetary Theory – MMT), από μία ομάδα οικονομολόγων μεταξύ των οποίων οι Warren Mosler, Bill Mitchell, Stephanie Kelton.

Η θεωρία υποστηρίζει ότι οι χώρες που διαθέτουν το δικό τους νόμισμα μπορούν με την έκδοση νέου χρήματος να χρηματοδοτήσουν κρατικές δαπάνες και δημόσια έργα μέχρι το σημείο της πλήρους απασχόλησης των οικονομικών πόρων και ιδιαίτερα εκείνου της εργασίας. Θεωρούν ότι εφόσον τα κράτη διαθέτουν δικό τους εθνικό νόμισμα δεν υφίσταται περίπτωση να χρεοκοπήσουν, καθώς μπορούν να καλύψουν τις όποιες πληρωμές μέσα από την έκδοση χρήματος.

Ένα από τα επιχειρήματά τους έναντι των μονεταριστών πηγάζει από τη φράση του πρώην προέδρου της FED (Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ) Alan Greenspan ο οποίος, αν και θεωρείται ότι ενστερνιζόταν τον μονεταρισμό, το 2005 απευθυνόμενος στο Κογκρέσο είχε δηλώσει ότι δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να δημιουργήσει τόσα πολλά χρήματα όσα θέλει και να τα καταβάλει σε κάποιον.

Προτείνουν επίσης, τη νομισματικοποίηση του δημοσίου χρέους, δηλαδή την αγορά του χρέους από την κεντρική τράπεζα της χώρας με τη δημιουργία χρήματος, τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη ενέργεια αποτελεί απλά μία λογιστική πράξη, μία λογιστική εγγραφή, καθώς στην ουσία η συνολική προσφορά χρήματος στην οικονομία της χώρας δεν θα μεταβληθεί, αφού δεν θα κυκλοφορήσει σε αυτή νέο χρήμα.

Για παράδειγμα, αν μία κυβέρνηση έδινε εντολή στην κεντρική τράπεζα της χώρας η οποία διαθέτει το προνόμιο έκδοσης χρήματος, να «καλύψει» το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων με τη δημιουργία νέου λογιστικού χρήματος, τότε οι συντάξεις δεν θα χρειαζόταν να μειωθούν, ενώ ταυτόχρονα δεν θα άλλαζε ούτε η διατιθέμενη ποσότητα χρήματος στην αγορά, καθώς οι συνταξιούχοι θα συνέχιζαν να εισπράττουν την ίδια ακριβώς σύνταξη με αυτήν που εισέπρατταν και προηγουμένως. Κατά συνέπεια υποστηρίζουν ότι δεν θα επηρεαζόταν ο πληθωρισμός.

Το κλειδί του υπαρκτού ή ανύπαρκτου εσωτερικού δημοσίου χρέους κατά την θεωρία αποτελεί η διαπίστωση ότι όταν η εθνική κεντρική τράπεζα μίας χώρας είναι κάτοχός του τότε δεν υφίσταται χρέος, καθώς ιδιοκτήτης της κεντρικής τράπεζας είναι το ίδιο το κράτος και το χρήμα που έχει εκδοθεί είναι καθαρά λογιστικό. Ενώ όταν το χρέος βρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα, όπως σε τράπεζες και σε επενδυτικές εταιρίες, τότε αυτό καθίσταται πραγματικό.

Η εντύπωση που σχηματίζεται είναι ότι η Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία πηγάζει από αυτή του Keynes. Σύγχρονοι όμως, νεοκεϋνσιανοί οικονομολόγοι, όπως ο νομπελίστας Paul Krugman, εκφράζουν ενστάσεις απέναντί της, καθώς θεωρούν ότι υποστηρίζει σε υπέρμετρο βαθμό την διατήρηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ότι δείχνει να υποβαθμίζει την πιθανότητα εμφάνισης σημαντικών πληθωριστικών επιπτώσεων μετά από μία παρατεταμένη διατήρηση των ελλειμμάτων, ειδικά σε περιόδους που η οικονομία αναπτύσσεται πλέον δυναμικά. Συμφωνούν όμως, στη χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής ως το βασικό εργαλείο για την αναπτέρωση μίας υφεσιακής οικονομίας.

Το χρήμα ως δύναμη ή ως εργαλείο

Ο Ινδός νομπελίστας οικονομολόγος Amartya Sen είχε πολύ εύστοχα διατυπώσει την άποψη ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι μία έννοια ευρύτερη και πιο σημαντική από την αύξηση κάποιων οικονομικών μεγεθών, καθώς και ότι η ανάπτυξη μίας χώρας αποτυπώνεται μέσα από τη βελτίωση κοινωνικών και πολιτισμικών αγαθών αλλά και από αξίες που δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθούν με νούμερα.

Πηγές

https://epicenter.wcfia.harvard.edu/blog/explaining-japans-soft-approach-to-covid-19

https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7688188/ 

https://www.washingtonpost.com/opinions/2022/07/08/shinzo-abe-japan-china-long-game-quad-asia-pacific-trump-taiwan/

https://www.washingtonpost.com/politics/in-speech-to-congress-abe-lays-out-more-assertive-role-for-japan/2015/04/29/a4387bae-ee79-11e4-a55f-38924fca94f9_story.html

https://www.taylorfrancis.com/chapters/edit/10.4324/9781003427940-1/introduction-koji-nakakita

Ito, T. (2021), An Assessment of Abenomics: Evolution and Achievements. Asian Economic Policy Review, 16: 190-219. https://doi.org/10.1111/aepr.12353

Junko Koeda, Macroeconomic effects of quantitative and qualitative monetary easing measures, Journal of the Japanese and International Economies, Volume 52, 2019, Pages 121-141, ISSN 0889-1583, https://doi.org/10.1016/j.jjie.2018.12.006

Reynold F. Nesiba. (2013). Do Institutionalists and post-Keynesians share a common approach to Modern Monetary Theory (MMT)?. European Journal of Economics and Economic Policies: Intervention, Vol. 10 No. 1, 2013, pp. 44–60. DOI: https://doi.org/10.4337/ejeep.2013.01.05

Skidelksy Robert. (2012). Keynes: Η επιστροφή στη διδασκαλία του. Κριτική

SHARE
RELATED POSTS
Ο διχασμός εντός μας, του Ηλία Καραβόλια
Γιώργος Αρκουλής
Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς την κυρία Πέπη;, του Γιώργου Αρκουλή
Θα την «πληρώσουν την νύφη» τελικά οι …κεκέδες , του Δημήτρη Κατσούλα

Leave Your Reply

*
This site is protected by reCAPTCHA and the Google Privacy Policy and Terms of Service apply.